Αθήνα, 24 Ιουλίου 2013 

Ομιλία Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου σε εκδήλωση του ΙΣΤΑΜΕ

«Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος»

Φίλες και φίλοι, ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Χαράλαμπο Ανθόπουλο για τον τόσο θερμό και φιλικό πρόλογό του. Μας συνδέει πράγματι πολύ στενή φιλική και επιστημονική σχέση.

Σας ευχαριστώ θερμά όλες και όλους για την παρουσία σας. Ιδιαιτέρως φυσικά τους τρεις εισηγητές στη σημερινή εκδήλωση, πέρα από τον Μπάμπη Ανθόπουλο, την κυρία Ακριβοπούλου και τον κ. Παπαχρήστο. Μας συνδέουν ακαδημαϊκοί δεσμοί από τη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης και χαίρομαι για την πρόοδό τους, την επιστημονική τους παρουσία. Χαίρομαι γιατί καθόμαστε ως συνάδελφοι επιστημονικά στο τραπέζι αυτό.

Και φυσικά θέλω να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Σάκκουλα για τον τόμο που μας παραδίδουν σήμερα και όλους τους εισηγητές που είχαν την καλοσύνη να έρθουν και να μας αναπτύξουν τις προσωπικές επιστημονικές τους απόψεις στο συνέδριο του ΙΣΤΑΜΕ του Φεβρουαρίου, τροφοδοτώντας τον δικό μας πολιτικό προβληματισμό. Να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τους παριστάμενους εδώ επιμελητές του τόμου και το συντονιστή του συνεδρίου που ήταν ο Μπάμπης Ανθόπουλος.

Δεν οργανώνουμε, όπως αντιλαμβάνεστε, τυχαία την εκδήλωση αυτή με τη βοήθεια του ΙΣΤΑΜΕ και του Προέδρου του Χρήστου Δερβένη σήμερα, 24 Ιουλίου. Θέλουμε να τιμήσουμε με τον τρόπο αυτό, με ένα σεμνό και ουσιαστικό τρόπο, τη σημερινή επέτειο της δημοκρατικής αλλαγής. Θέλουμε στην πραγματικότητα, να προστατεύσουμε το ιστορικό κύρος της μεταπολίτευσης, που συκοφαντείται και υπονομεύεται καθώς εμφανίζεται σχεδόν ως η χειρότερη περίοδος της χώρας, ενώ είναι φυσικά από κάθε άποψη η καλύτερη, η πιο ασφαλής, η πιο δημιουργική περίοδος της χώρας μας σε όλα τα επίπεδα: στο επίπεδο της ιστορίας των θεσμών, στο επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης, στο επίπεδο της κοινωνικής συνοχής.

Είναι κρίμα να μην έχουμε συνείδηση των δικών μας επιτευγμάτων και των δικών μας εθνικών και κοινωνικών κεκτημένων, γιατί όταν εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε και δεν αναγνωρίζουμε αυτό που έχουμε πετύχει ως έθνος, ως λαός και ως κοινωνία, δεν μπορούμε ούτε να το υπερασπιστούμε, αλλά ούτε και να το βελτιώσουμε.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να καλλιεργήσουμε τη σωστή ιστορική, θεσμική, πολιτική και αναπτυξιακή αυτοσυνειδησία της ελληνικής κοινωνίας που έχει δυστυχώς καταρρακωθεί λόγω της κρίσης. Γιατί μία από τις συνέπειες της κρίσης είναι να προσεγγίζουμε όλα τα ζητήματα με ένα επιδερμικό, φευγαλέο, συγκυριακό τρόπο χωρίς την ικανότητα να εμβαθύνουμε, χωρίς την ικανότητα να βλέπουμε όλα τα ζητήματα σφαιρικά σε όλες τους τις διαστάσεις.

 

Το ελληνικό πρόβλημα

Φίλες και φίλοι, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι συνταγματικό. Το ελληνικό πρόβλημα είναι ιστορικό. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει και ανατροφοδοτείται από τότε που υπάρχει και το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Μιλάμε για ένα πρόβλημα νοοτροπίας, για ένα πρόβλημα διάρθρωσης κοινωνικής, οικονομικής και θεσμικής.

Είχα μιλήσει εκτενώς για το ζήτημα αυτό κατά την διάρκεια του συνεδρίου. Άρα, έχοντας να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα όχι συνταγματικό, αλλά πολιτικό, κοινωνικό, αναπτυξιακό, ηθικό, νοοτροπιακό, δεν πρέπει να κάνουμε το λάθος να νομίζουμε ότι αναπτύσσοντας ένα είδος συνταγματικού βολονταρισμού ή ένα είδος θεσμικής υπερκινητικότητας, θα δώσουμε απάντηση στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Τα προβλήματα αυτά είναι σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό προβλήματα πανευρωπαϊκά, διεθνή.

Βιώνουμε μια κρίση, όπως βιώνουν και άλλες πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει μια βαθιά κρίση. Η κρίση αυτή που είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κρίση του κράτους, είναι και μια κρίση κυριαρχίας και αυτό αφορά και τα κράτη μέλη, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως πολιτική οντότητα, η οποία είναι αμήχανη και αναποτελεσματική. Και φυσικά αφού μιλάμε για μια κρίση των ευρωπαϊκών θεσμών, κρίση του φαινομένου του εθνικού κράτους, κρίση κυριαρχίας. Μιλάμε φυσικά και τελικά για μια κρίση συνταγματικού χαρακτήρα που πρέπει να την αντιμετωπίσουμε, αλλά η συνταγματική κρίση είναι δευτερογενής.

Επίσης, πρέπει να πούμε ευθαρσώς και έχοντας γνώση των συγκριτικών δεδομένων ότι η Ελλάδα, η χώρα μας, διαθέτει ένα από τα πιο σύγχρονα ευρωπαϊκά συνταγματικά κείμενα. Ένα συνταγματικό κείμενο που πολλοί το αγνοούν, κάποιοι άλλοι το υποτιμούν, ή κάποιοι άλλοι το επικαλούνται για λόγους κομματικής ή συνδικαλιστικής σκοπιμότητας. Δεν έχουμε δυστυχώς τα τελευταία 40 χρόνια -ενώ προδικτατορικά είχαμε- ανεπτυγμένο το αίσθημα του συνταγματικού πατριωτισμού, παρά την ευρύτατη, εντυπωσιακά ευρεία, συνταγματική συναίνεση, που μετά από πολύ κόπο επιτεύχθηκε, για πρώτη και μόνη φορά, στην ελληνική πολιτική και συνταγματική ιστορία, με την αναθεώρηση του 2001.

Η καλύτερη στιγμή από συστάσεως του νέου ελληνικού κράτους στη διαμόρφωση των συνταγματικών μας θεσμών, ήταν η περίοδος εκείνη, γιατί μόνο εκείνη τη φορά όλα  τα κόμματα συμμετείχαν. Διαμορφώθηκαν ευρύτατες φυσικές πλειοψηφίες και όλο αυτό το προϊόν της συνταγματικής συναίνεσης και σύμπραξης των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων, υποτιμήθηκε ακριβώς επειδή δεν ήταν συγκρουσιακού χαρακτήρα. Λες και η ελληνική κοινωνία αντιπαθεί και απορρίπτει οτιδήποτε δεν αναπαράγει σύγκρουση, ή ο,τιδήποτε δεν είναι προϊόν μιας μετωπικής και σε πολύ μεγάλο βαθμό λαϊκιστικής σύγκρουσης.

Η οικονομική κρίση, η εποχή του μνημονίου, έθεσε σε δοκιμασία την ερμηνεία του Συντάγματος και στη χώρα μας και σε όλες σχεδόν τις χώρες, δανείστριες και δανειζόμενες. Έθεσε σε κρίση τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ένα θεσμικό διπλασιασμό. Άλλο είναι το θεσμικό σύστημα που περιγράφει η Συνθήκη της Λισαβόνας και άλλο είναι το εν τοις πράγμασι θεσμικό σύστημα που έχει διαμορφωθεί στους κόλπους της Ευρωζώνης με ταχύτητα, υπό πίεση, με καθαρά διακυβερνητικά χαρακτηριστικά, χωρίς πραγματικά να εφαρμόζεται η λεγόμενη κοινοτική μέθοδος.

Και φυσικά αυτός ο θεσμικός διπλασιασμός που υπάρχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επηρεάσει και την εθνική συνταγματική τάξη όλων των κρατών-μελών, την ίδια την ερμηνεία του Συντάγματος. Γιατί η ίδια η θεμελιώδης έννοια που πραγματεύεται το Σύνταγμα με πολλά λόγια (αλλά στην πραγματικότητα είναι δυο λέξεις), η έννοια του δημοσίου συμφέροντος, άλλαξε περιεχόμενο. Άλλαξε περιεχόμενο γιατί άλλαξαν οι ανάγκες, οι προτεραιότητες, οι συσχετισμοί.

Παρ’ όλα αυτά η αλήθεια είναι ότι η δικαστική ερμηνεία του Συντάγματος, δηλαδή η νομολογία, επικύρωσε τις πάρα πολύ δύσκολες πολιτικές επιλογές που αναγκαστήκαμε και αναγκαζόμαστε να κάνουμε την περίοδο αυτή.

Ανεξάρτητα από το ποιο πρέπει να είναι, ή θα είναι τελικά το περιεχόμενο μιας μελλοντικής αναθεωρητικής διαδικασίας, είναι γεγονός ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος, δηλαδή ο στρατηγικός στόχος ν’ αποκτήσουμε ένα κανονικό κράτος, ένα κράτος στην υπηρεσία του γενικού συμφέροντος του πολίτη και της ανάπτυξης, μπορούν σε μεγάλο βαθμό, σχεδόν στο σύνολό τους, να γίνουν στο επίπεδο του κοινού νόμου και του κανονισμού της Βουλής.

 

Οι κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος

Υπάρχουν κάποια κρίσιμα στοιχεία όμως που προϋποθέτουν αναθεώρηση του Συντάγματος, έτσι ώστε όλο αυτό το στοίχημα της διαρθρωτικής αλλαγής στο κράτος θα κερδηθεί τελικά. Δηλαδή θα μπει στην περιοχή του ιστορικού χρόνου και όχι του τρέχοντος πολιτικού χρόνου, όταν επιστεγασθεί με μια αναθεώρηση του Συντάγματος.

Εάν κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, ελλοχεύουν δύο τεράστιοι κίνδυνοι, οι οποίοι είναι πραγματικά εθνικοί και δημοκρατικοί.

ü  Ο πρώτος κίνδυνος, είναι ο κίνδυνος του ακραίου συνταγματικού λαϊκισμού, που μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση, από επιπολαιότητα ή από ανεύθυνη σκοπιμότητα, τις πιο σημαντικές δημοκρατικές ισορροπίες και τις πιο σημαντικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Θα ήταν τραγικό λάθος να ρίξουμε στην πυρά δημοκρατικές και δικαιοκρατικές εγγυήσεις, για να ικανοποιηθούν στιγμιαία αισθήματα ή για να τροφοδοτήσουμε μια συζήτηση αποπροσανατολιστικού χαρακτήρα σε σχέση με τα ουσιαστικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, οι πολίτες της, η οικονομία της και η κοινωνία της.

ü  Ο δεύτερος κίνδυνος στον οποίο πρέπει ν’ αναφερθώ ευθέως γιατί θεωρώ ότι είναι ιστορική μου υποχρέωση να το κάνω, είναι ο κίνδυνος να συνδεθεί το άνοιγμα μιας αναθεωρητικής διαδικασίας με τους συσχετισμούς δυνάμεων και τις διαπραγματεύσεις στις οποίες είναι αναγκασμένη να μετέχει η χώρα τόσο ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και ως κράτος σε κρίση που ζητά διεθνή θεσμική βοήθεια.
Διότι εάν η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση συνδεθεί με την τελευταία και δύσκολη φάση του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, τότε δε θα μπορέσουμε ν’ ασκήσουμε την αναθεωρητική μας εξουσία ως κυρίαρχο κράτος, αφού ούτως ή άλλως τίθεται σε αμφισβήτηση κάθε μορφής κυριαρχία μέσα στους ευρωπαϊκούς και τους διεθνείς συσχετισμούς που είναι βαθιά άνισοι και έχουν ακυρώσει στην πράξη τη θεσμική ισοτιμία των κρατών-μελών πάνω στην οποία υποτίθεται έχει οικοδομηθεί από τη δεκαετία του ’50 το όνειρο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αν κινηθεί η διαδικασία αυτή, μπορεί να τίθενται όροι που έχουν σχέση με τη διαδικασία αυτή. Και άρα ν’ αποδειχθεί η εσχάτη πλάνη, χείρων της πρώτης.

Η μόνη λοιπόν διασφάλιση απέναντι σε όλους αυτούς τους κινδύνους, είναι η αναγκαστική αναθεωρητική συναίνεση που προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα, το οποίο αποδεικνύεται σοφό στην αυστηρότητά του. Το Σύνταγμα που ζητά δυο αλλεπάλληλες Βουλές και αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον 180 επί 300 βουλευτών.

Θα ήταν όμως τραγικό λάθος να θεωρήσουμε ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε εύκολα στην ανάγκη της αναθεώρησης και αυτή να υπερψηφιστεί από 180 και πλέον βουλευτές και στη συνέχεια η δεύτερη Βουλή με απλή πλειοψηφία να μπορεί να συντελέσει στην αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτό θα ήταν το απόλυτο ιστορικό λάθος. Καμία πλειοψηφία απλή, συνήθης, κυβερνητική, η δική μας, ακόμη και αν ήταν μονοκομματική, ή μια συνεργατική πλειοψηφία, δε μπορεί να έχει το δικαίωμα αυτό. Πρέπει η αυξημένη πλειοψηφία ως εγγύηση, να διατηρηθεί για τη δεύτερη Βουλή που είναι η πραγματικά αναθεωρητική, εκεί που διαμορφώνεται κείμενο και ψηφίζεται κείμενο, όχι μια γενική κατεύθυνση ή μια γενική ιδέα.

Αυτό σημαίνει ότι στην πρώτη Βουλή, με μια διαδικασία που -θα μου επιτρέψετε τον όρο- θα διασφαλίζει το «τεχνητό offside», θα διαπιστωθεί η ανάγκη αναθεώρησης με λιγότερες των 180 ψήφων, ώστε να διατηρηθεί η εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας για τη δεύτερη Βουλή. Αυτό πρέπει να είναι το πρώτο σημείο συζήτησης και συμφωνίας μεταξύ όλων των κομμάτων του συνταγματικού τόξου.

Δεν αρκεί η συμφωνία των κομμάτων της κυβερνητικής συνεργασίας, απαιτείται συζήτηση και συμφωνία στο μέγιστο δυνατό βαθμό όλου του συνταγματικού τόξου και φυσικά ενεργός συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας, των θεσμών και της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών.

 

Τα βασικά πεδία της επόμενης αναθεώρησης

Εάν τώρα θέλουμε ν’ ανοίξουμε -και ανοίγουμε και ως ΠΑΣΟΚ- τη συζήτηση αυτή εντοπίζοντας τα βασικά πεδία της επόμενης αναθεώρησης, θα λέγαμε, έχοντας πλήρη συνείδηση των κινδύνων και της ιστορικότητας της περιόδου, ότι στο πιο σημαντικό πεδίο, το ανυπολόγιστα σημαντικότερο πεδίο που είναι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αυτό που χρειάζεται το Σύνταγμά μας όπως ισχύει κι εφαρμόζεται είναι κάτι πολύ λίγο.

  • Είναι πολύ μεγαλύτερος ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ζημία από άτεχνες ή πολιτικά εφαλμένες ή συγκυριακές παρεμβάσεις, παρά από το να μείνει το κείμενο όπως έχει. Εάν όμως θέλαμε να κάνουμε μια παρέμβαση ουσίας, τότε η παρέμβαση αυτή στοάρθρο 25 που είναι κατά τη γνώμη μου και το μεγάλο κεκτημένο της αναθεώρησης του 2001, είναι να προστεθεί ρητά η ρήτρα σύμφωνης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών συνταγματικών διατάξεων εκτός και αν αυτές παρέχουν μεγαλύτερη προστασία. Γιατί και αυτό μπορεί να έχει συμβεί.
    Έτσι, εναρμονιζόμαστε με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καλύπτουμε ερμηνευτικά κενά, ολοκληρώνουμε το σύστημα προστασίας και φυσικά κινούμαστε στο υψηλότερο ευρωπαϊκό επίπεδο προδιαγραφών ως προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
  • Από κει και πέρα υπάρχουν κάποια επιμέρους θέματα στα οποία το Σύνταγμα πρέπει ν’ αναπτύξει και την προτρεπτική, συμβολική, παιδαγωγική και ηθική του διάσταση. Το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, πρέπει τώρα να προστεθεί ρητά γιατί πράγματι το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής, το πρόβλημα της φτώχιας και μάλιστα της ακραίας φτώχιας, είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα. Και δημοσιονομικά, ο μηχανισμός αυτός μπορεί να λειτουργήσει με λελογισμένο κόστος, εστιασμένος εκεί που πραγματικά υπάρχει ανάγκη, στο πεδίο, με τη βοήθεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
  • Το Σύνταγμά μας, όπως και όλα τα ευρωπαϊκά Συντάγματα, αναφέρεται πάρα πολύ στο φαινόμενο της εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις. Αλλά τώρα χρειαζόμαστε, δυστυχώς μια ρητή αναφορά όχι στο στόχο της πλήρους απασχόλησης που κατά έναν παράδοξο τρόπο είναι στόχος της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ αλλά όχι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που έχει ως μόνο καταστατικό στόχο τη σταθερότητα των τιμών. Ο στόχος πρέπει να είναι τώρα, όχι λοιπόν η πλήρης απασχόληση που είναι ένας στόχος οικονομικής πολιτικής, αλλά η συνταγματικά επιβεβλημένη προστασία των ανέργων.
  • Στην ίδια λογική, αξίζει να προστεθεί μία συνταγματική διάταξη για τον εθελοντισμό.
  • Πρέπει  επίσης να λυθεί το ζήτημα των μη κερδοσκοπικών, μη κρατικών Πανεπιστημίων γιατί στην πραγματικότητα το άρθρο 16 του Συντάγματος τώρα δεν αντικρίζεται στη νομοθεσία μας η οποία κινείται με έρεισμα το Κοινοτικό Δίκαιο πολύ πέραν του πεδίου του άρθρου 16 και άρα εκεί υπάρχει μια προφανής αναντιστοιχία εθνικής συνταγματικής τάξης, κοινοτικής τάξης και εθνικής κοινής νομοθεσίας.
  • Και ως προς τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας, που είναι ένα διαρκώς επανερχόμενο ζήτημα, νομίζω ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να πούμε την αλήθεια, να πούμε ποια είναι η ερμηνεία που έχει επικρατήσει και το αληθές περιεχόμενο του Συντάγματός μας. Να πούμε ότι οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας δεν επηρεάζουν σε τίποτα και δεν πρέπει να επηρεάζουν την απόλυτα κατοχυρωμένη για όλους θρησκευτική ελευθερία. Αλλά ότι οι σχετικές ρυθμίσεις, που πρέπει να υπάρχουν για λόγους ιστορικούς, αφορούν τελείως διαφορετικά πράγματα, δηλαδή τη συνταγματική κατοχύρωση της θέσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη συνταγματική κατοχύρωση των σχέσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδος. Μην ξεχνάμε ότι κάτι αντίστοιχο ισχύει ούτως ή άλλως με το συνταγματικό καθεστώς του Αγίου Όρους. Αυτές είναι λοιπόν οργανωτικού χαρακτήρα διατάξεις που υπάρχουν στο Σύνταγμά μας για λόγους εξωτερικής πολιτικής και ιστορίας και δεν έχουν να κάνουν με τη θρησκευτική ελευθερία.
  • Το δεύτερο ζήτημα, το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο είναι η στάση μας απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική, στο φαινόμενο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η κρίση στην Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνον με περισσότερη Ευρώπη, άρα η Ελλάδα συνταγματικά πρέπει να τοποθετηθεί υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής.
  • Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στο ερώτημα της μετατροπής του δημοσιονομικού κανόνα, δηλαδή του ισοσκελισμένου, του μη ελλειμματικού προϋπολογισμού ως συνταγματικού κανόνα. Και αυτό βεβαίως λειτουργεί ως ένας μηχανισμός έγκαιρης θεσμικής προειδοποίησης για να αποφευχθεί η επανάληψη των τραγικών εμπειριών που έχουμε ζήσει. Πρέπει λοιπόν πράγματι το Σύνταγμα να μην επιτρέπει την επανάληψη της άγνοιας ή της δήθεν άγνοιας στα θέματα αυτά, πρέπει να είναι προειδοποιημένο το πολιτικό σύστημα, πρέπει να είναι προειδοποιημένη η οικονομία, η κοινωνία, ο πολίτης, για το τι συμβαίνει πράγματι στη δημοσιονομική διαχείριση.
  • Στους θεσμούς, αρχίζοντας από το εκλογικό σώμα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ζήτημα του εκλογικού συστήματος πρέπει να είναι το πρώτο που θα τεθεί στο τραπέζι της συζήτησης, γιατί πρέπει η χώρα να ξεφύγει από τη σφιχτή και επικίνδυνη αγκαλιά μιας τεχνητής πόλωσης η οποία αναπαράγεται δημοσκοπικά, η οποία κινείται ούτως ή άλλως σε μεσαία επίπεδα, η οποία εκβιάζει τις συμπεριφορές και η οποία δεν οδηγεί σε καμία προοπτική πραγματικά τον τόπο μας.
    Άρα χρειαζόμαστε μια συζήτηση η οποία θα μας οδηγήσει σε επιλογές ει δυνατόν συνταγματικά κατοχυρωμένες ή πάντως επιλογές, που μπορούν να πάρουν τη μορφή νόμου, αν δεν υπάρχει αυξημένη πλειοψηφία, έστω για τις μεθεπόμενες εκλογές, οι οποίες θα δίνουν λύση στο ζήτημα της κυβερνητικής σταθερότητας αλλά και λύση στο απαράδεκτο και επικίνδυνο φαινόμενα της τεχνητής πόλωσης, η οποία δεν εκφράζει πολωμένα ποσοστά αλλά εκφράζει αμηχανία.
  • Το ζήτημα της μετα-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας άρα και των θεσμών ουσιαστικής και άμεσης συμμετοχής των πολιτών ξέρετε ότι με απασχολεί χρόνια, όπως απασχολεί όλους όσοι ασχολούνται με τα ζητήματα του Συντάγματος, του κράτους και της πολιτικής. Και σίγουρα πρέπει να υπάρχει ένας οργανωμένος θεσμός δημοψηφίσματος στη χώρα μας, αλλά μεταξύ των θεσμών άμεσης δημοκρατίας η προτίμησή μου στρέφεται καθαρά υπέρ της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας και όχι υπέρ του δημοψηφίσματος τόσο.
    Βεβαίως και το δημοψήφισμα είναι ένας αναντικατάστατος δημοκρατικός θεσμός, αλλά ο θεσμός που πράγματι επιτρέπει στον πολίτη να εκφραστεί, στον πολίτη να πιέσει, αλλά και στο Κοινοβούλιο να λάβει την τελική απόφαση μετά από σοβαρή ώριμη επεξεργασία, είναι ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας που επιτρέπει και τον ουσιαστικό θεσμικό διάλογο του Κοινοβουλίου με τις κοινωνικές ομάδες, με την κοινωνία των πολιτών, άρα χρειάζεται πολύ μεγάλη ενθάρρυνση του θεσμού της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.
  • Το ζήτημα δεν είναι να μπει η Ελλάδα σε συζήτηση αν πρέπει το Σύνταγμα να προβλέπει ρητά απαγόρευση ή όχι των πολιτικών κομμάτων για να αντιμετωπίσουμε το πιο προκλητικό ναζιστικό κόμμα στην Ευρώπη, που είναι η Χρυσή Αυγή. Το ζήτημα είναι να το κάνουμε -και πρέπει να το κάνουμε χρησιμοποιώντας το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, το αυξημένο πλαίσιο που πρέπει να υπάρξει- στο επίπεδο της ποινικής νομοθεσίας. Ο Κανονισμός της Βουλής, αλλά και το Σύνταγμα, πρέπει να καταδικάζει τα αντιδημοκρατικά και αντικοινοβουλευτικά κόμματα και φυσικά πρέπει να καταδικάζει τα ναζιστικά κόμματα, τα κόμματα που υιοθετούν αρχές που στρέφονται κατά της ανθρωπότητας.
    Το λέω αυτό γιατί δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα, το ελληνικό θεσμικό σύστημα, να εμφανίζεται λιγότερο ευαίσθητο από ό,τι είναι το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση, λιγότερο ευαίσθητο από ό,τι είναι το αμερικανικό Κογκρέσο, λιγότερο ευαίσθητο από ό,τι είναι όλα τα σημαντικά ανεξάρτητα όργανα όπως ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ή ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης.
    Το πρώτο θέμα συζήτησης για την Ελλάδα στο εξωτερικό δεν είναι τώρα η οικονομική κρίση καθεαυτή, είναι το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής και δεν πιστεύω ότι οι δημοσκοπικοί οπαδοί της Χρυσής Αυγής είναι οπαδοί των ναζιστικών απόψεων της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής.
    Έχουμε μία προκλητική ναζιστική αντιδημοκρατική αντικοινοβουλευτική ηγεσία, έχουμε ψηφοφόρους που εξέφρασαν τον Ιούνιο του 2012 τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα και την απόγνωσή τους σε σχέση με την κρίση, έχουμε δημοσκοπικές δηλώσεις υποστήριξης του κόμματος αυτού οι οποίες στην πραγματικότητα στέλνουν μηνύματα στο πολιτικό σύστημα, δεν ταυτίζουμε ούτε τα εκλογικά ούτε τα δημοσκοπικά ποσοστά του κόμματος αυτού με την ηγεσία, αλλά η καταδίκη μας για τις απόψεις τις επίσημες της ηγετικής ομάδας πρέπει να είναι καθαρή.
  • Και βέβαια όλα όσα σχετίζονται με τα οικονομικά των κομμάτων και των πολιτικών προσώπων πρέπει να οργανωθούν σε τελείως διαφορετική βάση, πέρα από τη Βουλή και τις κομματικές σχέσεις, με τρόπο αξιόπιστο και αποτελεσματικό. Και επαναλαμβάνω πολλές φορές ότι αν δεν τεθούν συνταγματικά και νομοθετικά όρια σε κατηγορίες δαπανών δεν πρόκειται να ελεγχθούν τα οικονομικά των κομμάτων και των πολιτικών προσώπων. Ο έλεγχος δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματικά στα έσοδα, ο έλεγχος μπορεί να γίνει αποτελεσματικά στις δαπάνες, το ίδιο ισχύει τηρουμένων των αναλογιών και για τη λειτουργία της Βουλής και για το θεσμικό καθεστώς των Βουλευτών.
  • Όλα όσα είπα για το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δίνουν απάντηση και στα όρια της βουλευτικής ασυλίας που έχει απασχολήσει πολλές φορές το Στρασβούργο και ήδη η πρακτική της Βουλής είναι τελείως διαφορετική τώρα από ό,τι ήταν πριν από μερικά χρόνια. Άρα ιδού η απόδειξη ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ συνταγματικό.
  • Και χρειάζεται φυσικά πολύ μεγάλες τομές και στον νομοθετικό έργο και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, χρειάζονται ουσιαστικές μεταπλειοψηφικές εγγυήσεις. Με απλές πλειοψηφίες δεν μπορείς να πάρεις αποφάσεις οι οποίες είναι κοινωνικά αποδεκτές και αυτό πρέπει να αποτυπώνεται στον τρόπο άσκησης της νομοθετικής εξουσίας. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος δεν μπορεί να μείνει αγκιστρωμένος στους έως τώρα γνωστούς θεσμούς. Η Εξεταστική Επιτροπή στην Ελλάδα λειτουργεί σχεδόν ως προανακριτική επιτροπή, είναι το προανάκρουσμα μιας δικαστικής διαδικασίας. Πρέπει να λειτουργούν νέοι θεσμοί κοινοβουλευτικού ελέγχου, στα χέρια ατομικά των βουλευτών ή συλλογικά Κοινοβουλευτικών Επιτροπών. Αλλά αυτό πρέπει να γίνεται με άλλους όρους, όχι δραματοποιημένους όρους πολιτικής έντασης. Πρέπει να γίνεται με τρόπο που επιτρέπει τον διαρκή καθημερινό έλεγχο μέσω όλων των μέσων άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Ο οποίος πρέπει να διεξάγεται όχι μόνον στην Ολομέλεια αλλά και στις Επιτροπές της Βουλής.
  • Και χρειάζεται άλλος τύπος διερευνητικών επιτροπών, οι οποίες παρακολουθούν διαρκώς και σε βάθος όλα τα αντικείμενα, άρα χρειάζεται μία τελείως διαφορετική δομή των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών.
  • Όπως χρειάζεται και συνταγματική διάταξη για την ψήφιση και παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, κατά τα πιο προωθημένα διεθνή πρότυπα και για τον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό. Την πιο ιστορική, την πιο σημαντική του αρμοδιότητα το Κοινοβούλιο δεν την ασκεί στην πραγματικότητα.
    Η ιστορικά πρώτη αρμοδιότητα ήταν η ψήφιση του προϋπολογισμού και η επιβολή βεβαίως των φόρων, δηλαδή στην πραγματικότητα η δημοσιονομική και φορολογική αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου. Είναι τα δύο σημεία στα οποία στην πραγματικότητα έχει πλήρως απονευρωθεί η κοινοβουλευτική αρμοδιότητα. Άρα εάν θέλουμε να αναζωογονήσουμε τον κοινοβουλευτισμό, πρέπει να ξεκινήσουμε από τις δυο πρωταρχικές αρμοδιότητες που είναι η δημοσιονομική και η φορολογική.
  • Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μια από τις αποτυχίες της μεγάλης προσπάθειας της περιόδου 1996 – 2001 είναι ότι δεν μπορέσαμε να συμφωνήσουμε σε μια αναθεωρημένη διατύπωση της σχετικής διάταξης που θα αποσυνδέει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από την απειλή διάλυσης της Βουλής. Αυτό πρέπει να γίνει και μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Δεν έχουμε ταμπού απέναντι σε κανέναν. Μπορεί να είναι η άμεση εκλογή, μπορεί να είναι το διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα με εκπροσώπους αναγκαστικά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μπορεί να είναι η εκλογή από την απλή πλειοψηφία. Όλα ισχύουν σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα, όλα αποδίδουν αποτέλεσμα.
    Η εκβιαστική διάλυση της Βουλής αλλοιώνει το θεσμό και της διάλυσης και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Και είναι ένα κατάλοιπο μιας άλλης ανάγνωσης ημιπροεδρικής του Συντάγματος που είχε μείνει ανοιχτή το 1975 και δυστυχώς δεν έκλεισε το 1986.
    Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πράγματι πρέπει να ενισχυθεί με κάποιες αρμοδιότητες τώρα μετά από τα βιώματα της κρίσης. Οι αρμοδιότητες αυτές όμως είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που είχε και καταργήθηκαν το 1986. Αναφέρομαι σε αρμοδιότητες σχετικά με την δικαστική εξουσία, σχετικά με τις ανεξάρτητες αρχές και σχετικά με ένα αναβαθμισμένο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής που πρέπει να αποκτήσει η χώρα μας υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας.
    Σε αυτά τα τρία πεδία, δικαστική εξουσία, ανεξάρτητες αρχές και συναίνεση στα εθνικά θέματα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί πράγματι να παίξει δημοκρατικά ευεργετικό ρόλο χωρίς να θεωρηθεί ότι εμπλέκεται στον κομματικό ανταγωνισμό.
  • Διάλυση της Βουλής. Βεβαίως και πρέπει να πάμε σε σοβαρή αυστηροποίηση των προϋποθέσεων. Αν όμως η πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή η δεδηλωμένη επιθυμεί τη διάλυση, το να την αναγκάσεις να παραμείνει θα οδηγήσει σε παθογένειες και συγκρούσεις. Άρα, πρέπει πράγματι η απόλυτη τουλάχιστον πλειοψηφία της Βουλής να έχει το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής, αλλιώς δημιουργούνται θεσμικές παρενέργειες ανυπολόγιστες στον διορισμό της κυβέρνησης που είναι ρυθμισμένος με βάση στην πραγματικότητα το μοντέλο του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, των μονοκομματικών κυβερνήσεων πλειοψηφίας.
  • Πρέπει το Σύνταγμα να ανοίξει το μοντέλο του συνεργατικού κοινοβουλευτισμού, αλλά πρέπει οι διαδικασίες να γίνονται πάντα με ταχύτητα, διαφάνεια και απόλυτο σεβασμό στην αρχή της δεδηλωμένης και άρα της διαπλαστικής πρωτοβουλίας των κομμάτων, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να λειτουργεί εγγυητικά, υποβοηθητικά, θεσμικά. Η εκδοχή του συνεργατικού κοινοβουλευτισμού, μέσα στον οποίο θα πορευτούμε για πάρα-πάρα πολλά χρόνια και μέσα στον οποίο πορεύεται σχεδόν όλη η Ευρώπη (με εξαίρεση τα ημιπροεδρικά συστήματα διακυβέρνησης, όπως το γαλλικό, αλλά και εκεί υπάρχει το φαινόμενο της συγκατοίκησης όταν μεσολαβούν βουλευτικές εκλογές οι οποίες δίνουν άλλο πολιτικό αποτέλεσμα). Η εκδοχή του συνεργατικού κοινοβουλευτισμού, πρέπει να επηρεάσει και τη νέα διατύπωση των διατάξεων περί κυβέρνησης.
  • Στο δε μείζον εκ των πραγμάτων, για λόγους ηθικούς και συμβολικούς, ζήτημα της ευθύνης των υπουργών, νομίζω ότι πρέπει να αφομοιώσουμε όλες τις εμπειρίες. Δεν μπορεί να επαναληφθεί το φαινόμενο της προκαταρκτικής επιτροπής. Αυτό που εμφανίστηκε στα μάτια των πολιτών τους προηγούμενους μήνες. Δεν είναι μια θεσμικά σοβαρή και αξιόπιστη κατάσταση. Άρα βεβαίως πρέπει να απαιτείται άδεια της Βουλής, αλλά πέρα από τη φάση της Εξεταστικής Επιτροπής που είναι προκαταρκτική φάση, φάση εκτός ποινικής διαδικασίας, όλο το δικαστικό μέρος και όλη η ποινική προδικασία, πρέπει να διεξάγεται δικαστικά, γιατί μόνο έτσι αποκτά αξιοπιστία το σύστημα.
    Από την άλλη μεριά η θεωρία που λέει ότι δεν περιβάλλεται από καμία εγγύηση ο Υπουργός, καθιστά τη χώρα ακυβέρνητη. Άλλωστε απεδείχθη στην πράξη και το βλέπουμε, το ζούμε την περίοδο αυτή, ότι όταν υπάρχει έγκλημα που αφορά το δημόσιο χρήμα, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός από το Σύνταγμα και το νόμο περί ευθύνης υπουργών. Διότι υπάρχουν οι κοινές διατάξεις οι οποίες ενεργοποιούνται και οι οποίες οδηγούν σε ποινικό έλεγχο και σε ποινική τιμωρία. Άρα ποιο είναι το θέμα; Να ελεγχθεί ποινικά η πολιτική συμπεριφορά. Εκεί περιορίζεται το ζήτημα της ποινικής ευθύνης, στον ποινικό έλεγχο, πολιτικών αποφάσεων. Διότι όταν  υπάρχει δωροδοκία, ξέπλυμα, υπάρχει μια αμιγώς ποινική διάσταση, έχει αποδειχθεί ότι είναι σωστή η ερμηνεία που έλεγε ότι δεν φταίει σε τίποτα η διάταξη περί ποινικής ευθύνης των υπουργών, επιλαμβάνονται τα κοινά δικαστήρια, χωρίς καμία παραγραφή, χωρίς κανένα πρόβλημα.
    Άρα αυτό που μένει είναι το ζήτημα της πολιτικής εκτίμησης και της πολιτικής σύγκρουσης μεταξύ των κομμάτων που εναλλάσσονται στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία και θέλουν να δώσουν ποινικό χαρακτήρα σε πολιτικές πράξεις ή παραλείψεις. Ναι, αυτό πρέπει να τελεί υπό την εγγύηση της Βουλής. Αν και πάλι υπάρξει πρόβλημα ποινικό, αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί από τη δικαιοσύνη και στη φάση της προδικασίας.
  • Εκεί που ο κοινός νομοθέτης έχει δεμένα τα χέρια του και χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος, είναι κυρίως στα θέματα της δικαιοσύνης, όπως ξέρετε. Στην επιλογή της ηγεσίας δεν έχουμε μπορέσει ακόμη να ισορροπήσουμε πλήρως. Ακόμη και η νέα νομοθετική πρόβλεψη για ακρόαση των προτεινομένων προς επιλογή από τη διάσκεψη των Προέδρων, δεν έχει λειτουργήσει στην πράξη αποτελεσματικά. Άρα πρέπει η αναθεώρηση να οργανώσει διαφορετικά το ζήτημα της επιλογής με τη συμμετοχή της Βουλής, αλλά με σαφώς προσδιορισμένα κριτήρια και επί της αρχής σεβασμό βεβαίως της ιεραρχικής θέσης των δικαστών και της επετηρίδας, όχι ως απαράβατου κανόνα, αλλά ως μια παραμέτρου που πρέπει κι αυτή να λαμβάνεται υπόψη. Αλλά σίγουρα πρέπει να οργανωθεί και να  αναβαθμιστεί ο ρόλος της Βουλής και η σχέση της Βουλής με την δικαστική εξουσία, γιατί είχαμε κι εκεί πάρα  πολλά προβλήματα και δικαστική αμφισβήτηση της αρμοδιότητας της Βουλής να επιλαμβάνεται.
  • Το ίδιο αφορά και τις αποδοχές των δικαστών. Πρέπει να ξαναδούμε το ζήτημα του Ειδικού Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας με ειδική σύνθεση κατά το άρθρο 88, όπως λέμε, το οποίο δεν νομίζω ότι κινήθηκε στο επίπεδο που περιμέναμε.
  • Το μεγάλο όμως θέμα που αφορά τον κόσμο, την ανάπτυξη της χώρας, τις επενδύσεις, την ασφάλεια δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών, το κοινωνικό κράτος, τη λειτουργία της οικονομίας, είναι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Δεν είναι δυνατόν να έχουμε τέτοια προβλήματα στη χώρα μας τα οποία σε άλλες χώρες αντιμετωπίζονται με πολύ μεγάλη ταχύτητα, με οριστικό τρόπο, ανεπίδεκτο αμφισβητήσεων. Άρα δεν τοποθετούμε στο ζήτημα ποιο όργανο είναι αρμόδιο να ασκεί τον έλεγχο, αν θα είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ένα Συνταγματικό Δικαστήριο επιλεγόμενο με κάποιο τρόπο, οι ολομέλειες των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων. Το θεωρώ τελείως δευτερεύον το ζήτημα αυτό και μπορούμε να το συζητήσουμε στη συζήτηση μεταξύ των κομμάτων, των επιστημόνων και των θεσμών.
    Το βέβαιο είναι ότι ο έλεγχος πρέπει να είναι και διάχυτος και συγκεντρωτικός. Ποιος είπε ότι ο έλεγχος είναι ή το ένα ή το άλλο; Ο έλεγχος είναι διάχυτος. Κάθε δικαστήριο, κάθε βαθμού και κάθε δικαιοδοσίας ασκεί έλεγχο, αλλά ο έλεγχος συγκεντρώνεται. Εδώ συγκεντρώνονται μέσω της πιλοτικής και της πρότυπης δίκης άλλα ζητήματα στα Ανώτατα Δικαστήρια. Δεν θα συγκεντρωθεί το ζήτημα του ελέγχου της συνταγματικότητας;
    Ο έλεγχος μπορεί συνεπώς να είναι και συγκεντρωτικός και προληπτικός και ευθύς και αφηρημένος. Βεβαίως θα είναι και διάχυτος και παρεμπίπτων και συγκεκριμένος όπως είναι τώρα, αλλά πρέπει να υπάρχει και ένα παράλληλο σύστημα το οποίο θα λύνει τα μεγάλα θέματα.
    Άρα αυτό το ζήτημα δεν ταυτίζεται με τη θέσπιση του συνταγματικού δικαστηρίου και δεν ταυτίζεται και με το ερώτημα αν το συνταγματικό δικαστήριο μπορεί να ελέγχει πολιτικά ζητήματα, τις σχέσεις μεταξύ των οργάνων του κράτους, τη λειτουργία της Βουλής κ.ο.κ., τη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης σε πάρα πολλά θέματα. Δεν το θεωρώ αυτό σημαντικό. Σημαντικό θεωρώ να μπορούν να λύνονται οι αβεβαιότητες, να αίρονται οι αβεβαιότητες, η χώρα να προχωρά, να μην παρακωλύεται η ανασυγκρότηση της οικονομίας, να μην υπάρχει κενό στο αίσθημα ασφάλειας δικαίου και αυτό νομίζω ότι πρέπει να διασφαλιστεί με την εισαγωγή αυτού του συστήματος.
    Η εκτίμηση που ακούσατε από τους εισηγητές προηγουμένως, που έχει διατυπωθεί επιστημονικά, είναι ότι τώρα είμαστε μέσα στην Ευρώπη και άρα δεν χρειάζεται να έχουμε και Συνταγματικό Δικαστήριο. Το σύνολο των χωρών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έχουν Συνταγματικά Δικαστήρια.
    Το γεγονός ότι κάθε κοινό δικαστήριο μπορεί να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνει ακριβώς ότι λειτουργεί το σύστημα της συγκέντρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, άρα η ύπαρξη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δε λύνει θέματα συνταγματικότητας για πάρα πολλά άλλα πράγματα. Άλλωστε εδώ δεν έχει μπορέσει να λυθεί η σχέση μεταξύ του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου και του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ακόμη, κατά μείζονα λόγω δεν μπορούν να λυθούν τα θέματα αυτά σε επίπεδο εθνικής έννομης τάξης.
  • Στα θέματα διοίκησης και αυτοδιοίκησης ότι μας απασχολεί για την ανάγκη να αποκτήσουμε κανονικό κράτος πρέπει να αντιμετωπιστεί και συνταγματικά. Άρα η μονιμότητα είναι μονιμότητα, η οργανική θέση είναι οργανική θέση. Όμως όλα όσα έχουμε πει για την κινητικότητα, όλα όσα έχουμε πει για τον βαθύ θεσμικό εκσυγχρονισμό του κράτους πρέπει να μην παρακωλύονται συνταγματικά και το ίδιο αφορά φυσικά και τα ζητήματα αξιοκρατίας και αξιολόγησης. Άρα όλη αυτή η αντίληψη που γίνεται δεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας πρέπει να αποτυπωθεί στις νέες διατυπώσεις του άρθρου 103 του Συντάγματος.
  • Το ίδιο και ο θεσμικός ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ναι, έχουμε κάνει πολύ μεγάλες τομές το 2001, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι προκύπτουν προβλήματα όχι συνταγματικά. Δεν είναι συνταγματικό πρόβλημα ούτε οι αρμοδιότητες, ούτε οι πόροι, ούτε τα όρια της εποπτείας. Αλλά αφ’ ης στιγμής υπάρχει στην πράξη ένα ζήτημα και μια ανοιχτή συζήτηση φυσικά μια διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος είναι υποχρεωμένη να το αντιμετωπίσει και να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτήν.

Αυτές είναι κατά τη γνώμη μου οι μεγάλες ανάγκες του θεσμικού εκσυγχρονισμού της χώρας μας. Θεωρώ ότι είναι παλιοκαιρίσιο, είναι δείγμα ενός κομματικού υπερπατριωτισμού, βολονταρισμού και μιας αλαζονείας το να διατυπώνουν πλέον τα κόμματα μεμονωμένες και ολοκληρωμένες πλατφόρμες αναθεώρησης του Συντάγματος.

Δεν είναι ζήτημα κομματικό και πολύ περισσότερο ζήτημα μονοκομματικό η αναθεώρηση του Συντάγματος. Χρειαζόμαστε μεγάλες συμφωνίες και συναινέσεις, χρειαζόμαστε διαθεσμικές συμφωνίες, χρειαζόμαστε μεταπλειοψηφικές νοοτροπίες και εγγυήσεις, πρέπει να μπορέσουμε να συζητήσουμε.

Δυστυχώς, το επίπεδο του πολιτικού μας πολιτισμού στο 39ο έτος της μεταπολίτευσης έχει  υποβαθμιστεί δραματικά, οι σχέσεις μεταξύ κυβερνητικής πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης έχουν οξυνθεί, υπάρχει στη φαντασία πολλών ένα οιονεί εμφυλιοπολεμικό κλίμα στις σχέσεις μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης.

Η τεχνητή συγκυριακή διαίρεση μεταξύ δήθεν φιλομνημονιακών και δήθεν αντιμνημονιακών δυνάμεων, αλλοιώνει τα πάντα, αλλοιώνει τη μνήμη, αλλοιώνει τις αξίες, αλλοιώνει τις μεγάλες πολιτικές διαιρέσεις, αλλοιώνει τις ιδεολογικές τομές, συγκαλύπτει αντιφάσεις, συγκαλύπτει κομματικές τερατογεννέσεις.

Άρα, πρέπει να μπορέσουμε να ξαναμιλήσουμε δημοκρατικά, υπεύθυνα, συναινετικά, ιστορικά, διορατικά. Γι αυτό εμείς μπαίνουμε στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, με αυτή τη διάθεση, λέγοντας τι πρέπει να αποφευχθεί, τι πρέπει να προστατευθεί.

Και είμαστε ανοιχτοί σε όλες τις ιδέες έχοντας υπόψιν μας αρχές που πρέπει να διέπουν ένα σύγχρονο δημοκρατικό κανονικό κράτος στην υπηρεσία του πολίτη και του γενικού συμφέροντος.

Σας ευχαριστώ. 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΠεριβάλλον | Οικολογία | Πράσινη ανάπτυξηΕκφασισμός | ΝεοναζισμόςΠολιτικές Ομιλίες, 2013Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2013