Αθήνα, 17 Ιουλίου 2013


Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ,
στην εκδήλωση του ΙΣΤΑΜΕ
«Ετοιμάζοντας την επόμενη ημέρα: η Ελλάδα μετά το μνημόνιο»


Κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,  σας ευχαριστώ για την παρουσία σας. Και ευχαριστώ το ΙΣΤΑΜΕ και τον Χρήστο Δερβένη για τη θερμή υποδοχή και την ευκαιρία που μου δίνει να πω δυο λόγια, καλωσορίζοντας ένα πολύ καλό μου φίλο, τον Daniel Cohen, που είναι ο κεντρικός εισηγητής της σημερινής εκδήλωσης.

Με τον Daniel Cohen συμπορευτήκαμε σε μια πάρα πολύ κρίσιμη φάση της ελληνικής οικονομίας τα προηγούμενα χρόνια, στη φάση της σκληρής διαπραγμάτευσης για τη δραστική μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, για την ελάφρυνση των επομένων γενεών Ελληνίδων και Ελλήνων.

Η επιστημονική του βοήθεια, η πίστη στο εγχείρημα αυτό, τον ανάδειξε σε ένα πρωταγωνιστή του επιστημονικού και τεχνικού παρασκηνίου αυτής της τεράστιας πολιτικής διαπραγμάτευσης -και θα μου επιτρέψετε να πω- και εθνικής επιτυχίας.

Ο Daniel Cohen με την επιστημονική του γνώση, που δεν είναι μια γνώση εργαστηρίου, γιατί είναι ένας μαχόμενος και μαχητικός προοδευτικός Ευρωπαίος οικονομολόγος, είχε εντοπίσει ευθύς εξ αρχής νωρίτερα από πολλούς άλλους την ανάγκη να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους, για να πιάσει τόπο η μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε για τη δημοσιονομική προσαρμογή και για τη διαρθρωτική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Και είναι αρμόδιο πρόσωπο, από κάθε άποψη να εκφραστεί τώρα, εδώ στην Ελλάδα στην Αθήνα, να αξιολογήσει το σημείο στο οποίο βρίσκεται η εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας.

Να θέσει επί τάπητος το μεγάλο ερώτημα εάν η Ελλάδα έχει λόγο ή αντέχει να πάρει οποιαδήποτε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, ή αν πρέπει να προχωρήσουμε σε μια άλλη φάση αυτής όλης της μεγάλης εθνικής - θα μου επιτρέψτε να πω και πανευρωπαϊκής προσπάθειας- με άλλες μεθόδους, οι οποίες είναι  πολύ πιο αποτελεσματικές.

Αναρωτιόμαστε όλοι στη χώρα αυτή και διεθνώς: υπήρχε άλλη λύση; Μπορούσαμε να ακολουθήσουμε ένα σχέδιο Β; Έχω πει πολλές φορές ότι εκεί που είχε φτάσει το πράγμα, με ένα δημοσιονομικό έλλειμμα με ονομαστικούς όρους κοντά στο 16% και με ένα πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα που ξεπερνούσε το 12% τα 24 δις, με μια χώρα που βρισκόταν πρακτικά σε αδυναμία κάλυψης των χρηματοδοτικών της αναγκών, δεν μπορούσε να γίνει, τη στιγμή εκείνη, τίποτε άλλο.
Δεν υπήρξε ποτέ μια καλύτερη εναλλακτική λύση. Δεν είχαμε ποτέ την πολυτέλεια να διαλέξουμε ανάμεσα σε ένα κακό, σκληρό, επώδυνο σενάριο και ένα σενάριο  πιο ήπιο, πιο φιλικό, πιο αργό.

Εάν δεν γινόταν η επιλογή αυτή, η άλλη λύση θα ήταν η απόλυτη καταστροφή. Όταν έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε σκληρές πολιτικές σε μεγάλες θυσίες, σε επώδυνα μέτρα, αλλά η μόνη πραγματική εναλλακτική λύση είναι η απόλυτη κατάρρευση όλων των θεσμών και των δομών της ελληνικής οικονομίας και της χρηματοοικονομικής σφαίρας και της πραγματικής οικονομίας, όταν η εναλλακτική λύση είναι η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η εξανέμιση των περιουσιών των Ελλήνων, η εκμηδένιση καταθέσεων και ακίνητων περιουσιών, όταν έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε μια γιγαντιαία αύξηση της ανεργίας και σε μια κατάρρευση του παραγωγικού ιστού πλήρη, δεν έχεις περιθώρια άλλων επιλογών.

Έπρεπε να γίνει η λιγότερο επώδυνη επιλογή, την οποία ο ελληνικός λαός βιώνει ως ακραία επώδυνη και είναι, γιατί ευτυχώς έχουμε γλιτώσει το χειρότερο βίωμα.
Αναφέρομαι πολύ συχνά στο καταλυτικό παράδειγμα της Κύπρου. Αναφέρομαι πολύ συχνά στο παράδειγμα πανίσχυρων οικονομικά ευρωπαϊκών χωρών, που ανήκουν στο κλειστό «κλαμπ» των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, που έχουν υποταχτεί στους όρους ενός μνημονίου που είναι παρόμοιοι με τους ελληνικούς, χωρίς καν να πάρουν οικονομική βοήθεια με τη μορφή ενός μεγάλου δανείου. Η Πορτογαλία έχει πάρει ένα δάνειο εντυπωσιακά μικρό σε σχέση με τα 250 δις του ελληνικού πακέτου, στο οποίο πρέπει να προσθέσουμε την έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που κάποια στιγμή έφτανε τα 150 δις. Και πρέπει να προσθέσουμε και τη μείωση του ελληνικού Δημοσίου χρέους, από το οποίο αφαιρέθηκαν 130 δις ευρώ προς όφελος των μελλοντικών γενιών.

Αυτό συνοδεύτηκε με σκληρούς όρους γρήγορης δημοσιονομικής προσαρμογής. Δεν τους θέλαμε ποτέ τους όρους αυτούς, δεν θα κάναμε ποτέ μόνοι μας την επιλογή μιας ταχύρρυθμης, συχνά βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής. Αλλά έπρεπε να συνομιλήσουμε με μια Δεξιά συντηρητική Ευρώπη, με μια Ευρώπη στην οποία κυριαρχεί μια μονοδιάστατη νεοφιλελεύθερη αντίληψη. Αυτοί είναι οι συσχετισμοί και δεν υπάρχουν δυστυχώς καλύτεροι συσχετισμοί διεθνώς.

Άρα, τη στιγμή εκείνη, έπρεπε να αποδεχτούμε το αναγκαίο πακέτο των 250 δις, να αποδεχτούμε τη λογική της ταχύρρυθμης δημοσιονομικής προσαρμογής, ξέροντας ότι αυτό θα έχει οδυνηρές επιπτώσεις στην ανάπτυξη, στην ανεργία, στην κοινωνική συνοχή, στο πολιτικό κλίμα, στις πολιτικές συμπεριφορές.

Γι' αυτό τώρα είμαστε σε θέση, απευθυνόμενοι στους θεσμικούς μας εταίρους να πούμε πως η Ελλάδα έχει πετύχει ένα θαύμα στη δημοσιονομική προσαρμογή χάρις στις θυσίες του ελληνικού λαού. Η δημοσιονομική προσαρμογή, ως προς το έλλειμμα, ξεπερνά τις 10 ποσοστιαίες μονάδες ονομαστικά και με όρους κυκλικά προσαρμοσμένους και διαρθρωτικούς. Αν δηλαδή λάβουμε υπόψη μας την επιρροή της ύφεσης και μέτρα εφ' άπαξ, που πρέπει να ληφθούν κάποιες χρονιές, η προσαρμογή ξεπερνά τις 17 μονάδες του ΑΕΠ.

Έχουμε φτάσει αυτή τη στιγμή να έχουμε διαρθρωτικά όχι έλλειμμα αλλά πλεόνασμα. Να είμαστε η χώρα που έχει τις καλύτερες επιδόσεις, όπως θα  μας εξηγήσει σε λίγο ο Daniel Cohen. Και αυτό είναι το βασικό, το θεμελιώδες επιχείρημα που μας επιτρέπει να λέμε όχι μεταξύ μας, όχι για λόγους πολιτικούς εσωτερικούς δημαγωγικούς συνθηματολογικούς, ότι η Ελλάδα δεν πρέπει, δεν μπορεί, δεν χρειάζεται να λάβει πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα που περιορίζουν τα εισοδήματα, τους μισθούς, τις συντάξεις, το διαθέσιμο εισόδημα, τη ζήτηση.

Βέβαια, από την άλλη μεριά, είναι προφανές ότι πρέπει να εστιάσουμε τις προσπάθειές μας στη μεγάλη αλλαγή που πρέπει να γίνει στο κράτος, στο μοντέλο ανάπτυξης, στις συμπεριφορές. Άρα, όπως είχα την ευκαιρία να πω πολλές φορές, η θέση μας διατυπωμένη επιγραμματικά είναι: όχι στα δημοσιονομικά μέτρα, ναι στις διαρθρωτικές αλλαγές. Ναι σε οποιαδήποτε παρέμβαση είναι αναγκαία για να αποκτήσει η Ελλάδα ένα κανονικό κράτος, για να αποκτήσει η Ελλάδα ένα μοχλό ανάπτυξης στην υπηρεσία του πολίτη και του γενικού συμφέροντος.

Αυτό συνδέεται άμεσα και με το ζήτημα της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους. Το ελληνικό δημόσιο χρέος καθίσταται βιώσιμο, εάν στρέψουμε την προσοχή μας στον παρανομαστή, στους ρυθμούς ανάπτυξης. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να διασφαλίσουμε όχι μόνο τα αριθμητικά δεδομένα της βιωσιμότητας, αλλά τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα.

Χρειαζόμαστε μια βιώσιμη χώρα, μια βιώσιμη πραγματική οικονομία, χρειαζόμαστε μια βιώσιμη δημοκρατική ευρωπαϊκή πατρίδα. Και αυτό μπορούμε να το πετύχουμε κινητοποιώντας τις δημιουργικές παραγωγικές δυνάμεις του τόπου που, αυτή τη στιγμή, είναι εγκλωβισμένες και πρέπει να απελευθερωθούν. Και η πιο σημαντική η πιο ζωντανή δύναμη είναι η δύναμη που έχει το μυαλό των Ελλήνων και η δύναμη που έχουν τα χέρια των Ελλήνων, το εργατικό μας δυναμικό.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο αυτή τη στιγμή είναι η απαράδεκτη πολιτικά, οικονομικά και ηθικά ανεργία, ιδίως η ανεργία των νέων. Και είναι προφανές ότι αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με φυσιολογικό τρόπο και με μια αναμονή πολυετή.

Χρειάζονται παρεμβάσεις οι οποίες υπερβαίνουν τη φυσιολογική εξέλιξη των δυνάμεων της αγοράς. Γι' αυτό επιμένουμε στην ανάγκη για ειδικά προγράμματα, για αναπροσανατολισμό διαθέσιμων κονδυλίων που θα στηρίξουν τις επιχειρήσεις και άρα τις υφιστάμενες θέσεις εργασίας και θα δημιουργήσουν κοιτάσματα απασχόλησης, έστω προσωρινά, για τους άνεργους και ιδίως για τους άνεργους νέους.

Για μας αυτό είναι η πρώτη προτεραιότητα. Προτεραιότητα κοινωνική, ηθική, συναισθηματική, αναπτυξιακή.

Σήμερα ανακοινώσαμε τη μείωση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας στην εστίαση από 1η Αυγούστου. Ένα μέτρο που έχει μια συμβολική αξία, πέρα από την πραγματική επιρροή στη συμπεριφορά των καταναλωτών, πέρα από την πραγματική επιρροή στη λειτουργία της αγοράς σε ένα τομέα εξαιρετικά κρίσιμο, γιατί συνδέεται με την τουριστική βιομηχανία της χώρας.

Αυτό σημαίνει ότι τα επιχειρήματά μας αρχίζουν να γίνονται αντιληπτά. Δεν μπορεί η προσέγγιση να είναι στενά φορολογική, στενά δημοσιονομική, στενά αριθμητική. Πρέπει να επιτρέψουμε στην αγορά να αναπτύξει τη δυναμική της. Έχει πολύ μεγάλη σημασία σε όλες μας τις συζητήσεις -και αυτό κάνουμε ως Κυβέρνηση, αυτό κάνουμε ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτό κάνει το ΠΑΣΟΚ, ως ένα κόμμα που σηκώνει το βάρος της διαχείρισης της κρίσης τόσα χρόνια και πληρώνει δυσανάλογα μεγάλο κόστος πολιτικό και συναισθηματικό. Αυτό κάνουμε για να πετύχουμε το στόχο μας, που είναι να αποκτήσει ξανά τη χαμένη της δυναμική η ελληνική οικονομία.

Χαίρομαι γιατί σήμερα αρχίζουμε τη συζήτηση για την Ελλάδα μετά το Μνημόνιο. Γιατί η απάντηση στο ερώτημα «Ποιος είναι ο τρόπος για να φύγουμε από το Μνημόνιο οριστικά, με φερεγγυότητα και αποτελεσματικότητα και να περάσουμε σε ένα δικό μας ενδογενές, εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης;»

Η απάντηση είναι ότι ο μόνος δρόμος είναι αυτός που λέμε τώρα. Να οριστικοποιήσουμε τη δημοσιονομική μας επιτυχία, να μην υπονομεύσουμε την επιτυχία αυτή με πρόσθετα μη αναγκαία -γιατί δεν είναι αναγκαία- δημοσιονομικά μέτρα. Αλλά να αποκτήσουμε την αναγκαία αυτοπεποίθηση και πίστη σε σχέση με τις διαρθρωτικές αλλαγές, για να απελευθερώσουμε τις παραγωγικές δημιουργικές δυνάμεις του τόπου.

Και χαίρομαι γιατί αυτά θα μας τα παρουσιάσει σήμερα, τροφοδοτώντας τη συζήτηση ανάμεσα σε πολύ έγκυρους συζητητές που μας τιμούν με την παρουσία τους, ο Daniel Cohen που τα υποστηρίζει αυτά γιατί τα πιστεύει, αλλά κυρίως τα υποστηρίζει γιατί τα μελετά και τα τεκμηριώνει.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΜοντέλο ΑνάπτυξηςΠεριβάλλον | Οικολογία | Πράσινη ανάπτυξηΠολιτικές Ομιλίες, 2013Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2013