Μαγιόρκα, Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Παρέμβαση του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Βενιζέλου στη συνάντηση των ΥΠΕΞ της ΕΕ
με θέμα "Το Μέλλον της Ευρώπης"

Μετά από έξι χρόνια κρίσης, με πολλές χώρες της σε ύφεση και ανεργία, το μεγάλο πολιτικό ζήτημα που αντιμετωπίζει η ΕΕ είναι η αποδόμηση της κλασικής ιστορικής αφήγησης για την Ευρώπη. Η αφήγηση αυτή βασιζόταν επί δεκαετίες στην ευθύγραμμη εξέλιξη της Ιστορίας από το καλό στο καλύτερο, στην ευημερία, στο υψηλό επίπεδο ζωής, στις εγγυήσεις του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, τη Δημοκρατία, τον πολιτισμό, την ποιότητα, την ανταγωνιστικότητα.

Τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε νέες μορφές και νέα κύματα ευρωσκεπτικισμού σχεδόν σε όλες τις χώρες. Άρα, θα πρέπει να παρουσιάσουμε στις κοινωνίες μας μια νέα ατζέντα, μια νέα αφήγηση, η οποία να είναι ρεαλιστική, συγκεκριμένη και ελκυστική.

Συνεπώς, το μεγάλο πρόβλημα της ΕΕ και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν είναι θεσμικό, αλλά πολιτικό και -θα έλεγα- περισσότερο αξιακό και διανοητικό. Αφορά τον τρόπο που σκεπτόμαστε γύρω από τα θέματα αυτά.

Υπάρχει βεβαίως και η θεσμική διάσταση, όχι στις λεπτομέρειές της, αλλά στο γεγονός ότι υπάρχουν δύο θεσμικοί κόσμοι: Ο θεσμικός κόσμος που περιγράφει η Συνθήκη της Λισαβόνας, με τις αυξημένες αρμοδιότητες του Ευρωκοινοβουλίου, το ρόλο της Επιτροπής και του Συμβουλίου, και ο πραγματικός θεσμικός κόσμος της Ευρωζώνης, του Eurogroup, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, των γρήγορων, πιεστικών, διακυβερνητικών αποφάσεων προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανακύκλωση της κρίσης.

Αυτό οδηγεί σε μεγάλες θεσμικές αλλοιώσεις: Επιβάλλει τη διακυβερνητική μέθοδο, μειώνει τον ρόλο της Επιτροπής, φέρνει το ΔΝΤ στο επίκεντρο της ζωής της Ευρώπης κατά τρόπο αντίστοιχο με την παρουσία του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη για τα θέματα ασφάλειας και άμυνας.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ακυρώνεται η βασική έννοια της θεσμικής ισοτιμίας των κρατών-μελών, πάνω στην οποία οικοδομείται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Τώρα υπάρχουν κραυγαλέες ανισότητες. Υπάρχουν κυβερνήσεις που αποφασίζουν και κυβερνήσεις που είναι υποχρεωμένες να εκτελέσουν εντολές για να σωθούν οι χώρες τους. Υπάρχουν κυβερνήσεις που ανήκουν στον σκληρό πυρήνα των "ενάρετων" χωρών και κυβερνήσεις που ανήκουν στην περιφέρεια των "άσωτων" χωρών. Υπάρχουν δανειστές και δανειζόμενοι. Υπάρχουν αυτοί που απολογούνται στα Κοινοβούλια και τους λαούς τους, αλλά τελικά νιώθουν ότι έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν και για άλλες χώρες. Και υπάρχουν και κυβερνήσεις που νιώθουν ότι έχουν χάσει ένα μεγάλο μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας, χωρίς κάποιες εγγυήσεις.

Αυτό το ζήτημα πρέπει να τεθεί καθαρά στη συζήτηση και να βρεθούν λύσεις που δίνουν απάντηση στα μεγάλα πρακτικά προβλήματα, όπως είναι για παράδειγμα, η διαφορά των επιτοκίων από χώρα σε χώρα, στοιχείο το οποίο τελικά αλλοιώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρών και μεσαίων, στο εσωτερικό της Ευρώπης, ή όπως οι μεγάλες διαφορές στο κόστος ενέργειας που είναι καθοριστικές για το επίπεδο ανταγωνιστικότητας της μεταποίησης.

Είναι, επίσης, προφανές ότι πρέπει να μιλήσουμε με ανοιχτό και ειλικρινή τρόπο για τις ευρωατλαντικές σχέσεις, για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται πλέον η σχέση ΕΕ-ΗΠΑ σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στη χρηματοοικονομική σφαίρα, αλλά φυσικά και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, όπως φαίνεται και από τις τελευταίες εξελίξεις σε ό,τι αφορά στην κρίση στον αραβικό κόσμο και στην ειρηνευτική προσπάθεια στη Μέση Ανατολή.

Συνεπώς, αυτό που χρειάζεται είναι να ξαναμιλήσουμε με πολιτικούς όρους, να επαναπολιτικοποιήσουμε τη συζήτηση αυτή.

Στην Ευρώπη συμβαίνει το εξής παράξενο: Υπάρχει, στο πιο αφηρημένο επίπεδο, αρκετά ευρεία συμφωνία για το όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και για ορισμένες πάρα πολύ γενικές έννοιες, όπως είναι η ειρήνη και σταθερότητα, ή η κοινή μοίρα. Υπάρχουν, από την άλλη πλευρά, πολύ συγκεκριμένες δραστηριότητες στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, τεχνικό και γραφειοκρατικό, πάρα πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο οδηγιών, κανονισμών, αποφάσεων. Αλλά στο ενδιάμεσο, υπάρχει η πραγματικότητα των κοινωνιών και οι αγωνίες των Ευρωπαίων πολιτών, στις οποίες πρέπει να δώσουμε μια απάντηση.

Κι αυτό αφορά όλα τα πολιτικά κόμματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, γιατί όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι, ακόμα και μετά τις επόμενες ευρωπαϊκές εκλογές, ανεξαρτήτως του συσχετισμού, θα υπάρξει πάλι ένας μεγάλος συνασπισμός, ο οποίος θα κληθεί να σηκώσει το βάρος των αποφάσεων. Άρα, υπάρχει μια κοινή ευθύνη των πολιτικών οικογενειών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Tags: Περιβάλλον | Οικολογία | Πράσινη ανάπτυξηΕξωτερική ΠολιτικήΕυρωπαϊκή ΈνωσηΠολιτικές Ομιλίες, 2013Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2013