Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

«Η κρίση στην Ευρωζώνη: Προκλήσεις και ευκαιρίες για τον ευρωπαϊκό Νότο»
Ομιλία Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Ευ. Βενιζέλου, στην ετήσια οικονομική διάσκεψη της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών
(Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια)

Eυχαριστώ θερμά την Ελληνική Ένωση Επιχειρηματιών για την πρόσκληση που μου απηύθυνε. Χαίρομαι γιατί βλέπω εδώ παλαιούς φίλους και χαίρομαι γιατί έχω την ευκαιρία να απευθυνθώ σε ένα κοινό που ζει τον παλμό της πραγματικής οικονομίας. Τον παλμό της αγοράς.

Επίσης, θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι σε ένα ελληνικό forum, όπως αυτό, συζητούμε το ευρωπαϊκό πρόβλημα συνολικά, την ευρωπαϊκή κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη και ειδικότερα τις προοπτικές του ευρωπαϊκού Νότου, στον οποίο προφανώς ανήκει η Ελλάδα, αλλά ανήκει και η Κύπρος.

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με την υπενθύμιση ορισμένων βασικών, προφανών αλλά δυστυχώς, όχι αυτονόητων διαπιστώσεων, για το πώς εξελίσσεται από το 2008 μέχρι σήμερα η ευρωπαϊκή κρίση.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ένα εγχείρημα που έχει οργανωθεί υπό φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως. Στην πραγματικότητα, η σύλληψη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε όλα τα επίπεδα αποτυπώνει μια γραμμική αντίληψη για την εξέλιξη της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής στην Ευρώπη, που γίνεται αντιληπτή ως μια ήπειρος της αιώνιας ειρήνης.

Η Ευρώπη γίνεται αντιληπτή με έναν καντιανό τρόπο. Με τη σκέψη ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά την εμπειρία του Ψυχρού Πολέμου και την πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, στην πραγματικότητα στην Ευρώπη έχει συντελεστεί το τέλος της ιστορίας και σίγουρα το τέλος της πολιτικής και το τέλος των ιδεολογιών, αυτών που τροφοδότησαν τις μεγάλες συγκρούσεις στο γοητευτικό 20ό αιώνα.

Η  ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια μορφή έντονου πολιτικού βολονταρισμού, βασίζεται σε μεγάλες πολιτικές πρωτοβουλίες που αποτυπώνονται σε κατά καιρούς τροποποιήσεις των ιδρυτικών συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά αυτός ο πολιτικός βολονταρισμός έχει διακρατικά και διακυβερνητικά χαρακτηριστικά και έχει σιγά–σιγά χάσει τα παλιά, αξιακά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του που εκπήγαζαν μέσα από τη σύγκρουση μεταξύ μιας συντηρητικής δεξιάς αντίληψης, μιας προοδευτικής σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης και μιας μαχητικής, μαρξιστικής, κομμουνιστικής αντίληψης, με κοινό έδαφος την Ευρώπη, τους λαούς και τις κοινωνίες της Ευρώπης.

Αυτή η νέα μορφή αξιολογικά και ιδεολογικά ουδέτερου πολιτικού βολονταρισμού, υποτίμησε τις τελευταίες δεκαετίες και σίγουρα από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά, τους δημοσιονομικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους, αλλά και τις κοινωνικές αντιδράσεις.

Φτάσαμε έτσι στη συγκρότηση της ζώνης του ευρώ και στο ευρώ ως κοινό νόμισμα. Δηλαδή, σε μια εντυπωσιακή κίνηση ολοκλήρωσης, γιατί το νόμισμα μαζί με τη σημαία και τις ένοπλες δυνάμεις είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της κρατικής κυριαρχίας, χωρίς από την άλλη μεριά τίποτα να συμβαίνει στα κρίσιμα στοιχεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δηλαδή, χωρίς να αυξάνεται ο κοινοτικός προϋπολογισμός, χωρίς να πολλαπλασιάζονται  οι ίδιοι  πόροι, οι οποίοι είναι σε κωμικό βαθμό περιορισμένοι, χωρίς να εγκαθίστανται μηχανισμοί ανακατανομής του πλεονάσματος και πραγματικής σύγκλισης των εθνικών οικονομιών στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και στο εσωτερικό της Ευρωζώνης.

Στην πραγματικότητα, έγινε μια σημαντική προώθηση της ολοκλήρωσης σε νομισματικό επίπεδο, χωρίς τίποτα το αντίστοιχο σε θεσμικό επίπεδο ώστε να καλυφθεί το δημοκρατικό και πολιτικό έλλειμμα της Ευρώπης.

Θα έλεγα ότι συνέβη κάτι εντυπωσιακά αντιφατικό. Η περισσότερο ολοκληρωμένη Ευρωζώνη των 17 κρατών αποχωρίστηκε από την Ευρώπη των 27 και η απόσταση που χωρίζει τα μέλη της Ευρωζώνης από τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεγάλωσε.

Επίσης, έγινε κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Απεκόπη ουσιαστικά η Ευρωζώνη από τους θεσμικούς μηχανισμούς και τις εγγυήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως από τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στην πραγματικότητα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει καμία αρμοδιότητα που να συνδέεται με τον πυρήνα των κρίσιμων αποφάσεων που λαμβάνει διαρκώς το Eurogroup ως όργανο που εκφράζει πολιτικά τη βούληση των κυβερνήσεων που συγκροτούν την Ευρωζώνη.

Όταν μάλιστα η κρίση, από το 2008 και μετά έγινε εμφανής και η περιδίνηση διαρκής, διαμορφώθηκε σταδιακά ένα άλλο θεσμικό πλαίσιο που δεν έχει καμία σχεδόν σχέση με το θεσμικό πλαίσιο που περιγράφεται στις ισχύουσες συνθήκες, δηλαδή στο πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τη Λισσαβόνα.

Διαμορφώθηκε ένα θεσμικό πλαίσιο εκ των ενόντων, έντονα διακυβερνητικού , αλλά όχι κοινοτικού, χαρακτήρα. Τέθηκε συνεπώς υπό τον έλεγχο του «σκληρού πυρήνα» των δημοσιονομικά «ενάρετων» χωρών, με πρώτη φυσικά τη Γερμανία, που την ακολουθούν οι χώρες με αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας ΑΑΑ και χωρίς ίχνος θεσμικής ισότητας μεταξύ των κρατών-μελών.

Όλα αυτά τα ωραία λόγια, οι διακηρύξεις, η νομική και θεσμική ρητορική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα της Ευρωζώνης και με τον τρόπο που λειτουργεί το Eurogroup σε επίπεδο υπουργών ή το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με σύνθεση Ευρωζώνης.

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο είναι κατ’ ανάγκη ρευστό, αβέβαιο και από τη φύση του, ανατροφοδοτεί την κρίση, γιατί λαμβάνει αποφάσεις με καθυστέρηση, αποφάσεις που δεν εκτελούνται, αλλά στη συνέχεια αναθεωρούνται, ή και υπονομεύονται στην πράξη.

Η καταλυτική αλλαγή που έχει συντελεστεί, αυτή που έχει αλλάξει το τοπίο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, είναι ουσιαστικά η θεσμική ενσωμάτωση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ευρωζώνη. Αυτό ξεκίνησε από την διάθεση υποβάθμισης του ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία η γερμανική κυβέρνηση αλλά και άλλες κυβερνήσεις ισχυρών κρατών-μελών, καταλόγιζαν μεγάλες ευθύνες, γιατί δεν προβλέφθηκε και δεν ανεκόπη η δημοσιονομική κρίση και συνακόλουθα η χρηματοοικονομική, μέχρι το 2009.

Διαμορφώθηκε έτσι η περιβόητη τρόικα που άρχισε να λειτουργεί στο παράδειγμα της Ελλάδας, αλλά γενικεύεται ως ένας μηχανισμός που στην πραγματικότητα μεταβάλλει, εκ του πλαγίου, το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το ρόλο της Επιτροπής. Δεν τελεί υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην πραγματικότητα κανενός κοινοτικού θεσμού και στο μεταξύ αλλάζει και φύση, διότι από ένα όργανο υπαλληλικού και γραφειοκρατικού χαρακτήρα, μετατρέπεται σε εξουσιοδοτημένο πληρεξούσιο των κυβερνήσεων των δανειστριών χωρών.

Άρα, δεν έχουμε να κάνουμε με υπαλλήλους εκπροσώπους οργανισμών, αλλά έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα τεχνοκρατών που ενεργεί με πολιτική εντολή διακυβερνητικού χαρακτήρα. Κι αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Θα μου επιτρέψετε εδώ να κάνω έναν παρακινδυνευμένο, αλλά δυστυχώς όχι αναληθή παραλληλισμό ανάμεσα στην παρουσία του ΝΑΤΟ στην ευρωπαϊκή ήπειρο και την παρουσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.

Από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις μεγάλες αποφάσεις που πήρε ο Πρόεδρος Ουίλσον και μετά, είναι προφανές ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι πρόβλημα ευρωατλαντικό.

Αυτό επιβεβαιώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, εξακολουθεί όμως αυτό να λειτουργεί και υπό τις νέες συνθήκες τις σημερινές, ενός άλλου παγκόσμιου χάρτη, γιατί ακόμη και τώρα η ευρωπαϊκή στρατιωτική ασφάλεια είναι κατ’ ουσίαν ένα ευρωατλαντικό ζήτημα και αυτό αποτυπώνεται στην ύπαρξη και τη λειτουργία του ΝΑΤΟ με κυρίαρχο το ρόλο των ΗΠΑ που καλύπτουν το 75% του ΝΑΤΟϊκού προϋπολογισμού.

Η παρουσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στο οποίο οι ΗΠΑ είναι ο βασικός μέτοχος που καλύπτει το 29% του προϋπολογισμού του και στην πραγματικότητα διαμορφώνουν -και λόγω συγκατοίκησης στην Ουάσινγκτον- τις μεγάλες αντιλήψεις και τις στρατηγικές αρχές, σημαίνει ότι και η ευρωπαϊκή νομισματική και χρηματοοικονομική ασφάλεια αντιμετωπίζεται εκ των πραγμάτων ως ένα ευρωατλαντικό ζήτημα.

Αυτό όμως, αναδεικνύει το θεσμικό και πολιτικό έλλειμμα και τις αμηχανίες της Ευρώπης  και ειδικότερα της Ευρωζώνης.

Φτάνουμε έτσι, για να μη σας κουράζω, στην τελευταία, θα έλεγα την πιο πρόσφατη γιατί δε θα είναι δυστυχώς η τελευταία, αναρρίπιση της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής κρίσης, στο παράδειγμα της Κύπρου.

Το παράδειγμα της Κύπρου επιτρέπει σ’ εμάς εδώ στην Ελλάδα ν’ αντιληφθούμε πόσο σημαντικο ειναι  το δεύτερο ελληνικό Πρόγραμμα Στήριξης και Προσαρμογής που συμφωνήθηκε το Φεβρουάριο του 2012 στο κρίσιμο Eurogroup της 21ης Φεβρουαρίου 2012 και οδήγησε στο μεγάλο δάνειο των 240 δισ. ευρώ ,με μεγάλη περίοδο χάριτος, μεγάλη περίοδο αποπληρωμής, μικρά επιτόκια.Οδήγησε στο κούρεμα του ελληνικού δημοσίου χρέους, που τώρα πλέον έχει φτάσει στο 65% του ελληνικού ΑΕΠ- έχει μειωθεί κατά 65% του ΑΕΠ το ελληνικό δημόσιο χρέος. Αυτό το δεύτερο πρόγραμμα που προβλέπει ανακεφαλαιοποίηση πλήρη και ολοκληρωμένη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από το δάνειο, δηλαδή δημοσιονομικού χαρακτήρα ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, είναι το τελευταίο ολοκληρωμένο πρόγραμμα παλαιού τύπου και δε θα ξαναδούμε άλλο τέτοιο Πρόγραμμα να συμφωνείται στην Ευρώπη.

Ένα πρόγραμμα με ρήτρα βαθύτερης ύφεσης που ανοίγει το δρόμο της επιμήκυνσης και προβλέπει ρητά περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους, πέραν των 65 μονάδων του ΑΕΠ, τώρα που η Ελλάδα κατακτά το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος, μετά από χρόνια πρωτογενώς ελλειμματικών προϋπολογισμών.

Αναφέρομαι σε αυτό το δεύτερο ελληνικό πρόγραμμα ως το τελευταίο, γιατί αντιλαμβάνεστε, ότι οι δυο πιο πρόσφατες της Κύπρου περιπτώσεις, και η Ισπανία και η Ιταλία, αντιμετωπίστηκαν ως ενδιάμεσες. Στην Ιταλία μ’ ένα πρόγραμμα προσαρμογής χωρίς χρήματα, στη δε Ισπανία χωρίς ακόμη να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των αναγκών του ισπανικού τραπεζικού συστήματος που είναι πολύπτυχο και δαιδαλώδες.

Αναμφίβολα δε, η Κύπρος είναι πιο κοντά στην Ιρλανδία και την Ισλανδία, το πρόβλημά της είναι πρωτίστως χρηματοοικονομικό και όχι δημοσιονομικό, αλλά ήταν εκτός αγορών από τα μέσα του 2011. Δεν ήταν λοιπόν κεραυνός εν αιθρία, όλα είχαν τεθεί απροκάλυπτα ως ζητήματα «ηθικοοικονομικά», εντός ή εκτός εισαγωγικών σε σχέση με το μοντέλο ανάπτυξης, σε σχέση με τη φιλοξενία μη νόμιμων δραστηριοτήτων ή μη διαφανών δραστηριοτήτων.  Συνεπώς, αυτό που έγινε στην Κύπρο, είναι αφ’ ενός μεν μια επέμβαση παραδειγματικού χαρακτήρα, τιμωρητικού χαρακτήρα σε σχέση μ’ ένα μοντέλο ανάπτυξης, αφ’ ετέρου δε η εργαστηριακή εφαρμογή του bail in, ενός άλλου μοντέλου διάσωσης του τραπεζικού συστήματος που έχουμε ξεχάσει ότι δυο μήνες πριν την Κύπρο είχε εφαρμοστεί στο μικρό παράδειγμα μιας μεσαίας ολλανδικής Τράπεζας.

Αξίζει συνεπώς ν’ αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που προκάλεσε αυτή την αλλαγή και τι είναι αυτό που τροφοδοτεί τη μεγάλη νευρικότητα ακόμη και τώρα στην Ευρωζώνη. Η εύκολη απάντηση είναι: οι οικονομικοί εθνικισμοί και πρωτίστως ο γερμανικός οικονομικός εθνικισμός. Σημειωτέον ότι και η τελευταία έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα για τις προοπτικές της γερμανικής οικονομίας, δείχνει ότι και αυτή υφίσταται τις επιπτώσεις της κρίσης γιατί μειώνεται ο ήδη πολύ περιορισμένος ρυθμός ανάπτυξης που προβλέπεται γι’ αυτήν.

Υπάρχει αναμφίβολα έντονος οικονομικός εθνικισμός, η Ευρώπη ζει υπό την πίεση των εθνικών πολιτικών και οικονομικών κύκλων και στρατηγικών επιλογών, οι οποίες είναι κρατικές και όχι κυβερνητικές με την πολιτική έννοια του όρου. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι κρατικές πολιτικές μένουν σταθερές.

Επίσης, είναι προφανές ότι υπάρχει μεγάλη νευρικότητα σε πολλές μεγάλες χώρες, γιατί όταν έχεις έντονη πολιτική, οικονομική και κοινωνική νευρικότητα στη Γαλλία, τη δεύτερη χώρα της Ευρωζώνης, την Ιταλία, την Ισπανία, φυσικά έχεις μια νευρική Ευρωζώνη.

Το κυριότερο είναι να πούμε την αλήθεια με τ’ όνομά της. Υπάρχει φόβος στην Ευρώπη για μια νέα φάση της κρίσης χρέους, η οποία αυτή τη φορά θα χτυπήσει το σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης, όχι λόγω μεγάλου δημοσίου χρέους με τη μορφή ποσοστού ως προς το ΑΕΠ, αλλά λόγω των μεγάλων απόλυτων μεγεθών που έχει το χρέος του σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης, άρα λόγω των υψηλών αναγκών αναχρηματοδότησης από μια αγορά που δε διαθέτει εγχώρια ευρωπαϊκά κεφάλαια, γιατί τα κεφάλαια έχουν προ πολλού μετακινηθεί αλλού και εκτός του ευρωατλαντικού χώρου. Εκτός κι αν οι εξελίξεις στη Βόρεια Κορέα σημαίνουν κάτι για την αλλαγή αυτού του δεδομένου, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πούμε τώρα και δεν πρέπει ούτε να το ελπίζουμε ούτε να το σκεφτόμαστε.

Άρα, προφανώς υπάρχει αδυναμία να επαναληφθεί ο γνωστός κύκλος. Μια δημοσιονομική κρίση που μετατρέπεται σε χρηματοπιστωτική και αυτή ξαναμετατρέπεται σε δημοσιονομική στήριξη των τραπεζικών συστημάτων. Κι αυτό συμβαίνει τώρα, παρ’ ότι τους προηγούμενους μήνες, ο συνδυασμός των δράσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του EFSF -ESM πλέον- υποτίθεται ότι διασφάλιζε απεριόριστη ρευστότητα στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, απολύτως συγκρίσιμη με την έννοια της απεριόριστης ρευστότητας και της ποσοτικής διευκόλυνσης που ακολουθεί η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα στις ΗΠΑ και επίσης απεριόριστη στήριξη στις δανειακές ανάγκες των κρατών μελών μέσα από τη στήριξη των ομολόγων τους στην πρωτογενή και τη δευτερογενή αγορά.

Έφτασε μάλιστα η νευρικότητα να πηγαίνει από την Κύπρο, μέσα από μια περίεργη ταλάντωση, στο Λουξεμβούργο και την Αυστρία και να θέτει θέμα στην πραγματικότητα, χρηματοπιστωτικού dubbing στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, επειδή δεν τηρούνται οι ίδιοι κανόνες λειτουργίας των Τραπεζών ιδίως σε σχέση με το τραπεζικό απόρρητο.

Άρα, το καινούργιο στοιχείο είναι ότι ξανασυζητούμε με νέους όρους την τραπεζική Ένωση, συζητούμε πάρα πολύ για τον ενιαίο μηχανισμό εποπτείας, συζητούμε για έναν ενιαίο μηχανισμό εκκαθάρισης, ο οποίος εμφανίζεται να είναι πολύ πιο επιθετικός.

Έχουμε ξεχάσει τον ενιαίο μηχανισμό εγγύησης καταθέσεων που ήταν μια επίμονη και ευφυής πρόταση του Μάριο Μόντι, η οποία τώρα δε συζητείται από κανέναν. Χωρίς όμως ενιαίο μηχανισμό εγγύησης καταθέσεων, δεν έχεις στην πραγματικότητα ενιαία αγορά κεφαλαίων. Γιατί οι ανισότητες που υπάρχουν, στην πραγματικότητα αναπαράγουν μια εσωτερική μεγάλη αδικία στην Ευρωζώνη.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, που την περιγράφω κατ’ ανάγκην ελλειπτικά, τι μπορεί να κάνει πράγματι ο λεγόμενος «ευρωπαϊκός Νότος»;

Κατ' αρχάς, ποιος Νότος; Πρέπει ν’ αντιληφθούμε ότι ο Νότος στην Ευρώπη δεν είναι γεωγραφικός, ποτέ δεν ήταν γεωγραφικός. Μιλάμε για τις χώρες της σύγκλησης, για τις χώρες του στόχου 1 εδώ και δεκαετίες. Πάντα μιλούσαμε με κριτήρια οικονομικά, αναπτυξιακά, πολιτικά. Ο ευρωπαϊκός Νότος είναι μια πολιτική έννοια.

Κοινό χαρακτηριστικό αυτού του πολιτικού ευρωπαϊκού Νότου είναι η αβεβαιότητα που είναι και οικονομική και πολιτική και κοινωνική. Και πρέπει να σας πω ότι κανείς δε θέλει να είναι μέλος μιας «άσωτης» παρέας. Ο καθένας θέλει να διαφοροποιείται προς το καλύτερο. Θέλει να δείχνει ότι αυτός τα καταφέρνει, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ιρλανδία που έσπευσε να πει ότι «εγώ βγαίνω από την παρέα αυτή των χωρών της προσαρμογής».

Υπάρχει, συνεπώς, αλληλεγγύη των χωρών του πολιτικού νότου της Ευρώπης; Όχι. Υπάρχει κοινή εμπειρία, αλλά δεν υπάρχει συνείδηση κοινής μοίρας και δεν υπάρχει συστράτευση. Ούτως ή άλλως οι συσχετισμοί είναι εξαιρετικά αρνητικοί.

  • Η Γαλλία άλλωστε χωρίς την οποία δεν συγκροτείται στην πραγματικότητα Νότος, θέλει να ανήκει -και ανήκει εκ των πραγμάτων- στο σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης και επενδύει στη λειτουργία του γερμανογαλλικού άξονα. Οι ιδέες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας θεωρητικά, ή δημοσιογραφικά για ένα άλλο ευρώ χωρίς τη Γερμανία, με πρώτη δύναμη τη Γαλλία, είναι θεωρητικές ασκήσεις άκρως επικίνδυνες. Διότι αν είναι να μπούμε σε αυτή τη συζήτηση, καλύτερα να μπούμε σε μια συζήτηση για επιστροφή στα εθνικά νομίσματα που θα ήταν συνολικώς καταστροφική. Θα ήταν η επιστροφή στην «εποχή των παγετώνων» για πολύ καιρό στην Ευρώπη.
  • Στην Ιταλία, την άλλη μεγάλη χώρα του Νότου, μέλος των  G8, των  G20, η πολιτική κρίση εξελίσσεται με κακούς οιωνούς. Η ιταλική οικονομία είναι πολύ μεγάλη οικονομία για να αντιμετωπιστεί ως πρόβλημα της περιφέρειας της ευρωζώνης, ως πρόβλημα του νότου.
  • Η Ιρλανδία θέλει προ πολλού να βαδίσει μόνη της στην έξοδο από την κρίση και να ξαναβρεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.
  • Στην Ισπανία η τραπεζική κρίση, όπως σας είπα, είναι απροσδιόριστων διαστάσεων και ήδη η αντιμετώπιση των υβριδικών προϊόντων γίνεται μέσα από τη φορολόγηση των καταθέσεων, ήπιας μορφής, αλλά μέσα από τη φορολόγηση των καταθέσεων.
  • Στην Πορτογαλία έχουμε διάσπαση του εσωτερικού πολιτικού μετώπου και διορθωτικό πρόγραμμα λόγω της παρέμβασης του συνταγματικού δικαστηρίου.
  • Η Κύπρος έχει πολύ μεγάλες και νωπές πληγές για να μετάσχει άμεσα σε ένα μέτωπο του νότου και είναι και πολύ μικρή οικονομία.

Άρα, ποιος Νότος; Ίσως ως Νότο εννοούμε τον ιδεολογικό Νότο; Δηλαδή την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά; Ίσως αυτό να εννοούν κάποιοι. Τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές. Μακάρι. Αυτό είναι κάτι που το επιδιώκουμε ως Σοσιαλιστικό Κόμμα, ως μέλος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος και της Ομάδας των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενόψει και των εκλογών για την ανάδειξη του νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στα τέλη Μαϊου του 2014.

Εκεί πάλι θα διατυπωθούν καθαρές, διαφορετικές αντιλήψεις ανάμεσα στις ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα που θα έχουν διαφορετικούς υποψηφίους για τη θέση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αλλά όπως σας είπα και προηγουμένως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι συσχετισμοί είναι πάντα διακρατικοί και όχι ιδεολογικοπολιτικοί.

Υπάρχει εκ των πραγμάτων ένας μεγάλος κυλιόμενος πανευρωπαϊκός συνασπισμός, πάντα την Ευρώπη συνολικά την κυβερνούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις που μετέχουν στις κυβερνήσεις μαζί, άλλωστε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτυπώνεται αυτή η συμψηφιστική ουδετερότητα μεταξύ των δυο μεγάλων κομμάτων, που μοιράζουν και τη θητεία του προέδρου 2,5 χρόνια ο ένας, 2,5 χρόνια ο άλλος.

Και ας το ομολογήσουμε. Ούτως ή άλλως, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι σε κρίση. Είναι σε κρίση ιδεολογικοπολιτικά από το 1992, δηλαδή από την κύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ, γιατί το Μάαστριχτ ήταν η επίσημη εγκατάλειψη των κεϋνσιανών πολιτικών, καθώς ο στόχος της δημοσιονομικής και μακροοικονομικής σταθερότητας, δεν συνοδεύτηκε από τον εφάμιλλο στόχο της πλήρους απασχόλησης. Και επειδή, όπως έχει πει ο Κέυνς και το επαναλαμβάνω πάρα πολύ συχνά, «οι ιδέες κυβερνούν τον κόσμο». Όταν υποστέλλονται ιδέες και αντιλήψεις πολιτικές, αλλάζει και η πραγματικότητα της οικονομίας, διότι οι πολιτικές αποφάσεις καθορίζουν το μέλλον της οικονομίας.

Ας δούμε λίγο από την πλευρά των συσχετισμών πολιτικού χαρακτήρα την εικόνα. Ας δούμε την καθαρή εικόνα. Πού έχουμε καθαρή εικόνα;

  • Στη Γαλλία έχουμε ένα Σοσιαλιστικό Κόμμα στην κυβέρνηση με μια θριαμβευτική νίκη, αλλά με μεγάλες δυσκολίες.
  • Στη Γερμανία έχουμε ένα Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα στην αντιπολίτευση με ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες ενόψει των εκλογών.
  • Στην Πορτογαλία το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι στην αντιπολίτευση , διασπαστηκε το εσωτερικό μέτωπο  και η αντιπολιτευση τάσσεται κατά της λεγόμενης μνημονιακής πολιτικής.
  • Έχουμε ενδιάμεσες καταστάσεις σε όλο το σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης όπου τα σοσιαλιστικά κόμματα είναι κυβερνητικά κόμματα: Στην Ολλανδία ο πρόεδρος του Eurogroup είναι σοσιαλιστή. Στην Αυστρία ο Καγκελαριος, στη Φιλανδία η αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών, στο Λουξεμβούργο ο αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών. Εμείς στην Ελλάδα μετέχουμε σε μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας στην Ελλάδα. Το ίδιο και οι Ιρλανδοί σοσιαλιστές.
  • Η σοσιαλιστική αντιπολίτευση στην Ισπανία είναι μια πολύ υπεύθυνη αντιπολίτευση, γιατί είχε ζήσει το δράμα της διαχείρισης της κρίσης στην πρώτη φάση, πριν τις εκλογές που ανέδειξαν τον κ. Ραχόι.

Άρα, αυτό που χρειάζεται είναι κάτι πολύ περισσότερο για το Νότο και την προοδευτική Ευρώπη. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική διαχείρισης της κρίσης, μια πρόταση για το μοντέλο ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης που βεβαίως πρέπει να βασίζεται στα ποιοτικά ιστορικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ηπείρου και όχι σε ένα τριτοκοσμικό μοντέλο.

Πρέπει να ξαναμιλήσουμε για το αν μπορεί να ξαναστηθει  και να επιβιώσει με δημογραφική και δημοσιονομική κρίση το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος χωρίς το οποίο δεν υπάρχει Ευρώπη.

Και πρέπει να μιλήσουμε ξανά για τη θεσμική ολοκλήρωση, γιατί μιλάμε μόνο για δημοσιονομική και χρηματοοικονομική ολοκλήρωση.

Πρέπει να μιλήσουμε ξανά για ιδίους πόρους, για κοινοτικό προϋπολογισμό, για διαρθρωτικά ταμεία, για πραγματική σύγκλιση και όχι μόνο για δημοσιονομική πειθαρχία, τραπεζική ένωση κοκ. Και βεβαίως όλα αυτά μας ξαναπηγαίνουν στους τρόπους υπέρβασης της κρίσης χρέους, γιατί αν δεν λειτουργήσουν οι μηχανισμοί κοινής διαχείρισης του χρέους, δεν μπορεί να γίνει τίποτα.

Δεν φλερτάρω με τις εύκολες ιδέες σε ευρωομόλογα, ταμείο άφεσης, γιατί κατά βάθος όλες αυτές οι προτάσεις αναπαράγουν τις ανισότητες. Εδώ χρειάζεται κάτι που να υπερβαίνει τις ανισότητες οι οποίες είναι διαρθρωτικές. Άρα χρειαζόμαστε μια νέα αφήγηση για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.


Και μετά απ’ αυτή την φαινομενικά θεωρητική εισαγωγή που αφορούσε την Ευρώπη, ας έρθουμε για να κλείσουμε πολύ σύντομα στα καθ’ ημάς, στην ελληνική πραγματικότητα. Τι προκύπτει ως δίδαγμα για την Ελλάδα, για την δική μας οικονομική, κοινωνική, πολιτική, ηθική, αξιακή κρίση; Τι συμπέρασμα θα κατέληγε κάποιος που τα βλέπει και τα συνυπολογίζει όλα αυτά;

Τι συμπέρασμα θα έβγαζε κάποιος πολίτης στην Ελλάδα, έχοντας ζήσει την εμπειρία της Κύπρου και κάνοντας τη σύγκριση ανάμεσα στην ελλαδική και την κυπριακή εμπειρία; Υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο εντός Ευρώπης και εντός ευρώ ή δεν υπάρχει; Πώς είναι δυνατόν όταν βλέπει κανείς μπροστά του όλα αυτά που συμβαίνουν, αυτό που συνέβη στην Κύπρο, αυτό που γίνεται καθημερινά στην Ευρωζώνη, να λέει ότι «μπορώ να διεκδικήσω ένα άλλο πλαίσιο μέσα στη σημερινή Ευρωζώνη»; Μόνο αν αλλάξουν οι συσχετισμοί ριζικά, με μοχλό τις ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις και υπό όρους και υπό προϋποθέσεις οι οποίες είναι πάρα πολύ δύσκολες. Αυτό είναι το γήπεδο της Ευρώπης. Πάρα πολύ κακό και άγονο επί δεκαετίες, αλλά δεν υπάρχει κανένα καλύτερο. Η άλλη επιλογή, είναι η επιλογή της ερήμου.

Άρα, δεν υπάρχει επιλογή εκτός Ευρώπης. Θα ήταν ιστορικά εφιαλτικό να σκεφτεί κανείς κάτι τέτοιο για το επίπεδο ζωής, για το επίπεδο εισοδημάτων, για το επίπεδο των περιουσιών.

Άρα, το δίλημμα της Ελλάδας είναι πάντα παρόν, όπως ήταν παρόν και το 2010 και το 2011 και το 2012 που τέθηκε με καθαρό τρόπο σε διπλές εκλογές ενώπιον του ελληνικού λαού, ο οποίος εις πείσμα πολλών έλαβε μια απόφαση υπέρ της ευρωπαϊκής και ασφαλούς προοπτικής της χώρας.

Το δίλημμα της Ελλάδας είναι συνεπώς πάντα παρόν εντός του ευρωπαϊκού διλήμματος, γιατί υπάρχει ένα μεγάλο ευρωπαϊκό δίλημμα που δεν το συνειδητοποιούν οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες και πολλοί ευρωπαϊκοί λαοί, γιατί οι κυβερνήσεις ψηφίζονται από λαούς.

Άρα, αυτό το δίλημμα πρέπει να τεθεί με διαφορετικό, σαφή, καθαρό τρόπο από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ,εάν θέλουμε εμείς που πιστεύουμε ότι ανήκουμε σε μια ομάδα προοδευτικών αντιλήψεων για την Ευρώπη και το μέλλον της, να αναλάβουμε την ευθύνη της ανασυγκρότησης της Ευρώπης.

Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, όπως το ΚΚΕ, το νέο σχήμα του κ. Αλαβάνου, που τοποθετούνται με εντιμότητα και ευθύτητα κατά του ευρώ, ακόμη και κατά της συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και προτείνουν ένα Σχέδιο Β το οποίο όμως δεν είναι ψευδεπίγραφο, είναι έξω από το ευρώ, έξω απ’ την Ευρώπη.

Υπάρχει η απατηλή εκδοχή ενός εύκολου δρόμου εντός ευρώ και εντός Ευρώπης; Παρακολουθώ επί μέρες, επί εβδομάδες τώρα - και τις τελευταίες μέρες - τη δυσκολία που έχει ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, που τον φιλοξενήσατε νωρίτερα στην εκδήλωσή σας, να διατυπώσει μια καθαρή θέση, χωρίς αντιφάσεις, χωρίς παραλλαγές. Κάθε μέρα μια διαφορετική διατύπωση, ένας υπαινιγμός ότι «μπορεί κάτι να λέω και κάτι άλλο να εννοώ».

Είναι προφανές ότι υπάρχουν μεγάλες εσωτερικές πιέσεις στο κόμμα, ότι υπάρχει μια δυσκολία αυτοπροσδιορισμού. Αυτό είναι κάτι που τους αφορά, το παρακολουθούμε, αλλά εδώ χρειάζεται καθαρός και έντιμος λόγος ενώπιον του ελληνικού λαού, ενώπιον της κοινωνίας, Δεν είναι δυνατό να μη λέμε καθαρά τι είναι αυτό που πιστεύουμε.

Όποια προσπάθεια συγκάλυψης γίνεται, είναι στην πραγματικότητα δημαγωγική, λαϊκιστική, επικίνδυνη, είναι μια προσπάθεια παραπλάνησης του ελληνικού λαού. Από τη χθεσινή διατύπωση περί αναστολής της εφαρμογής του μνημονίου, φτάσαμε στη σημερινή διατύπωση του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ ότι το βράδυ των εκλογών με την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, θα πάψει να υπάρχει το μνημόνιο, θα μπούμε σε μια επαναδιαπραγμάτευση με τους δικούς μας όρους και θα εφαρμόσουμε το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης.

Εμείς μιλάμε τώρα μήνες για το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης -εντάξει, δε θα διεκδικήσουμε σήμερα τα πνευματικά δικαιώματα για την έννοια του Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης. Πότε θα γίνει αυτό αλήθεια; Πότε το βλέπουν; Γιατί έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία για ποια κρίσιμη στιγμή μιλάμε. Εδώ η Ελλάδα αγωνίζεται να ολοκληρώσει μια δύσκολη προσαρμογή βασισμένη στις δραματικές θυσίες του ελληνικού λαού.

Το πρόγραμμα που εφαρμόζουμε ήταν παρά τη δική μας επιθυμία εμπροσθοβαρές. Τα δύσκολα μέτρα είναι του 2013 και του 2014. Επίκειται, λόγω της επίτευξης του πρωτογενούς πλεονάσματος, η περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους η οποία θα επιτρέψει στην Ελλάδα να εμφανιστεί βιώσιμη ως οικονομία και να οργανώσει σιγά σιγά την επιστροφή στις αγορές, δηλαδή στη δημοσιονομική ομαλότητα.

Ολοκληρώνεται η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών με χρήματα του ελληνικού λαού τα οποία προσδοκούμε ώς ένα βαθμό να τα πάρουμε πίσω μέσα από την άνοδο του οικονομικού κλίματος και μέσα από το ανοδικό ρεύμα της ελληνικής οικονομίας.

Πότε το βλέπουν αυτό; Οταν θα έχει ολοκληρωθεί η εφαρμογή του μνημονίου; Όταν θα έχει κερδηθεί αυτός ο αγώνας, αυτός ο πόλεμος, που είναι ο πόλεμος της γενιάς μας; Γιατί έτσι, εμείς είμαστε αυτοί που λέμε ότιαγωνιζόμαστε να απαλλαγούμε από την πίεση και τη μέγγενη του μνημονίου το ταχύτερο δυνατό και θέλουμε να σκεπτόμαστε με πολύ ευρύτερο τρόπο τους όρους της εθνικής ανάκαμψης και το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που έχει ένα εύρος κι έναν ορίζοντα πολύ μεγαλύτερο του μνημονίου .

Εμείς απευθυνόμαστε στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και λέμε: Ελάτε να συμπράξουμε όλοι μαζί, γιατί μόνο με αλήθεια, ενότητα και δουλειά μπορούμε να πετύχουμε το στόχο μας. Αλλά δε λέμε ψέματα, ότι μπορούμε να αποκαταστήσουμε τις αδικίες και να επαναφέρουμε την κατάσταση που υπήρχε πριν το 2009 άμεσα.

Δε λέμε ότι μπορούμε να οδηγήσουμε σε μια επαναδιαπραγμάτευση τους εταίρους μας, όταν όλο το σύστημά μας εξαρτάται από το γιγαντιαίο δάνειο, από την επικείμενη μείωση του δημοσίου χρέους που είναι ελάφρυνση ιστορική των επόμενων ελληνικών γενεών και όταν το τραπεζικό σύστημα σε όλη την Ευρώπη εξαρτάται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή την Εθνική Κεντρική Τράπεζα ,γιατί φυσικά οι αγορές δε λειτουργούν ομαλά, όχι στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς. Ούτε οι ευρωπαϊκές αγορές οι τραπεζικές λειτουργούν ομαλά, ούτε η ευρωαμερικανική διατραπεζική αγορά λειτουργεί ομαλά. Θέλει την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Εάν καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση του από μηχανής θεού, εάν λέμε ψέματα στον ελληνικό λαό, εάν δε μπορούμε να ισορροπήσουμε σε μια έντιμη διατύπωση για το πώς βλέπουμε να πορεύεται η χώρα μέσα ή έξω από την Ευρώπη, τότε δεν είμαστε ικανοί να χειριστούμε πολιτικά την κρίση, δηλαδή την εθνική και ιστορική πρόκληση.

Εμείς, το ΠΑΣΟΚ, που σηκώνει διαχρονικά το βάρος αυτό, τα άλλα δυο κόμματα της συγκυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία και η ΔΗΜΑΡ, που προσχώρησαν στην πολιτική αυτή ενώ είχαν περάσει από μια μεγάλη αντιμνημονιακή φάση, ξέρουμε πάρα πολύ καλά πόσο μεγάλες είναι οι δυσκολίες και πώς η δυσκολία της διαπραγμάτευσης διαψεύδει τα εύκολα λόγια μιας πολιτικάντικης ρητορικής παλαιού τύπου.

Εμείς λοιπόν έχουμε διαρρήξει οριστικά τους δεσμούς μας με αυτή την παλαιοκομματική αντίληψη της εύκολης ρητορείας. Λέμε την αλήθεια και ζητούμε από τον επιχειρηματικό κόσμο, από τους εργαζομένους, από τους επιστήμονες, από όλες τις δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις του τόπου μας να συσστρατευθούμε σ’ αυτή την προσπάθεια για την εθνική ανάκαμψη.

Tags: Μοντέλο ΑνάπτυξηςΠεριβάλλον | Οικολογία | Πράσινη ανάπτυξηΠολιτικές Ομιλίες, 2013Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2013