Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

 

Χαιρετισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου στο

High Level Conference on Greek Reforms in the Health Sector: Improving Citizens’ Health

Μακαριότατε, κύριε Πρωθυπουργέ, διακεκριμένοι και εκλεκτοί προσκεκλημένοι μας από το εξωτερικό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι στη Βουλή και την κυβέρνηση, κυρίες και κύριοι,

η μεγάλη δημοσιονομική κρίση που ταλανίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλές χώρες της Ευρωζώνης, πρώτη και καλύτερη τη χώρα μας, έχει αναδείξει την βαθιά κρίση και του λεγόμενου ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους.

Η κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, όποιο μοντέλο κι αν εξετάσει κανείς, το σκανδιναβικό, το μεσογειακό, είναι μια κρίση βαθιά, μια κρίση διπλή και δημοσιονομική, αλλά και δημογραφική. Γιατί ούτως ή άλλως η Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Ένωση γηράσκει, πληθυσμιακά συρρικνώνεται, γίνεται λιγότερο ανταγωνιστική. Πρέπει να επανεξετάσει όχι μόνο το μοντέλο της οικονομικής της λειτουργίας, αλλά και τον ίδιο τον πυρήνα της κοινωνικής της συνοχής.

Στην Ελλάδα δεκαετίες νωρίτερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, διαμορφώθηκε μια νέα εικόνα στο δημόσιο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας. Διαμορφώθηκε με καθυστέρηση δεκαετιών, ενώ άλλες χώρες είχαν προχωρήσει πολύ νωρίτερα, το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Μόνο που αυτό το Εθνικό Σύστημα Υγείας που όχι απλώς θεωρήθηκε, αλλά και είναι μια πολύ σημαντική κατάκτηση αυτής της περιόδου της μεταπολίτευσης, από το 1974 και μετά, έμεινε πάντα ανολοκλήρωτο. Άφησε μέχρι σήμερα πολλές εκκρεμότητες και ίσως η μεγαλύτερη εκκρεμότητα που άφησε είναι το γεγονός ότι ποτέ δεν συγκροτήθηκε δίπλα στο σύστημα της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης, δίπλα στο δίκτυο των νοσοκομείων μας, ένα ολοκληρωμένο σύστημα παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Παρ’ όλα αυτά το Εθνικό Σύστημα Υγείας βασίστηκε σε δυο πυλώνες στους οποίους επενδύθηκε χρήμα, κόπος και προσδοκία:

 

  • Ο ένας πυλώνας ήταν τα νοσοκομεία για την παροχή δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης σε συνεργασία με τα πανεπιστήμιά μας και τις ιατρικές σχολές.
  • Ο δεύτερος πυλώνας ήταν τα κέντρα υγείας, κυρίως στην Ελλάδα της υπαίθρου, στις αγροτικές και ημιαστικές περιοχές που προσέφεραν σε συνδυασμό με τα πολυιατρεία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του πιο σημαντικού θεσμού κοινωνικής ασφάλισης. Στην πραγματικότητα ένα αρκετά σημαντικό δίκτυο δομών, πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Παρ’ όλα αυτά, ποτέ στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, ακόμη και του ιατρικού προσωπικού, δεν έγινε καθαρή και οριστική η διάκριση μεταξύ πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και δευτεροβάθμιας ακόμη και τριτοβάθμιας αντιμετώπισης σε νοσοκομειακό επίπεδο, σε κέντρα εξειδίκευσης και αριστείας.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν σπατάλες, να υπάρχουν ανισότητες, να υπάρχουν αντιφάσεις, όπως σωστά είπε ο Πρωθυπουργός προηγουμένως:

Κάπου είμαστε εξαιρετικοί, έχουμε ανεβάσει το προσδόκιμο ηλικίας. Οι δείκτες που είναι δείκτες κοινωνικής ανάπτυξης πολλοί σημαντικότεροι από το ΑΕΠ και το κατά κεφαλήν εισόδημα κατατάσσουν την Ελλάδα από πλευράς κοινωνικής ανάπτυξης μέσα στην ομάδα των καλύτερων χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο με βάση τους δείκτες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Αλλά από την άλλη μεριά, υπήρχαν άνθρωποι με δυσκολίες πρόσβασης στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και με ατελείς υπηρεσίες στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Είχαμε μείνει πίσω στην προληπτική ιατρική παρά τη μεγάλη συζήτηση γύρω από τα θέματα αυτά. Δεν είχαμε οργανώσει την αντιμετώπιση των 10 μεγάλων ασθενειών που ταλαιπωρούν τα άτομα μεσαίας και μεγάλης ηλικίας. Δεν είχαμε οργανώσει τις δομές της κατά κυριολεξίας δημόσιας υγείας, που είναι ένας αυτοτελής πυλώνας του όλου συστήματος.

Φτάσαμε έτσι στην ανάγκη τώρα εν μέσω της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης της χώρας μας και παράλληλα με την επιδίωξη εξαιρετικά φιλόδοξων δημοσιονομικών και διαρθρωτικών στόχων, να πρέπει να καλύψουμε τα κενά του συστήματος υγείας, να κάνουμε μια μεγάλη μεταρρύθμιση και στο χώρο της υγείας.

Και ευχαριστώ πραγματικά τον Υπουργό Υγείας τον Άδωνη Γεωργιάδη, όλη την πολιτική ηγεσία του υπουργείου, τις προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες για τις προσπάθειές τους, αλλά και για το γεγονός ότι με κάλεσαν σήμερα ως Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ -υποθέτω και Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και δευτερευόντως ως Υπουργό των Εξωτερικών- να πω και εγώ λίγα λόγια στην έναρξη αυτής της πολύ σημαντικής συνάντησης.

Το να αναγκάζεσαι να κάνεις τέτοιου είδους αλλαγές στο χώρο της υγείας παράλληλα με τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων και την επιδίωξη τέτοιων στόχων, είναι εξαιρετικά δύσκολο, γιατί η κοινωνία αντιδρά όταν βιώνει επί χρόνια ύφεση, όταν έχει να αντιμετωπίσει τόσο υψηλή ανεργία, όταν υπάρχει τέτοια μείωση του εισοδήματος. Γιατί η Ελλάδα πρέπει να ξαναγίνει ένα κανονικό κράτος και γιατί η συνταγή που εφαρμόζουμε σε συνεργασία με τους θεσμικούς μας εταίρους και δανειστές, είναι μια συνταγή σκληρή, επώδυνη, με παρενέργειες. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ μια καλύτερη πρόταση που να μπορεί να χρηματοδοτηθεί. Δεν υπήρξε ποτέ ένα Σχέδιο Β. Αυτό το δύσκολο σχέδιο που εφαρμόζουμε είναι το μοναδικό, το πιο ασφαλές, το μόνο που αποδίδει αποτελέσματα.

Αυτό φάνηκε στο γεγονός ότι έπρεπε να εκλογικεύσουμε βασικά στοιχεία του όλου συστήματος. Η φαρμακευτική δαπάνη δεν είναι απλώς δαπάνη, δεν είναι απλώς δημοσιονομικό πρόβλημα, είναι και ιατρικό πρόβλημα, γιατί σημαίνει πολυφαρμακεία, σημαίνει μη εφαρμογή δοκιμασμένων ιατρικών πρακτικών. Καλών ιατρικών πρακτικών.

Είναι ένα πρόβλημα που αφορά τελικά τη δημόσια υγεία και την υγεία του κάθε πολίτη και αυτή η δημόσια δαπάνη για τα φάρμακα, η εθνική δαπάνη ακόμη περισσότερο, γιατί υπάρχει και η ιδιωτική δαπάνη, έπρεπε πάρα πολύ απλά να επανέλθει στα επίπεδα του 2004. Αυτός είναι όλος ο στόχος, που ήδη τα επίπεδα του 2004 από πλευράς δεικτών ήταν εξαιρετικά ικανοποιητικά, ως προς το επίπεδο υγείας και το προσδόκιμο επιβίωσης των Ελληνίδων και των Ελλήνων.

Και έτσι προέκυψε και το ζήτημα της συγκρότησης του φορέα παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Έτσι φτάσαμε στις αποφάσεις που θα παρουσιάσει αναλυτικά, φαντάζομαι, ο Υπουργός, ο κ. Γεωργιάδης, για ένα νέο Εθνικό Οργανισμό Παροχής Πρωτοβάθμιων Υπηρεσιών Υγείας, που είναι αγοραστής υπηρεσιών και όχι πάροχος.

Άρα το σύστημα εκλογικεύεται και αυτό επιτρέπει την αξιοποίηση του ιατρικού δυναμικού πολύ πέραν του κύκλου των ιατρών που είναι υπάλληλοι του δημοσίου. Επιτρέπει μια λογική και δίκαιη συνεργασία ανάμεσα στον δημόσιο τομέα παροχής υπηρεσιών υγείας και έναν ιδιωτικό τομέα που υπηρετεί δημόσιο αγαθό και τελεί στην πραγματικότητα υπό δημόσια εποπτεία, γιατί φυσικά το ζήτημα της υγείας δεν ανήκει στην αγορά, αλλά ανήκει πάντα στο πεδίο του δημοσίου συμφέροντος.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία έτσι να λύσουμε και προβλήματα που αφορούν το ιατρικό και το λοιπό νοσηλευτικό προσωπικό, να ρυθμίσουμε προβλήματα που απορρέουν από μια απαράδεκτη πολυμορφία των εργασιακών σχέσεων, αλλά ταυτόχρονα να μιλήσουμε από τη σκοπιά του πολίτη, του ασθενούς, του χρήστη των υπηρεσιών υγείας, ο οποίος πολλές φορές νιώθει να πιέζεται, νιώθει να υποβαθμίζεται το επίπεδο ή να ακριβαίνει η παροχή, γιατί συμμετέχει και ο ίδιος, έστω σε ένα μικρό, πολύ μικρό ποσοστό.

Κι εμάς μας ενδιαφέρει ο πολίτης, αυτός που προσφεύγει στο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας, να νιώσει ότι βελτιώνεται από την δική του οπτική γωνία το σύστημα. Ότι τελικά υπάρχει ένα κράτος πρόνοιας που ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Και ιδίως για τον πιο φτωχό, για τον ανήμπορο, γι’ αυτόν που δεν έχει τις πληροφορίες, γιατί καμιά φορά η πληροφορία είναι πιο κρίσιμη από την οικονομική δύναμη στο χώρο της υγείας. Μπορεί να προστατεύσει καλύτερα τον εαυτό του και την οικογένειά του εκείνος που έχει γνώση, πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στη χώρα του και διεθνώς, παρά αυτός που έχει χρήματα και οικονομική δυνατότητα, αλλά δεν ξέρει τι να κάνει.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πούμε ότι η πολιτική μας δέσμευση, και των δυο κομμάτων, και του πρωθυπουργού και δική μου, είναι να μην υπάρχει κανένας Έλληνας πολίτης ακάλυπτος από πλευράς ασφάλισης υγείας. Ούτε ο μακροχρόνια άνεργος, ούτε ο επαγγελματίας που έχει αυτή τη στιγμή βρεθεί εκτός αγοράς γιατί η επιχείρησή του έχει αποτύχει, ούτε ο οποιοσδήποτε άλλος ο οποίος για οποιονδήποτε λόγο έχει οδηγηθεί στο περιθώριο των υφιστάμενων δομών του συστήματος υγείας.

Κι αυτό δεν συνιστά δημοσιονομική επιβάρυνση. Τελικά συνιστά δημοσιονομικό και οικονομικό όφελος, γιατί προσφέροντάς του υπηρεσίες υγείας, πρωτοβάθμιες, προληπτικές και νοσοκομειακές, τελικά κερδίζουμε και χρήμα.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ολοκληρώσουμε το σύστημα, να υιοθετήσουμε επιτέλους τις διεθνείς καλές πρακτικές. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε την πυρίτιδα. Υπάρχουν δοκιμασμένα σχήματα διεθνώς.

Τώρα άλλωστε η εποχή της πληροφορικής, μας επιτρέπει να κινηθούμε με πάρα πολύ γρήγορους ρυθμούς και έτσι να φτάσουμε σε ένα ολοκληρωμένο, επιτέλους Εθνικό Σύστημα Υγείας, από τη σκοπιά του χρήστη, από τη σκοπιά του πολίτη. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί η εποχή της κρίσης είναι εποχή της ανασφάλειας. Τελικά ο δείκτης ικανοποίησης δεν εξαρτάται μόνο από τον ονομαστικό μισθό, από το διαθέσιμο εισόδημα, από στατιστικά δεδομένα με τα οποία ασχολούμαστε εμείς τόσα χρόνια στον αγώνα να ορθοποδήσει η χώρα. Εξαρτάται από μια αίσθηση ότι υπάρχει μια κοινωνία αλληλεγγύης κι αυτό είναι ένα δημόσιο καθήκον.

Τιμώ την Εκκλησία μακαριότατε για το προνοιακό της έργο, την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ξέρουμε όμως όλοι πάρα πολύ καλά ότι το μεγάλο επίτευγμα του 20ού αιώνα, του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα είναι η μετάβαση από το χώρο της φιλανθρωπίας, στο χώρο του κοινωνικού κράτους.

Το κοινωνικό κράτος δεν είναι φιλανθρωπία. Δεν είναι απλώς κοινωνική αλληλεγγύη. Είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Είναι δημόσια υποχρέωση και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αυτό το μήνυμα να το στείλουμε στην ελληνική κοινωνία και σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, γιατί δεν δοκιμάζεται μόνο η δική μας κοινωνία.

Και χαίρομαι γιατί η διεθνής συνάντηση που ανοίγει σήμερα, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία προκειμένου ακριβώς αυτό να συζητηθεί και αυτό το μήνυμα να σταλεί στην ελληνική και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Σας ευχαριστώ. -