Βρυξέλλες, 1 Απριλίου 2014

Ομιλία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Εξωτερικών Ευ. Βενιζέλου σε Διεθνές Συνέδριο για την Πρόληψη των Γενοκτονιών 

Εξοχότητες, Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ξεκινήσω ευχαριστώντας τον ομόλογό μου, Υπουργό Εξωτερικών του Βασιλείου του Βελγίου, για την πρωτοβουλία να οργανώσει αυτό το σημαντικό Συνέδριο, με την ευκαιρία της 20ης επετείου από τη Γενοκτονία στη Ρουάντα.

Η πρόληψη των γενοκτονιών αποτελεί ηθική επιταγή για τη διεθνή κοινότητα. Και πρέπει να τις αποτρέψουμε, αντιμετωπίζοντας με μεγαλύτερη επιτυχία τις σύγχρονες προκλήσεις, με μεγαλύτερη επίγνωση των γενεσιουργών αιτίων τους, και βελτιώνοντας τα εργαλεία που διαθέτουμε προκειμένου να αποτρέψουμε την επανάληψή τους.

Η ιστορία του ανθρωπότητας βρίθει παραδειγμάτων ακραίας βίας και οργανωμένης σκληρότητας εις βάρος ατόμων, ωστόσο οι χειρότερες καταχρήσεις βίας έχουν παρατηρηθεί κατά τον 20ο αιώνα.

Ήταν ο Πολωνός νομικός Raphael Lemkin – ο ίδιος θύμα του Ολοκαυτώματος -, ο οποίος, το 1944, αποκάλεσε αυτό «το ανομολόγητο έγκλημα» ως γενοκτονία, ορίζοντας τη μαζική εξόντωση πληθυσμιακών ομάδων στη βάση της ταυτότητάς τους. Και οι προσπάθειες του συνέβαλαν στην υιοθέτηση, στις 9 Δεκεμβρίου 1948, ενός ιδεαλιστικού νομικού οργάνου: της Σύμβασης για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας.


Αυτή η Σύμβαση, μαζί με την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία υιοθετήθηκε την επόμενη ημέρα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, χαιρετίστηκε, εκείνη την εποχή, ως ένας θρίαμβος του διεθνούς δικαίου στη νέα μεταπολεμική τάξη.

Ένας από τους πρωταρχικούς αντικειμενικούς στόχους της Σύμβασης ήταν η εξάλειψη των γενοκτονιών μέσω της πρόληψής τους. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναγνώριζαν την ανάγκη για διεθνή συνεργασία προκειμένου να τεθεί ένα τέλος στην τέλεση παρόμοιων εγκλημάτων και επιβεβαίωσαν τη βούλησή τους να φέρουν τους δράστες ενώπιον της δικαιοσύνης.

Όμως, την υιοθέτηση της Σύμβασης για τη Γενοκτονία και την ποινικοποίηση των γενοκτονιών ακολούθησαν, κατά τη διάρκεια του υπολοίπου 20ου αιώνα, νέες τραγωδίες, σε πολλά μέρη του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένων πράξεων γενοκτονίας που στοίχισαν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων και υποχρέωσαν ακόμα περισσότερους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Σε νομικούς όρους, η απόδειξη της τέλεσης του εγκλήματος της γενοκτονίας αποτελεί τεράστια πρόκληση και περίπλοκο ζήτημα, και στις περισσότερες περιπτώσεις, η γενοκτονία αναγνωρίζεται μόνο αναδρομικά. Η ιστορία των μαζικών ωμοτήτων είναι μία ιστορία του να «γίνονται πολύ λίγα, πολύ αργά».

Γι’ αυτό το λόγο, η πρόληψη αποδεικνύεται ο καλύτερος τρόπος δράσης.

Το 2005, 11 χρόνια μετά τη Γενοκτονία στη Ρουάντα, τα Κράτη – Μέλη των Ηνωμένων Εθνών αποδέχτηκαν ότι η διεθνής κοινότητα βαρύνεται με την ευθύνη να προστατέψει τους πληθυσμούς από τις γενοκτονίες, τα εγκλήματα πολέμου, τις εθνοκαθάρσεις και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Και η στρατηγική που προτάθηκε από το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, το 2009, βασιζόταν σε τρεις πυλώνες: πρωταρχική ευθύνη του Κράτους να προστατεύσει τον πληθυσμό του, διεθνής αρωγή και ενδυνάμωση των δομών προκειμένου τα Κράτη να ανταποκριθούν στις ευθύνες τους, και έγκαιρη και αποφασιστική απάντηση από τη διεθνή κοινότητα, σε συμφωνία με τις αρχές του Καταστατικού των Ηνωμένων Εθνών.

Τα επόμενα χρόνια, η πρόληψη σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο προβλήθηκε ως η πιο σημαντική πτυχή της στρατηγικής για την αποτροπή της διάπραξης μαζικών ωμοτήτων, συμπεριλαμβανομένων γενοκτονιών.

Μία αποτελεσματική προληπτική ενέργεια προϋποθέτει, κατ’ αρχάς, την εξακρίβωση και την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων της γενοκτονίας. Η γενοκτονία και οι σχετιζόμενες κτηνωδίες είναι πιο πιθανό να συμβούν σε κοινωνίες που έχουν στιγματιστεί από συγκρούσεις που σχετίζονται με την ταυτότητα και τις επιπτώσεις τους (διακρίσεις, περιθωριοποίηση, κοινωνικός στιγματισμός, κοινωνικός αποκλεισμός, απανθρωπισμός), τις οποίες υποθάλπουν λόγοι μίσους και η υποκίνηση σε βία εις βάρος συγκεκριμένων ομάδων.

Κατά συνέπεια, η πιο αποτελεσματική μορφή πρόληψης είναι η εποικοδομητική διαχείριση της διαφορετικότητας, της συμπερίληψης όλων των ομάδων, του σεβασμού στα θεμελιώδη δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες.

Σε εθνικό επίπεδο, τα κράτη φέρουν την ευθύνη να συγκροτήσουν θεσμούς και δομές, οι οποίες θα βασίζονται στη νομιμότητα και το κράτος δικαίου: θεσμούς οι οποίοι θα μπορούν να εκτονώσουν εντάσεις και να αντιδράσουν αποτελεσματικά στις πράξεις υποκίνησης σε βία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μαζικές ωμότητες.

Θα πρέπει, επίσης, να υιοθετηθούν πολιτικές που θα αμφισβητήσουν τα στερεότυπα, θα ενθαρρύνουν την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, θα προωθήσουν την συμπεριληπτικότητα και θα αντιμετωπίσουν τους λόγους μίσους. Και η κοινωνία των πολιτών μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο αφυπνίζοντας συνειδήσεις, καταπολεμώντας στερεότυπα και υποστηρίζοντας αποτελεσματικές απαντήσεις σε πρακτικές διακρίσεων.

Η εμπειρία της Ρουάντα αποτελεί παράδειγμα, με το χειρότερο δυνατό τρόπο, του πώς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους οργανωτές μίας γενοκτονίας για να αποκτηνώσουν τα θύματα, να οργανώσουν τις σφαγές και να προωθήσουν την εκτέλεση σχεδίων εξόντωσης.

Συνεπώς, η ανάπτυξη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ηθικών κριτηρίων και δομών για την εσωτερική αυτορρύθμιση μπορεί να συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην πρόληψη της διάδοσης εθνικού, φυλετικού και θρησκευτικού μίσους, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην υποκίνηση σε εχθρότητα και βία.

Θα ήθελα, επίσης, να υπογραμμίσω τη σημασία του ρόλου της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης στην πρόληψη των γενοκτονιών, ήτοι στο να καταστούν οι δράστες υπόλογοι για τα εγκλήματά τους. Τα ποινικά δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα, καθώς και τα δικαστήρια για τη Σιέρα Λεόνε και την Καμπότζη, έχουν διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην ανάπτυξη του διεθνούς ποινικού δικαίου και στη διαμόρφωση της έννοιας της πρόληψης.

Ομοίως, ο ρόλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου είναι κρίσιμος – όχι μόνο για την επιβολή κυρώσεων, αλλά και για την πρόληψη εγκλημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, όπως η γενοκτονία, μέσω της αποθάρρυνσης πιθανών δραστών. Ο συμπληρωματικός χαρακτήρας του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τη δυνατότητά του να παρέμβει - όχι μετά την τέλεση του εγκλήματος, αλλά κατά τη διάρκεια συγκρούσεων και μαζικών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων – μπορεί να αποτρέψει αποτελεσματικά πιθανούς δράστες μαζικών ωμοτήτων. Επομένως, η παγκόσμια συμμετοχή και η αποτελεσματική εφαρμογή του Καταστατικού του είναι κομβική προκειμένου να τεθεί ένα τέλος στην ατιμωρησία και να αποτραπούν μελλοντικά εγκλήματα.

Κυρίες και Κύριοι,

Σήμερα, η πρόκληση ενώπιον της Διεθνούς Κοινότητας είναι να προχωρήσουμε επειγόντως από μία λογική της αντίδρασης σε μία λογική της πρόληψης. Πιστεύουμε ότι αυτό το Συνέδριο προσφέρει μία εξαιρετική ευκαιρία για μία συστηματική και διεξοδική ανάλυση της αποτροπής των γενοκτονιών, μέσω εκείνων των μέτρων που μπορούν να υιοθετηθούν τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο και θα επιτρέψουν στη διεθνή κοινότητα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, να αντιδράσει και να προλάβει αυτό το φαινόμενο.

Αυτό το Συνέδριο είναι, επίσης, ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς οι συμμετέχοντες μπορούν να μελετήσουν νέα περιπτώσεις ανά τον κόσμο, όπου εμφανίζονται τάσεις γενοκτονίας (όπως στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία). Πρέπει να αποδείξουμε στους λαούς σε αυτές τις χώρες ότι η δήλωση «ποτέ ξανά» δεν αποτελεί κενό γράμμα. Το οφείλουμε, επίσης, στα θύματα παλαιότερων γενοκτονιών και στους επιζήσαντες, οι οποίοι, παρά τα βάσανά τους, συνέχισαν να ζουν με ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς να χάνουν την ελπίδα τους για ένα δίκαιο και πιο πολιτισμένο κόσμο.

Σας ευχαριστώ.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΕλληνική ΠροεδρίαΠολιτικές Ομιλίες, 2014Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2014