Αθήνα, 4 Απριλίου 2012



Δευτερολογία του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Ευ. Βενιζέλου, στην εκδήλωση για τους ανθρώπους της Επιστήμης και του Πολιτισμού
στο αμφιθέατρο του νέου μουσείου Μπενάκη

left-red-arrowΣας ευχαριστώ θερμότατα για την αντοχή σας και την υπομονή σας και την καλή σας διάθεση, τη φιλική. Ευχαριστώ πάρα πολύ για τα ενθαρρυντικά λόγια που μου είπατε και που τα εισπράττω ως μία ένδειξη φιλίας και ως δήλωση συμμετοχής στην προσπάθεια αυτή.

Έχω κρατήσει αρκετές σημειώσεις από όλες τις παρεμβάσεις, αλλά θα ήμουν πολύ ευτυχής αν μπορούσα να διαβάσω πιο ολοκληρωμένα κείμενα. Εάν όσοι έλαβαν το λόγο ή όσοι ήθελαν να τον λάβουν και τελικά σεβόμενοι το χρόνο δεν το έκαναν, θέλουν να μετάσχουν σ’ αυτό το διάλογο και να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη συλλογική προσπάθεια για τις προγραμματικές επεξεργασίες της χώρας.
Θα παρακαλούσα να το κάνετε με την ψηφιακή αυτή πλατφόρμα που εκ των ενόντων διαμορφώσαμε για να διευκολύνουμε και την μεταξύ σας επαφή, αλλά και την επαφή τη δική σας με μένα και με το επιτελείο του ΠΑΣΟΚ.

Από όλες τις παρεμβάσεις να μου επιτρέψετε να σχολιάσω τρία σημεία:

Πρώτον, η έννοια και ο ρόλος του διανοουμένου. Τι είναι αυτό που χωρίζει τον επιστήμονα, τον ερευνητή, τον ειδικό, το δάσκαλο, την καταξιωμένη ακαδημαϊκή προσωπικότητα, τον δημιουργό που δουλεύει μέσα στο εργαστήριό του από αυτόν που λέγεται διανοούμενος; Η σχέση του με την κοινωνία, η δυνατότητά του να διατυπώνει δημόσιο λόγο, η ικανότητα επιρροής, η δυνατότητά του να συμμετέχει στην εθνική αφήγηση υπό συνθήκες όχι πλέον ραδιοτηλεοπτικές, αλλά διαδικτυακές.

Τώρα δυστυχώς υπάρχει ένας επικίνδυνος, απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτόν που θα έπρεπε να είναι ο οργανικός διανοούμενος και αυτόν που εκ των πραγμάτων έχει καταλάβει τη θέση και το ρόλο αυτό ως τηλεοπτικό πρόσωπο, ως μία TV persona ή ως ένας ενεργός πολίτης του διαδικτύου που κινείται μέσα σε συνθήκες οι οποίες σε πολύ μικρό βαθμό αποτυπώνουν την κοινωνική πραγματικότητα και σε πολύ μεγάλο βαθμό την παραποιούν και αισθητικά και ιδεολογικά και εντέλει πολιτικά και ιστορικά.

Αυτό θα ήθελα να το συνδέσω με τη δεύτερη παρατήρηση που απορρέει από τις συγκλίνουσες παρεμβάσεις των ερευνητών του ΕΚΕ και των άλλων ερευνητικών μας ιδρυμάτων. Ναι, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τον ορατό και απτό κίνδυνο του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας. Όταν βλέπουμε να διαρρηγνύεται ο κοινωνικός ιστός, όταν βλέπουμε να διαταράσσονται όλες οι αξιακές παραδοχές και να μην αντικαθίστανται, όταν βλέπουμε να καταλύεται το βασικό δημοκρατικό πρόταγμα, να ακυρώνονται ιδεολογικές παραδοχές πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί τους τελευταίους δυόμισι αιώνες η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και η πολιτική, όταν βλέπουμε η οργή να εναλλάσσεται με το φόβο και αυτό να μην μετατρέπεται σε έναν πολιτικό λόγο ολοκληρωμένο, δηλαδή μετατρέψιμο σε πρόταση εξουσίας, σε σχήμα διακυβέρνησης του τόπου, τότε βρισκόμαστε σε συνθήκες μεσοπολεμικές, συνθήκες Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Κινδυνεύουμε να βρεθούμε ενδεχομένως με ένα Κοινοβούλιο εχθρικό προς τον κοινοβουλευτισμό και το κοινοβουλευτικό σύστημα. Κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την οικονομική κρίση, η οποία οφείλεται στην έλλειψη πολιτικής ευθύνης και διορατικότητας, σε μία κρίση πολιτικής νομιμοποίησης και τελικά σε μια κρίση κοινωνικής συνοχής και εντέλει εθνικής συνοχής.

Τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα και πάρα πολύ σκληρά. Οι έρευνες της κοινής γνώμης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ναι, κι εγώ πιστεύω ότι οι έρευνες αποτυπώνουν μία στιγμή η οποία δεν είναι η τελική, οι αναποφάσιστοι είναι πολλοί. Αυτοί που δημοσκοπικά τιμωρούν τα κόμματα σε ένα ηθικό, συναισθηματικό και επικοινωνιακό πεδίο είναι πολλοί επίσης.

Λειτουργούν οι έρευνες της κοινής γνώμης ως μηχανισμοί διαπαιδαγώγησης του πολιτικού συστήματος, αλλά κανείς δεν ξέρει ποτέ πώς θα διαμορφωθούν οι τελικές τάσεις, όταν ένα πολύ μεγάλο μέρος του εκλογικού Σώματος δηλώνει πως θα αποφασίσει την τελευταία εβδομάδα και το μισό από αυτό δηλώνει ότι θα αποφασίσει την τελευταία ημέρα, με κριτήρια που μπορεί να είναι κριτήρια εν πολλοίς εκβιασμένα από καταστάσεις που μπορεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου να διογκωθούν. Και τεχνητά να διογκωθούν.

Μπορεί το παραμικρό γεγονός να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτα φαινόμενα. Ξέρετε, αυτό που γίνεται σήμερα στην Ελλάδα με το τραγικό συμβάν της αυτοκτονίας του συνταξιούχου στο Σύνταγμα, συμβαίνει σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα παραλλήλως και ταυτοχρόνως στην Ιταλία, σήμερα, η οποία αντιμετωπίζει συρροή τέτοιων συμβάντων, τα οποία έχουν τεθεί στο επίκεντρο αυτή τη στιγμή του ιταλικού πολιτικού λόγου.

Εάν νιώθετε η καθεμιά και ο καθένας από εσάς ότι είστε εν δυνάμει διανοούμενοι, δηλαδή ενεργοί πολίτες με άποψη με λόγο, με ικανότητα άρθρωσης ενός αφηγηματικού ιστορικού λόγου και δεν έχετε τα μέσα, είστε ευνουχισμένοι και ανήμποροι ελλείψει πρόσβασης στους μηχανισμούς επικοινωνίας, πρέπει να βρούμε τρόπο αυτό το δυναμικό που υπάρχει, που είστε εσείς, που το προσωποποιείτε, να του επιτρέψουμε να εκδηλωθεί και αν θέλετε αυτό είναι και το δεύτερο κίνητρο αυτής της συζήτησης. 

Το πρώτο είναι να μετάσχετε σε μια προγραμματική συζήτηση μεταξύ σας και μαζί μας.

Το δεύτερο είναι ένα διανοητικό δυναμικό που αργεί και που δεν παρεμβαίνει και ως εκ τούτου σχεδόν ακυρώνεται, να μπορέσει να εκφραστεί. Και ακυρώνεται γιατί στην πραγματικότητα έχουν αναπτυχθεί νέες εξαιρετικά αποτελεσματικές και αδιαφανείς, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τεχνικές πολιτικής και ιδεολογικής τρομοκρατίας και αισθητικής τρομοκρατίας και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Και δεν υπάρχουν μόνο οι γνωστές και εμφανείς μορφές φόβου, υπάρχουν και λανθάνουσες και υποδόριες μορφές φόβου. Και θύματα αυτών των μορφών φόβου και εκφοβισμού μπορεί να είστε και εσείς, να είμαστε και εμείς. Είναι ένας πολιτικός λόγος που λαϊκίζει, που δημαγωγεί, που απλουστεύει, που αυτοταπεινώνεται και που δεν μπορεί να τηρήσει το λεπτό όριο μεταξύ ειλικρινούς αυτοκριτικής και μιας υποκριτικής αυτοταπείνωσης η οποία θέλει απλώς να κολακέψει το ακροατήριο. Δηλαδή να διεγείρει πολύ ταπεινά ένστικτα και να οικοδομήσει μια πολύ σαθρή σχέση με την πολιτική.

Άρα, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, είναι εθνικό καθήκον και δημοκρατική υποχρέωση και επείγουσα προτεραιότητα.

Πρέπει λοιπόν να προστατέψουμε τη δημοκρατία, την πολιτική, την κοινωνική συνοχή, την εθνική ενότητα. Στην πραγματικότητα πρέπει να δώσουμε ένα νέο πρόταγμα στην κοινωνία. Πώς θα γίνει αυτό, σε μια κοινωνία η οποία δεν πιστεύει σε τίποτε και έχει πολλούς λόγους γι΄ αυτό, δικαιούται να είναι τόσο δύσπιστη και τόσο καχύποπτη και τώρα έχει γίνει τόσο καχύποπτη που στρέφεται εναντίον του συμφέροντός της. Δηλαδή εναντίον της ίδιας της ικανότητας του τόπου να σταθεί στα πόδια του και να ανακτήσει τη θέση που έχει χάσει μέσα στην Ευρώπη, μέσα στον κόσμο, μέσα στην παγκόσμια κατάταξη, στον διεθνή καταμερισμό κ.ο.κ.

Διατρέχουμε πολύ μεγάλο κίνδυνο να μετατρέψουμε τώρα για πολλοστή φορά το θεσμικό και πολιτικό πρόβλημα σε οικονομικό. Το είδαμε ήδη τα τελευταία χρόνια, το πολιτικό πρόβλημα της χώρας να μετατρέπεται σε ένα πρόβλημα αναπτυξιακό, οικονομικό, δημοσιονομικό. Αυτό έγινε τελικά ένα πρόβλημα εθνικό, γιατί τρώθηκε η εθνική κυριαρχία, σε ένα πρόβλημα κοινωνικό γιατί διερράγη η κοινωνική συνοχή.

Έχουμε μια πολλαπλή κρίση, η οποία είναι τελικά κρίση εμπιστοσύνης, κρίση ηθική. Η ηθική κρίση μετατρέπεται σε κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, το πολιτικό πρόβλημα ξαναγίνεται τώρα το πιθανό αίτιο ενός ακόμη μεγαλύτερου οικονομικού προβλήματος, είμαστε δηλαδή στα πρόθυρα ενός μεγαλύτερου φαύλου κύκλου. Πρέπει να σπάσουμε το φαύλο κύκλο. Πρέπει η κρίση να μην εκκολάψει το αυγό του φιδιού, να μην το εκκολάψει πλήρως.

Γι’  αυτό και ο αγώνας κατά της ακροδεξιάς, ο αγώνας υπέρ του κράτους δικαίου, υπέρ των δικαιωμάτων, υπέρ των αξιών μας και των ιδεολογικών και ηθικών προταγμάτων μας είναι ένας αγώνας που δεν αφορά μια πολιτική οικογένεια. Δεν επιχαίρει το ΠΑΣΟΚ επειδή εμφανίζονται τέτοια φαινόμενα στο χώρο της συντηρητικής ή της άκρας δεξιάς. Όχι καθόλου, μα καθόλου.

Από την άλλη μεριά, υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα με αυτό που λέγεται αριστερός προοδευτικός πολιτικός λόγος. Αριστερός προοδευτικός λόγος είναι ο λόγος που δεν ολοκληρώνεται; Ο μη ολοκληρωμένος πολιτικός λόγος; Αυτός που δεν οδηγεί σε μια υπεύθυνη εφαρμόσιμη πρόταση για την έξοδο από την κρίση; Για το σεβασμό στις θυσίες των Ελλήνων πολιτών; Για τη διαφύλαξη του αποθέματος που έχει δημιουργηθεί μέσα από τις θυσίες των Ελλήνων πολιτών;

Ποιος είναι αριστερός λόγος; Αριστερός είναι ο λόγος που απαντά σε ψευδή διλήμματα ή κάνει επιλογές, οι οποίες είναι επιλογές χωρίς κόστος; Επιλογές του τύπου «ναι είμαστε με την Ευρώπη, ναι θέλουμε την Ελλάδα στο ευρώ αλλά δεν θέλουμε το πρόγραμμα, δεν θέλουμε δεσμεύσεις, δεν θέλουμε τη δανειακή σύμβαση με τους όρους της ή θέλουμε μόνο το δάνειο χωρίς τους όρους»;

Είναι αυτό μια λύση; Είναι αυτό μια υπεύθυνη στάση; Είναι αυτό μια ρεαλιστική εκτίμηση; Είναι αυτό αληθινό και άρα εθνικό; Είναι η αλήθεια η οποία καθίσταται επαναστατική; Όχι, δεν είναι. Όλο αυτό βασίζεται σε μια ψευδή υπόθεση πως η κυβέρνηση θα υπάρχει, κάποιοι θα σηκώνουν το βάρος των αποφάσεων και άρα θα εισπράττουν το τεράστιο και δυσανάλογο κόστος και κάποιοι άλλοι θα είναι στην ασφαλή θέση αυτού που σχολιάζει την πραγματικότητα αλλά εντός πολιτικού συστήματος.

Άρα υπάρχουν λίγοι οι οποίοι επωμίζονται την ευθύνη της διαχείρισης και άρα της σύγκρουσης με την πραγματικότητα και πολλοί οι οποίοι μοιράζονται τον ευχάριστο και εύκολο ρόλο του σχολιασμού και της κριτικής είτε εντός κοινοβουλευτικού και ευρύτερα πολιτικού συστήματος είτε στις παρυφές του ως επιχειρηματίες, ως δημοσιογράφοι, ως αναλυτές, ως σχολιαστές, ως κληρικοί. Δικαιούνται να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους, τις ευχές τους, δεν αναγνωρίζουν στον εαυτό τους καμία ευθύνη για τίποτα, δε νιώθουν την ανάγκη, δεν είναι ο ρόλος τους, να προτείνουν πώς θα γίνει τι, πότε, πώς αυτό θ’ αξιολογηθεί.

Και βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια εξαιρετικά άνιση και ως εκ τούτου αντιπαραγωγική κατανομή ρόλων μέσα στην κοινωνία. Μα, η κοινωνία αυτή δεν μπορεί ν’ αντέξει. Αυτό είναι ένα βαθύ πρόβλημα δημοκρατίας, πολιτικής και τελικά εθνικής στρατηγικής.

Γι’ αυτό θέλω να σας κινητοποιήσω, να σας παρακαλέσω να πάρετε μέρος σ’ αυτή την προσπάθεια, την οποία πρέπει να την υιοθετήσετε ως ατομική υπόθεση τελικά. Διότι εδώ πρόκειται για μια μάχη ιδεολογικών, πολιτικών και αξιακών χαρακωμάτων, όσο και αν αυτό φαίνεται περίεργο. Οι συνθήκες είναι πολεμικές. Και πρέπει να διασφαλίσουμε το μέλλον της κοινωνίας, το μέλλον του τόπου, τη δυνατότητα ανάκαμψης και κυρίως να σεβαστούμε αυτό που αναγκάσαμε τους πολίτες να κάνουν τα προηγούμενα δυόμισι χρόνια. Να υποστούν περικοπές. Όχι περικοπές στους μισθούς, στις συντάξεις, τα επιδόματα, τα εισοδήματα, τις θέσεις εργασίας, αλλά περικοπές στα σχέδια ζωής, τις ελπίδες.

Αυτό το έλλειμμα αισιοδοξίας, αυτή η κρίση αυτοπεποίθησης, αυτή η συλλογική θλίψη που αναδύεται μέσα από μια κοινωνία η οποία νιώθει να χάνει τον παράδεισο. Αλλά υπήρξε η Εύα που προσέφερε τον απαγορευμένο καρπό; Ποιος έχει το ρόλο του Αδάμ; Ποιος είναι ο απαγορευμένος καρπός και ποιος είναι αυτός που οδήγησε τον πρωτόπλαστο Έλληνα της μεταπολιτευτικής ευφορίας από τον παράδεισο της αθανασίας στο θνητό και δύσκολο κόσμο της φθοράς και του αδιεξόδου;

Φταίνε μόνον οι πολιτικοί, τα κόμματα, οι κυβερνήσεις; Θα έλεγα ότι φταίνε πάρα πολύ, γιατί δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν ως συλλογικοί διανοούμενοι, γιατί δεν μπόρεσαν διαπαιδαγωγήσουν, γιατί δεν είχαν διορατικότητα, γιατί δεν ανέλαβαν εγκαίρως τις ευθύνες τους.

Όλα αυτά θα πρέπει να τα λέω σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο γιατί έχω κι εγώ προσωπική ευθύνη, αλλά από ένα σημείο και μετά πρέπει να ξαναγράψουμε τους όρους λειτουργίας του τόπου και να ξαναγνωριστούμε μεταξύ μας. Και αυτό αν είναι η δουλειά του πραγματικού διανοούμενου, τώρα που έχουμε συντακτικό έργο, όχι με τη νομική έννοια του όρου, τη  θεσμική αλλά με την ιστορική έννοια του όρου.

Έχουμε ένα συντακτικό έργο να επιτελέσουμε, αλλά όλα αυτά είναι δύσκολα, διότι τώρα πρέπει να σκεφτούμε τα πάντα. Την προσωπική μας διαδρομή, τη διαδρομή των διπλανών μας, το πώς τοποθετούμαστε μέσα στην κοινωνία, μέσα στο Πανεπιστήμιο, μέσα στην έρευνα, μέσα στην τέχνη, μέσα στην αγορά. Πρέπει να αξιολογήσουμε και τον εαυτό μας.

Η αξιοκρατική προσέγγιση ξεκινάει από μία αυτοαξιολόγηση που πρέπει να γίνει, και αυτά είναι πράγματα εξαιρετικά απαιτητικά και δύσκολα, και όταν προσπαθούμε να τα συμπιέσουμε στις ανάγκες του προεκλογικού λόγου και στις σκοπιμότητες μιας εκλογικής μάχης -γιατί πρέπει να πάνε οι πολίτες να ψηφίσουν και να διαμορφωθούν συσχετισμοί και να κυβερνηθεί ο τόπος και να διαλέξει και αυτόν που πρέπει να ασκεί την πολιτική διεύθυνση και αυτούς που μαζί του πρέπει να διαχειριστούν την τύχη της χώρας, πρέπει να σκεφτούν όλοι πάρα πολύ προσεκτικά. Πάρα πολύ προσεκτικά, διότι τώρα δεν παίζουμε και δεν υπάρχουν περιθώρια επανόρθωσης.

Θα μου πείτε: και ποιος είναι ο κίνδυνος; Είναι μεγάλο –λένε κάποιοι- το κόστος διάσωσης και άρα δεν θα μας αφήσουν να πέσουμε. Αυτό προϋποθέτει μία Ευρώπη και μία διεθνή οικονομία ορθολογική, πειθαρχημένη που λειτουργεί εμπρόθεσμα και αποτελεσματικά.

Σας διαβεβαιώ από την εμπειρία που έχω αποκομίσει, η οποία είναι πυκνή και πικρή, πως αυτό δεν υπάρχει. Πως όλα μπορεί να γίνουν μέσα από μία ετερογονεία των σκοπών και να γίνουν μεγάλα λάθη χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως σχεδιασμός.

Διότι, όπως σκεφτόμαστε με όρους πολιτικού κόστους και τοπικής πολιτικής στην Ελλάδα, έτσι σκέφτονται παντού. Και καθώς έχουμε 27 διαφορετικούς εκλογικούς κύκλους στην Ευρώπη, 17 στην Ευρωζώνη και είμαστε μέσα σε έναν διαρκή κυλιόμενο συνασπισμό και υπό διαρκή εκλογική κρίση και αμφισβήτηση σε όλες τις χώρες και όπως έχουμε κυβερνήσεις οι οποίες σκέφτονται όπως σκεφτόντουσαν και σκέφτονται και οι δικές μας κυβερνήσεις, με όρους συγκυριακούς (γιατί κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί με όρους ιστορικούς πλην εξαιρέσεων πολύ πυκνών στιγμών όπως αυτές που ζούμε στην Ελλάδα), δεν μπορεί να κάνει αυτή την ανύψωση και την αφαίρεση και να σκεφτεί με όρους μακρού ιστορικού χρόνου. Είναι υπεράνθρωπο αυτό να το ζητάς από το πολιτικό προσωπικό της Ευρώπης ή του δυτικού κόσμου.

Καθώς λοιπόν βρισκόμαστε μέσα σε αυτήν την περιδίνηση, μπορεί να γίνει μεγάλη ζημιά, την οποία να πληρώσει η χώρα και να την πληρώσει με τεράστιο κόστος για όλους επί δεκαετίες. Αλλά μου λένε οι επικοινωνιακοί σύμβουλοι: πείτε μας μια κοινωνική ομάδα η οποία ωφελήθηκε τα τελευταία δυόμισι χρόνια να την προβάλλουμε σε ένα τηλεοπτικό σποτ.

Τι να προβάλλεις; Να προβάλλεις τον άνεργο που θα βγει και θα πει ότι είμαι ένας από ένα εκατομμύριο ανέργους, αλλά σας ευχαριστώ γιατί οι άνεργοι δεν είναι 2 εκατομμύρια, αν αφήναμε τη χώρα να πέσει στα βράχια της μη εφαρμογής του προγράμματος; Τι να βγει; Να βγει ο υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών και να πει : σας ευχαριστώ που μου κόψατε τις αποδοχές μόνο 50%, διότι θα μπορούσατε να μη μου καταβάλλετε καθόλου αποδοχές εάν δεν παίρναμε τις δόσεις, και έπρεπε να κάνουμε βίαιη προσαρμογή σε πρωτογενές πλεόνασμα την επόμενη ημέρα; Ποιος να βγει;

Ποιος είναι αυτός που αντιλαμβάνεται το εθνικό συμφέρον, και μάλιστα το απώτερο συμφέρον του τόπου, όχι το άμεσο, το εξοφλητέο άμα τη εμφανίσει; Άρα χρειάζεται μία επεξήγηση, χρειάζεται μία διαμεσολάβηση. Χρειάζεται κάποιος να τα πει όλα αυτά και να τα πει και βιωματικά, να τα πει και επιστημονικά και θεωρητικά και ιδεολογικά και αισθητικά. Αυτός είναι ο ρόλος σας και σ’ αυτό θέλουμε τη βοήθειά σας. Και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων γιατί είμαι βέβαιος ότι θα αντιδράσετε και θα μας βοηθήσετε με αποτελεσματικό και μαζικό τρόπο. Σας ευχαριστώ πολύ.redsq

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΜοντέλο ΑνάπτυξηςΠολιτισμόςΕκφασισμός | ΝεοναζισμόςΠΑ.ΣΟ.ΚΠολιτικές Ομιλίες, 2012Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2012