Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011


left-red-arrow Ευχαριστώ πάρα πολύ για τον πρόλογο και την υποδοχή. Χαίρομαι πάρα πολύ που είναι μαζί και ο Υπουργός  Εθνικής Άμυνας, ο Πάνος Μπεγλίτης, συνάδελφός σας και στενός μου φίλος μετά την κοινή πορεία μας των 20 μηνών στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Χαίρομαι, επίσης, που είμαστε εδώ στο ίδιο τραπέζι και με τον Υφυπουργό κ. Δόλλη, πολύ παλιό και καλό φίλο και με το Γενικό Γραμματέα κ. Ζέππο, με τον οποίο είχαμε πολύ στενή συνεργασία όσο ήμουν στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.

Αντιλαμβάνομαι ότι πρέπει να εστιάσω την προσοχή μου στα θέματα του Υπουργείου Οικονομικών και κυρίως στις τελευταίες εξελίξεις, οι οποίες είναι χρήσιμες για το διπλωματικό μας δυναμικό, για την αποτελεσματική και έγκυρη εκπροσώπηση των συμφερόντων της χώρας, που πρέπει να βασίζονται σε μια έγκυρη πληροφόρηση για το τι ακριβώς συνέβη στις 21 Ιουλίου στο Συμβούλιο Κορυφής της Ευρωζώνης και πώς εξελίσσεται έκτοτε το ζήτημα της δημοσιονομικής ασφάλειας της χώρας, σε συνδυασμό με τις γενικότερες κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής, υπό συνθήκες οξείας κρίσης. 

 


Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η χώρα και που το συνειδητοποίησε με μεγάλη καθυστέρηση μετά το 2008 είναι φυσικά το πρόβλημα της σύνθετης κρίσης της, που δεν είναι μόνο κρίση δημοσιονομική, κρίση δημοσίου χρέους και δημοσιονομικού ελλείμματος, αλλά και κρίση ανταγωνιστικότητας, είναι κρίση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, είναι μια κρίση που απορρέει από τη βαθιά σύγκρουση μεταξύ τυπικών και άτυπων χαρακτηριστικών, στην οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική, τους θεσμούς. Μια κρίση που έχει γενετικό χαρακτήρα, μια κρίση που τα βαθύτερα αίτιά της ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε το νέο ελληνικό κράτος, ήδη από το 1827 και μετά.

Όλα αυτά τώρα έχουν παροξυνθεί, σε συνδυασμό με την παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε ως κρίση χρηματοπιστωτική, κρίση του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος. Τα κράτη έσπευσαν σε βοήθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ανέλαβαν ένα πολύ μεγάλο βάρος, η κρίση από χρηματοπιστωτική μετατράπηκε σε δημοσιονομική.

Η δημοσιονομική κρίση, καθώς συνδέεται με τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών που κατέχουν ομόλογα ή άλλους τίτλους του Δημοσίου, ξαναέγινε χρηματοπιστωτική και αυτό μας ενέταξε σε ένα φαύλο κύκλο, ο οποίος δεν μπορεί να σπάσει εύκολα και ο οποίος συνδέεται με την έλλειψη θεσμών παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Οι κατευθύνσεις που δόθηκαν στη συνάντηση των 20 μεγάλων οικονομιών του κόσμου, το 2008 στο Λονδίνο, υπό την προεδρεία του Gordon Brown τότε, ποτέ δεν υλοποιήθηκαν.

Όλα δε αυτά στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα της Ευρωζώνης, αναδεικνύουν ένα άλλο μεγάλο έλλειμμα, το θεσμικό και πολιτικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την αμηχανία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μετέωρο βήμα της ανάμεσα στην βολονταριστική επιλογή να προχωρήσουμε σε ένα κοινό νόμισμα, που είναι στοιχείο κυριαρχίας, που θα έπρεπε κανονικά να συνοδεύεται από έντονα ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά και στους μεγάλους δισταγμούς που υπάρχουν σε σχέση με την πολιτική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό δημιουργεί μια σειρά από άλλες παθογένειες. Πράγματα που συνήθως στα ομοσπονδιακά συστήματα διακυβέρνησης τα αντιμετωπίζουν οι Κυβερνήσεις ή τα Κοινοβούλια τώρα καλείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην Ευρωζώνη ειδικότερα, να τα καλύψει ως λειτουργίες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν είναι απλώς η κεντρική τράπεζα, όπως η Fed στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θεωρεί ότι έχει μια αποστολή η οποία είναι ενοποιητική, πέραν της διαχείρισης των στενών αρμοδιοτήτων της.

Αυτό οδηγεί στην εφαρμογή μιας αυστηρής και άκαμπτης αντίληψης για τα πράγματα. Όλα συνδέονται με μια πολιτική σκληρού ευρώ, με μια πολιτική σταθερών τιμών και άρα ενσυνείδητης και συστηματικής καταπολέμησης του πληθωρισμού και με μια πολιτική περιορισμού της νομισματικής κυκλοφορίας και όλο αυτό τελικά, όπως το περιγράφω, σε όλα αυτά τα επίπεδα, αλληλοτροφοδοτείται ως σύστημα κρίσης. Και κατόπιν αυτού εμείς βρισκόμαστε ως χώρα, παρά το μεσαίο μέγεθός μας, στο επίκεντρο της κρίσης, όχι της ελληνικής αλλά της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μπορώ να πω.

Γιατί εδώ και πολύ καιρό πια, το ζήτημα έχει πάψει να έχει περιφερειακά χαρακτηριστικά. Το ζήτημα δεν είναι η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.  Το ζήτημα δεν είναι τρεις χώρες που έχουν ενταχθεί σε μηχανισμούς προστασίας και οι οποίες καλύπτουν και οι τρεις μαζί το 6% του δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης και λίγο παραπάνω το 7,5% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, αλλά το πρόβλημα είναι πλέον αυτό καθαυτό το ευρώ, η καρδιά του ο σκληρός του πυρήνας.

Και αυτό φάνηκε τις τελευταίες εβδομάδες με την απροκάλυπτη επίθεση κατά της Ιταλίας, κατά μίας μεγάλης χώρας που μετέχει στους G-8, μιας χώρας που καλύπτει μόνη της το 25% του δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης, μιας χώρας που οι δανειακές της ανάγκες είναι 350 δισ. το χρόνο, δηλαδή όσο είναι το σύνολο του ελληνικού δημοσίου χρέους, μιας χώρας που το χρέος της είναι βραχυπρόθεσμο και εσωτερικό. Άρα βρισκόμαστε στον πυρήνα, τον τετηγμένο πυρήνα του ευρώ.

Ουδέν κακόν, βέβαια, αμιγές καλού. Διότι με τις εξελίξεις αυτές ωρίμασαν οι αντιλήψεις, η αίσθηση του επείγοντος έγινε πολύ πιο έντονη. Το ευρωπαϊκό πρόβλημα συνδέθηκε με το ελληνικό και αντίστροφα. Πάντα υπήρχε το πρόβλημα της δικής μας αδυναμίας πλήρους ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις μας, αλλά οι υποχρεώσεις αυτές ήταν εξ ορισμού πάρα πολλές και πάρα πολύ σκληρές.

Αυτό δεν μειώνει σε τίποτε τις ευθύνες μας. Τις ευθύνες μας πρέπει να τις ομολογούμε και να τις αναλαμβάνουμε και διαχρονικά και στο παρόν χρονικό διάστημα, αλλά η αλήθεια είναι πως υπήρχε ένα θεμελιώδες διαρθρωτικό πρόβλημα που ακούει στο όνομα μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Όλες οι προσπάθειες για τη δραστική μείωση του ελλείμματος, για την παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων, για τη δημοσιονομική αναδιάρθρωση, για την αλλαγή του φορολογικού συστήματος, για τον εκσυγχρονισμό του ίδιου του μοντέλου ανάπτυξης της χώρας είχαν και έχουν μία θεμελιώδη προϋπόθεση, την οποία συνηθίζω να λέω, «πάτο στο βαρέλι» του δημοσίου χρέους.

Εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα απόχρωση την οποία πρέπει να προσέχουμε πάντα. Και πριν τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, το ελληνικό δημόσιο χρέος τυπικά θεωρείτο βιώσιμο και αυτό συνομολογούσαν και συνομολογούν έως σήμερα οι εκθέσεις όλων των αρμοδίων οργάνων και πιο συγκεκριμένα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ξέρουμε, όμως, πια καλά ότι δεν έχει σημασία μόνο ή κυρίως το τι λέει το θεσμικό περιβάλλον, τι λέει ο διεθνής δημόσιος τομέας, σημασία έχει πως αντιδρούν οι αγορές. Και σημασία δεν έχει ποια είναι τα οικονομικά στοιχεία, σημασία έχει ποια είναι η πρόσληψη, ποια είναι τελικά η υποκειμενική αίσθηση περί του τι συμβαίνει, περί του ποιες είναι οι προοπτικές.

Η αίσθηση, λοιπόν, της αγοράς, η αίσθηση των οίκων αξιολόγησης ήταν μία αίσθηση αβεβαιότητας, ανεπάρκειας και τώρα πια που τα πράγματα σκλήρυναν και αφορούν τον πυρήνα του ευρώ και κατά τον τρόπο αυτό αφορούν όλες τις μεγάλες νομισματικές ζώνες, συμπεριλαμβανομένης και της ζώνης του δολαρίου, παραμονές μιας πολύ κρίσιμης ημερομηνίας για την αμερικανική διοίκηση. Καθώς ξέρετε ότι τώρα παίζεται ένα πολύ μεγάλο πολιτικό και δημοσιονομικό παιχνίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες, έπρεπε να γίνει μία κινητοποίηση κατά τα πρότυπα που ακολουθεί συνήθως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τι διδάσκει η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Ότι υπάρχουν μακρές περίοδο αμηχανίας, αβεβαιότητας, κρίσης, δυστοκίας, υπάρχει μία εμπλοκή σε τεχνικό επίπεδο και ξαφνικά ωριμάζουν οι συνθήκες, εισάγεται μια ισχυρή δόση πολιτικού βολονταρισμού και σε ένα επίπεδο κορυφής αναλαμβάνεται μία πρωτοβουλία, λαμβάνεται μία απόφαση η οποία ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας, έναν άλλον ορίζοντα.

Αυτό δεν γίνεται ούτε τυχαία, ούτε εύκολα. Θέλει πολύ μεγάλη προετοιμασία, πολύ μεγάλη ζύμωση, θέλει ωρίμανση, θέλει επιχειρηματολογία, θέλει επαφές, θέλει να διαμορφώσεις ξανά αξιοπιστία, να κερδίσεις ένα κεφάλαιο διαπραγματευτικής ισχύος και αξιοπιστίας και αυτό το καταφέραμε.

Το καταφέραμε με τη βοήθεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και με την βοήθεια της Αντιπολίτευσης σε ένα βαθμό, διότι υπήρξαν κάποια μικρά δείγματα συναίνεσης που είχαν πολύ καλή επιρροή στο εξωτερικό, όπως για παράδειγμα η ψήφιση των διατάξεων για τις ιδιωτικοποιήσεις και η συναινετική επιλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του νέου Ταμείου Ιδιωτικοποίησης της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου.

Και έτσι η ψήφιση του Μεσοπροθέσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής, η ψήφιση του Εφαρμοστικού Νόμου, ο διορισμός της διοίκησης του Ταμείου Ιδιωτικοποιήσεων, σε συνδυασμό με όλα τα μεγάλα γεγονότα που ανέφερα  -αλλά μικρά και μεγάλα αναμειγνύονται σ’ αυτή την διαπραγμάτευση και σ’ αυτή τη ζύμωση- οδήγησε τελικά στην απόφαση αυτή.

Η απόφαση αυτή υπερέβη τις προσδοκίες γιατί έχει πολύ μεγάλη απόσταση από τα σενάρια που υπήρχαν πριν από την παραμονή της Συνόδου Κορυφής. Ενώ μέχρι τις 20 Ιουλίου ο διεθνής τύπος και οι αναλυτές πίστευαν ότι θα κινηθούμε σε ένα επίπεδο συμβατικών ποσών και περιορισμένου ορίζοντα, ότι θα κινηθούμε μέχρι τα μέσα του 2014 σε ένα επίπεδο συνολικής βοήθειας 120 δισεκατομμυρίων ευρώ, από τα οποία 60 θα καταβάλει ο δημόσιος τομέας, 30 ο ιδιωτικός με το σχήμα της δικής του εμπλοκής με το PSΙ και 30 η Ελλάδα μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις.

Τελικά πήγαμε σε ένα σχήμα με ορίζοντα μέχρι το 2020, συμπεριλαμβανομένου όλου του 2020, και πήγαμε σε έναν όγκο προγράμματος που δεν είναι 120 δισεκατομμύρια, αλλά είναι ονομαστικά 215 δισεκατομμύρια: 109 από τη γενικότερη συμβολή του δημόσιου τομέα και 106, καθαρά μάλιστα, από τη συμβολή του ιδιωτικού τομέα.

Αυτό άλλαξε τα δεδομένα, γιατί έπρεπε να δοθεί μία απάντηση η οποία να είναι πειστική, ει δυνατόν να είναι οριστική, παρ’ ό,τι οι αγορές είναι αδηφάγες, δύσπιστες και παρ’ ό,τι βεβαίως, υπάρχουν πολλές πηγές αβεβαιότητας σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα εξακολουθεί η διαπραγμάτευση στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία να καταλάβουμε την πολιτική βαρύτητα της απόφασης αυτής. Μέσα σε ένα σύστημα θεσμικό που περιλαμβάνει 17 Κυβερνήσεις, άλλες Κυβερνήσεις πλειοψηφικές άλλες μειοψηφικές, άλλες συμμαχικές, άλλες υπηρεσιακές, άλλες μετά από εκλογές, άλλες πριν από εκλογές, 17 Κοινοβούλια, 17 κοινωνίες, 17 κοινές γνώμες, 17 κύκλους πολιτικούς και εκλογικούς.

Ποιος κυβερνά την Ευρωπαϊκή Ένωση και εν προκειμένω την Ευρωζώνη; Ένας μεγάλος κυλιόμενος συνασπισμός ο οποίος δεν τελειώνει ποτέ τους εκλογικούς του κύκλους, γιατί πάντα κάτι συμβαίνει.

Φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι να λαμβάνονται αποφάσεις μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Και φανταστείτε πόσα επιμέρους θεσμικά συμφέροντα πρέπει να σταθμίσει κανείς. Άλλα είναι τα συμφέροντα μιας εξωκομματικής νέας κυβέρνησης συνασπισμού στη Φινλανδία, άλλα τα συμφέροντα ενός μεγάλου Συνασπισμού στην Γερμανία, αλλά τα συμφέροντα ενός Προέδρου ο οποίος προετοιμάζει εκλογές, άλλα τα συμφέροντα ενός Πρωθυπουργού υπηρεσιακού στο Βέλγιο κλπ.  Και βέβαια, άλλος είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που θέλει να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της και την ευστάθεια της, γιατί σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει μία κακή Τράπεζα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και πρέπει να μπορεί να επιτελεί το θεσμικό της ρόλο προς όφελος του ευρώ.

Προκειμένου, λοιπόν, οι θεσμικοί μας εταίροι να μετέχουν σ’ αυτό το νέο διάβημα έθεσαν δύο όρους: Πρώτον, εμείς να είμαστε σοβαροί και να εκπληρούμε τις υποχρεώσεις μας και να συμβάλουμε μέσω των ιδιωτικοποιήσεων με 28 δισεκατομμύρια ευρώ, μέχρι τα μέσα του 2014. Δεύτερον, να μετάσχει και ο διεθνής ιδιωτικός τομέας κυρίως οι τράπεζες, αλλά συμπληρωματικά και οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα ασφαλιστικά ταμεία, γιατί δεν νοείται η αγορά να διαμορφώσει αυτές τις συνθήκες που ξέρετε σε σχέση με τα ελληνικά ομόλογα, η δευτερογενής αγορά και οι τράπεζες οι οποίες -εν πάση περιπτώσει- τόσα χρόνια έχουν αξιοποιήσει το δημόσιο χρέος για τη δική τους κερδοφορία να μην μετέχουν καθόλου σ’ αυτό το βάρος.

Οι τράπεζες προσήλθαν σ’ αυτή τη διαπραγμάτευση σε εθελοντική βάση με εκπρόσωπό τους τη διεθνή τους Ένωση, το Διεθνές Χρηματοοικονομικό Ινστιτούτο (IIF), που εδρεύει στην Ουάσιγκτον και του οποίου ο Εκτελεστικός Διευθυντής είναι ο κ. Dallara, αλλά Πρόεδρος αιρετός είναι ο κ. Ackermann, ο Πρόεδρος της Deutsche Bank. Και μετά από πάρα πολλούς γύρους διαπραγματεύσεων, μετά από μία αντίθεση μεταξύ των προτάσεων γαλλικής και γερμανικής προέλευσης φτάσαμε σε μία υπέρβαση, φτάσαμε σε μία συμμετοχή, η οποία εκτείνεται μέχρι το 2020, όπως είπα και αφορά ομόλογα συνολικής ονομαστικής αξίας 135 δισεκατομμυρίων.

Αυτά τα ομόλογα εντάσσονται σε ένα σχήμα σύμφωνα με το οποίο είτε ανταλλάσσονται για 30 χρόνια, είτε επεκτείνονται για 30 χρόνια στο άρτιο, είτε επεκτείνονται για 30 χρόνια υπό το άρτιο στο 80%, είτε επεκτείνονται για 15 χρόνια υπό το άρτιο στο 80%.

Αυτό συνεπάγεται μεσοσταθμικά μία επιβάρυνση των τραπεζών κατά 21% σε σχέση με την παρούσα αξία των ομολόγων, άρα εγγράφουν ζημίες οι τράπεζες, τις οποίες ούτως ή άλλως, θα έγραφαν στα βιβλία τους εκ μόνου του λόγου ότι κατέχουν ομόλογα χωρών που θεωρούνται εν πάση περιπτώσει προβληματικά.

Όλα αυτά γίνονται με όρους εξαιρετικά καλούς για τη χώρα μας, γιατί όλα αυτά τελούν υπό την εγγύηση της Ευρωζώνης και του ΙMF μέσω του υπάρχοντος μηχανισμού χρηματοπιστωτικής ευκολίας της Ευρωζώνης του EFSF που στηρίζει το διάβημα της συμμετοχής των ιδιωτών PSΙ με μία πολύ μεγάλη ενίσχυση χρηματοοικονομική, μια εγγύηση της τάξεως των 45 δισεκατομμυρίων.

Αυτό επιτρέπει να είναι εγγυημένα τα νέα ομόλογα με χαρακτήρα τριπλού «Α», δηλαδή με την υψηλότερη δυνατή διαβάθμιση. Το σημαντικότερο είναι όμως:

  • Πρώτον, το γεγονός ότι εγκαθιδρύεται στο εσωτερικό αυτού του συστήματος μέσα από τις συμβολές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα ένας μηχανισμός επαναγοράς χρέους στη δευτερογενή αγορά.
  • Και δεύτερον, ότι όλα αυτά γίνονται με πλήρως διασφαλισμένο το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.


Αυτή τη στιγμή το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι το πιο διασφαλισμένο τραπεζικό σύστημα στην Ευρώπη, αυτό που έχει τις περισσότερες θεσμικές διασφαλίσεις για τους καταθέτες, για τους επενδυτές με κάπως δυσαρεστημένους τους μετόχους, οι οποίοι πρέπει να κληθούν να συνεισφέρουν στην κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών και άρα μπορεί να χάσουν μέρος της θέσης τους στη σύνθεση του μετοχικού κεφαλαίου.

Η απόφαση δίνει προκαταβολικά απάντηση σε οποιαδήποτε αρνητική αξιολόγηση, διασφαλίζεται η ρευστότητα των τραπεζών μέσω του Ευρωσυστήματος και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με εγγύηση που να χρειαστεί θα παράσχει και πάλι το EFSF, 35 δισεκατομμύρια είναι έτοιμα να δοθούν ανά πάσα στιγμή για το σκοπό αυτό, ενώ εξασφαλίζεται και η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών για τις ζημίες που θα γράψουν και υπάρχουν προς το σκοπό αυτό διαθέσιμα 20 δισεκατομμύρια.

Άρα, τέτοιος πολλαπλός θώρακας δεν υπάρχει για κανένα τραπεζικό σύστημα, γι’ αυτό κάλεσα τους καταθέτες να ξαναγυρίσουν τα λεφτά τους στην Ελλάδα.  Γιατί ούτε κάτω από το στρώμα τους στο σπίτι έχει νόημα να τα έχουν, ούτε σε άλλες τράπεζες του εξωτερικού που μπορεί να μην έχουν την διασφάλιση που έχει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. 

Και άρχισε ήδη από τη Δευτέρα να εμφανίζεται αυτή η αντίστροφη ροή, επανέρχονται καταθέσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Οι δε οίκοι αξιολόγησης οι οποίοι ακολουθούν ένα πρωτόκολλο αξιολογήσεων, πέρα από τους τυπικούς χαρακτηρισμούς οι οποίοι είναι ρητά προσωρινοί, ώσπου να ολοκληρωθεί το σχήμα της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, για πρώτη φορά ανακοίνωσαν αιτιολογίες οι οποίες είναι θετικές για το νέο σχήμα και για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας.

Και σήμερα το πρωί η ελληνική Κυβέρνηση που έχει τον έλεγχο, την ιδιοκτησία της διαδικασίας σε εκτέλεση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ξεκίνησε τη διαδικασία αυτή εδώ στην Ελλάδα με τη συμμετοχή όλων των θεσμικών εταίρων: της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωζώνης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του EFSF, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με τη συμμετοχή των Συντονιστών της επιχείρησης αυτής εκ μέρους των τραπεζών που είναι η Deutsche Bank, η BΝP Paribas και η HSBC των συμβούλων μας των χρηματοοικονομικών που είναι η Lasard και των νομικών συμβούλων του ελληνικού δημοσίου και των συντονιστών προκειμένου να οργανώσουμε αυτήν όλη την επιχείρηση γρήγορα, αποτελεσματικά, επιτυγχάνοντας το υψηλό επίπεδο συμμετοχής που προβλέπει η απόφαση, δηλαδή 90% των ομολόγων που λήγουν μέχρι το 2020.

Και τι πετυχαίνουμε τώρα; Πετυχαίνουμε μία εντυπωσιακή ελάφρυνση του κόστους εξυπηρέτησης γιατί το μέσο επιτόκιο σταθεροποιείται για το σύνολο του χρέους σε επίπεδα κάτω του 5%, επίπεδα πολύ χαμηλά για τα δεδομένα της διεθνούς αγοράς. Η συμβολή του δημόσιου τομέα, δηλαδή των εταίρων μας παρέχεται με πολύ χαμηλό επιτόκιο, το επιτόκιο του EFSF 3,5%. Ταυτόχρονα διπλασιάζεται η μέση διάρκεια του χρέους, από τα 6,5 χρόνια πηγαίνουμε στα 13,5, όταν στις καλές εποχές πριν το 2008 η μέση διάρκεια του χρέους ήταν 8 χρόνια.

Τα πρώτα χρόνια μέχρι το 2016 το επιτόκιο είναι ακόμη χαμηλότερο και του ιδιωτικού τομέα, γιατί και του ιδιωτικού τομέα είναι 4%. Τα πρώτα 10 χρόνια η ενίσχυση του δημόσιου τομέα παρέχεται με περίοδο χάριτος, άρα δεν πληρώνουμε χρεολύσια, πληρώνουμε μόνο τόκους. Αλλάζουν οι ληκτότητες, οι δανειακές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου μέχρι το ’20 είναι στην πραγματικότητα διασφαλισμένες. Έχουμε να ικανοποιήσουμε μόνο τους θεσμικούς μας εταίρους, όχι ιδιώτες.

Οι δανειακές ανάγκες για τα επόμενα εννιά χρόνια είναι περίπου 80 δισεκατομμύρια, όταν πριν από το σχήμα αυτό υπήρχαν έτη, ένας έτος στο οποίο είχαμε δανειακές ανάγκες 65 δισεκατομμυρίων.

Άρα, η ελάφρυνση, η ανακούφιση είναι πάρα πολύ μεγάλη. Όλα όμως αυτά εξαρτώνται από τη δική μας στάση, από το αν εμείς είμαστε αποτελεσματικοί, είμαστε πειθαρχημένοι, είμαστε συνεπείς, έχουμε αίσθηση της ευθύνης έναντι της ιστορίας και του μέλλοντος του τόπου και έχουμε αυτή την αίσθηση.

Ο ελληνικός λαός είναι έτοιμος να συνεισφέρει, έχει υποστεί πάρα πολλές θυσίες, πολλές από τις θυσίες αυτές, που λόγω της πίεσης και της ταχύτητας είναι άδικες και θα αποκαταστήσουμε τις αδικίες αυτές και θα επαναφέρουμε τα πράγματα σε μία ηθική ισορροπία με το Εθνικό Φορολογικό Σύστημα το οποίο θα έχει ψηφιστεί μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου, χωρίς να αλλάζουν οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Εάν πρόκειται να συνεισφέρουμε 100, θα συνεισφέρουμε 100, αλλά η κατανομή των βαρών στο εσωτερικό της χώρας θα γίνει με όσο γίνεται πιο δίκαιο και διορατικό τρόπο, κοινωνικά ευαίσθητο και αναπτυξιακά αποτελεσματικό. Το εθνικό φορολογικό σύστημα μπορεί να συσπειρώσει τη χώρα, να διασφαλίσει συνθήκες εθνικής ενότητας, πολιτικής συναίνεσης και κοινωνικής συνοχής και να αποτελέσει τη βάση του νέου αναπτυξιακού μοντέλου.

Καταλαβαίνουν οι πάντες, οι εταίροι μας δηλαδή, ότι χωρίς επέμβαση στην πραγματική οικονομία, χωρίς ανάσχεση της ύφεσης και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης δεν θα πετύχουμε πρωτογενή πλεονάσματα και άρα τους στόχους μας. Γι’ αυτό η απόφαση της 21ης Ιουλίου προβλέπει ρητά το ευρωπαϊκό «Σχέδιο Μάρσαλ».

Μπορεί το Δόγμα Τρούμαν να μην έχει αφήσει τόσο καλή ανάμνηση στη συλλογική μνήμη του ελληνικού λαού, αλλά το Σχέδιο Μάρσαλ έχει αφήσει. Και Σχέδιο Μάρσαλ σημαίνει αξιοποίηση των υπαρχόντων κονδυλίων, των κονδυλίων των Διαρθρωτικών Ταμείων, του Ταμείου Συνοχής, του Ταμείου για την Παγκοσμιοποίηση, των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας για την ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη.

Υπάρχει task force στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πλέον, επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης που ασχολείται με την Ελλάδα. Τα κράτη–μέλη, όπως η Γερμανία, είναι έτοιμα να συνεισφέρουν κι αυτά. Υπάρχει τεχνική βοήθεια από παντού, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και από κράτη–μέλη.

Και από την επίσκεψή μου στην Ουάσιγκτον είχα την ευκαιρία να μιλήσω με την κα. Lagarde και το επιτελείο και πολλά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, να επιβεβαιώσουμε ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα είναι μέσα, εταίρος και στο νέο πρόγραμμα.

Η Αμερικανική Κυβέρνηση με τον Υπουργό Οικονομικών, τον κ. Geithner, επιβεβαίωσε ρητά ότι στηρίζει και διμερώς και μέσω του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου του οποίου είναι ο βασικός μέτοχος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν το 17%.  Μιλήσαμε με άλλες χώρες όπως είναι η Κίνα για το πώς μπορούν να συμβάλουν. Και βέβαια τώρα εμείς πρέπει να περάσουμε τα μηνύματα αυτά, αρχής γενομένης από τις χώρες που εκπροσωπούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, οι οποίες δεν είναι ευρωπαϊκές και δεν αντιλαμβάνονται τον τρόπο με τον οποίον λειτουργούμε εμείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρα, χώρες όπως η Βραζιλία ή η Ινδία πρέπει να είναι στο επίκεντρο της προσοχής μας αυτές τις μέρες και αυτό είναι ένα ωραίο πεδίο συνεργασίας μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών και Οικονομικών, γιατί πρέπει να κάνουμε συντονισμένες κινήσεις σε όλα τα επίπεδα, ώστε να είναι αντιληπτό ότι ο καταστατικός σκοπός του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που δια γυμνού οφθαλμού έχει ως προτεραιότητά του τις υπό ανάπτυξης χώρες, εξυπηρετείται μέσα από τη στήριξη της ευρωζώνης, γιατί η στήριξη της ευρωζώνης που είναι και στήριξη του δολαρίου, είναι  στήριξη της παγκόσμιας οικονομίας.

Βεβαίως, ο πόλεμος είναι ασύμμετρος, γιατί από τη  μια μεριά έχουμε κράτη και διεθνείς οργανισμούς, από την άλλη μεριά έχουμε ιδιωτικές οντότητες, έχουμε τράπεζες, έχουμε Funds, έχουμε οίκους αξιολόγησης, έχουμε εκτιμητικές εταιρείες, έχουμε χρηματιστήρια, έχουμε μέσα ενημέρωσης, που με πολύ μεγάλη ευελιξία μπορούν να κινούνται χωρίς το βάρος και τους καταναγκασμούς, τους πολιτικούς και τους κοινωνικούς, που έχει ένα κράτος ή ένας διεθνής οργανισμός, αλλά αυτή η ασυμμετρία είναι ένα χαρακτηριστικό που υπάρχει σε όλα τα θέματα στον σημερινό κόσμο. Και άρα πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα αυτή και να την αξιοποιήσουμε προς όφελός μας.

Το διπλωματικό δυναμικό της χώρας, οι Πρεσβευτές μας, εσείς κατ’ αρχάς, πρέπει να ξέρετε τις λεπτομέρειες της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα και τις λεπτομέρειες του πλαισίου μέσα στο οποίο κινούμαστε και το κλίμα που συναντούμε στους οργανισμούς με τους οποίους συναλλασσόμαστε.

Η Ελλάδα της κρίσης και της απαισιοδοξίας εξακολουθεί να είναι η 27η σε όγκο οικονομία στον κόσμο σε απόλυτους αριθμούς. Και το μεγάλο στοίχημα είναι να μετατρέψουμε διαρθρωτικές αδυναμίες σε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Ο ελληνικός τουρισμός θα είναι πάντα τουρισμός πρώτης γραμμής. Το real estate στην Ελλάδα θα είναι πάντα πολύ σημαντικό. Οι ενδογενείς πόροι ανάπτυξης που είναι οι άνθρωποι και οι ικανότητές τους και η γη είναι πάντα ένα μεγάλο πλεονέκτημα για τη χώρα.

Ο κοσμοπολιτισμός της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας και το μεγάλο μέγεθος, το πρώτο μέγεθος στον κόσμο, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ο απόδημος ελληνισμός είναι ένα σημαντικό οικονομικό μέγεθος. Από τα παραδοσιακά υλικά θα προκύψει ο ριζικός εκσυγχρονισμός και μετασχηματισμός του μοντέλου ανάπτυξης.

Χρειάζεται βεβαίως αξιοπρέπεια, απαγορεύεται η απαισιοδοξία και ο  μικρομεγαλισμός και επιβάλλεται να αγωνιστούμε όλοι μαζί προκειμένου να περάσουμε ένα μήνυμα στον ελληνικό λαό και στη διεθνή κοινή γνώμη, το ίδιο μήνυμα, γιατί δεν μπορείς να μιλάς με διπλή γλώσσα στον σημερινό κόσμο, όπου τα πάντα κυκλοφορούν αμέσως ως παγκόσμια πληροφορία: Πώς έχουμε συνείδηση της ευθύνης μας και της κατάστασής μας, έχουμε συνείδηση των δυνατοτήτων, είμαστε έτοιμοι να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία, έχουμε ξανά μία ευκαιρία, ένα momentum, θα κάνουμε όλοι μαζί, όλα όσα πρέπει, ώστε να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας, να είμαστε εμπρόθεσμοι και αποτελεσματικοί και να αξιοποιήσουμε το νέο μηχανισμό, ώστε να μειώσουμε αισθητά το βάρος του δημοσίου χρέους και να παραδώσουμε στα παιδιά μας και στα εγγόνια  μας μια χώρα η οποία έχει δημοσιονομική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια και καταλαμβάνει στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια αγορά τη θέση που της αναλογεί όχι ιστορικά, αλλά παραγωγικά, τη θέση που αντιστοιχεί στη συνολική εθνική παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα.

Αυτό το μήνυμα πρέπει να το παρουσιάζουμε με έναν συγκροτημένο τεκμηριωμένο τρόπο, ήρεμο, αλλά και αποφασιστικό, γιατί μπορούμε να υποστηρίξουμε τις θέσεις αυτές και μπορούμε να είμαστε πραγματικά κήρυκες και πρεσβευτές μιας νέας ελληνικής ευκαιρίας, την οποία την στηρίζουν οι εταίροι μας και θα υποχρεωθούν να την στηρίξουν και οι αγορές εάν εμείς κάνουμε αυτά που έχουμε να κάνουμε.

Σας ευχαριστώ πολύ.redsq

Ερωτήσεις –Απαντήσεις




Στ. Λαμπρινίδης: Να πάρουμε λίγες ερωτήσεις.

redsq Ευ. Βενιζέλος: Έχω δέκα λεπτά!

Στ. Λαμπρινίδης: Άρα σύντομες και περιεκτικές.

κ. Πουκαμισάς:
Κύριε Αντιπρόεδρε, κύριε Υπουργέ, θα ήθελα να ρωτήσω πότε προβλέπετε και πρέπει να γίνει για να πάνε καλά τα πράγματα για να βγούμε το δυνατό συντομότερα να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό μας; Και πιστεύετε ότι ο ρυθμός όπως έχει καταγραφεί με κάθε λεπτομέρεια στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, ο ρυθμός δηλαδή ιδιωτικοποιήσεων των δημοσίων Οργανισμών και επιχειρήσεων, θα μπορέσει να προχωρήσει σύμφωνα με το πρόγραμμα που έχει ταχθεί;

redsq Ευ. Βενιζέλος: Λέω να ακούσω όλες τις ερωτήσεις και να επιχειρήσω να δώσω μια ενιαία απάντηση για να κερδίσουμε χρόνο για περισσότερες ερωτήσεις.

κ. Δασκαρόλης: Κύριε Πρόεδρε σας ευχαριστούμε για την πάρα πολύ εμπεριστατωμένη παρουσίαση που μας κάνατε, η οποία είναι απόλυτα χρήσιμη. Θα ήθελα από πλευράς μου να θέσω δυο ζητήματα. Το ένα είναι το θέμα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση από το έτος 2009. Αυτή τη στιγμή με την προοπτική το 2014 να φτάσει στα 305 εκατ.

Είναι το δεύτερο λιγότερο δαπανηρό Υπουργείο σε σύγκριση με το Υπουργείο Περιβάλλοντος το οποίο μάλιστα πρόσφατα γνώρισε μια μικρή αύξηση ο προϋπολογισμός του. Αυτό είναι ένα ερώτημα.

Ένα δεύτερο ερώτημα είναι, λαμβάνει χώρα μια γενικότερη προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Έχουμε την αίσθηση ότι αυτή η προσπάθεια επειδή ίσως έπρεπε να είχε γίνει από χρόνια, καμιά φορά γίνεται πάρα πολύ βιαστικά έχουμε την ανησυχία και το έχουμε υποστεί ήδη, να γίνεται με ισοπεδωτικά κριτήρια. Αντιλαμβανόμαστε όλοι και από όλους τους ομιλητές και τους Υπουργούς –κι αυτό ήταν κάτι πάρα πολύ σημαντικό- αυτή η αναγνώριση της ιδιομορφίας του Υπουργείου Εξωτερικών και της αποστολής του.

Όμως υπάρχει μια τάση η οποία εξομοιώνει, αν θέλετε, μια οποιαδήποτε σχολάζουσα ΔΕΚΟ με τις διπλωματικές Αρχές. Ο προηγούμενος πολιτικός μας Προϊστάμενος ο κ. Δρούτσας κάποια στιγμή απολογήθηκε και είπε «Τι θέλετε να κάνω; Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Θα σας παρακαλούσα πάρα πολύ αν είναι εύκολο να έχουμε κάποιες απαντήσεις στα ζητήματα αυτά, τα οποία όπως αντιλαμβάνεστε μας καίνε. Ευχαριστώ πολύ.

κ. Ράλλης: Ευχαριστώ κ. Πρόεδρε. Όλοι μας κατά εποχάς έχουμε βρεθεί σε δύσκολες στιγμές με τον τελευταίο αρθρογράφο της χώρας που είμαστε διαπιστευμένοι, να ειρωνεύεται σχεδόν την κοινωνική, πολιτική ζωή του τόπου, ακόμη και καταξιωμένες καταστάσεις και πρόσωπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τη δική μου, τον Πρωθυπουργό να δηλώνει δημόσια ότι δεν θα επιθυμούσε να ταπεινωθεί όπως η Ελλάδα και οι συνακόλουθες καταστάσεις.

Μέχρι στιγμής μια τακτική που ακολουθήθηκε ευπρέπειας και αποφυγής σχολιασμού επικρατούσε. Μήπως θα έπρεπε κάποια στιγμή να μας δίνατε περισσότερες οδηγίες, με κομψό πάντα τρόπο και με κοσμιότητα λίγο να τους βάλουμε στη θέση τους. Ευχαριστώ.

κ. Κατράνης: Ευχαριστώ πολύ και ευχαριστώ πολύ κ. Υπουργέ για την εισήγησή σας, συμφωνώ απόλυτα με τον κ. Ράλλη και πραγματικά ομολογώ ότι μου έλειπε η ενημέρωση για το τι γίνεται, πως πρέπει να απαντήσω, που θα πρέπει να εντοπίσω το ενδιαφέρον μου. Μπορώ να βρω μερικά πράγματα, μπορεί να ξέρω μόνος μου να απαντάω, αλλά ποια είναι η πολιτική θέση που πρέπει να δώσω, μου έχει λείψει και εξακολουθεί να μου λείπει, ελπίζω ότι θα την έχω στο μέλλον.

Σε δυο μικρά πράγματα θέλω να αναφερθώ. Το πρώτο είναι αυτή η εμμονή που ακούω και το αναφέρατε κι εσείς στο σχέδιο Μάρσαλ. Το σχέδιο Μάρσαλ είναι ένα ιστορικό φαινόμενο μιας εποχής, που σημαίνει απλά την προσπάθεια αποστρατικοποίησης της αμερικανικής οικονομίας μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν νομίζω ότι σήμερα μπορούμε να μιλάμε στην Ευρώπη για σχέδιο Μάρσαλ, θα πρέπει και συμβολικά –γιατί ο συμβολισμός παίζει κάποιο ρόλο- να αλλάξουμε την ορολογία. Μπορούμε να το πούμε «σχέδιο ευρωπαϊκό», ή κάπως αλλιώς. Το σχέδιο Μάρσαλ επιτρέψτε μου να σας πω με ενοχλεί, ομολογώ. Είναι προσωπική μου άποψη.

Επίσης, αναφερόμενος σε μελέτες σε εκδηλώσεις σε συνεντεύξεις Γερμανών κυρίως οικονομολόγων, θα ήθελα να σας θέσω την ερώτηση: τι παράγει η Ελλάδα, τι μπορεί να παράγει η Ελλάδα για να μπορεί να αυξήσει το εισόδημά της. Γιατί οι Γερμανοί αμφισβητούν ότι παράγουμε κάτι. Ευχαριστώ πολύ.

Ερώτηση: Κύριε Υπουργέ, στρατηγέ μου, είμαστε οι στρατιώτες σας! Και σαν στρατιώτες από εσάς περιμένουμε το σήμα, το σινιάλο για να μπορέσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας. Το σινιάλο είναι αυτό που είπατε εσείς, αυτό που περιμένουν και οι ξένοι: να κάνουμε αυτά που πρέπει να κάνουμε.

Όταν θα αρχίσουμε να τα κάνουμε, να είστε βέβαιοι ότι κι εμείς θα κάνουμε πολύ καλύτερα και πιο αποτελεσματικά τη δουλειά μας και οι ξένοι οι οποίοι γνωρίζουν για την Ελλάδα όσα δεν είχαν μάθει όλη την υπόλοιπη ζωή τους, διότι τα έχουν διαβάσει και τα διαβάζουν συνεχώς, θα ανταποκριθούν αμέσως. Αλλά όπως είναι φυσικό, περιμένουν να δουν.

redsq Ευ. Βενιζέλος: Λοιπόν να απαντήσω. Κοιτάξτε αρχίζω από το τέλος. Είναι έτσι. Είναι φιλικοί απέναντί μας, φυσικά υπάρχει μια κοινότητα συμφερόντων, υπάρχει μια στάθμιση κόστους–οφέλους. Και αναμφίβολα η αδυναμία μας είναι και δύναμή μας διαπραγματευτικά.

Αλλά αλίμονο εάν επαναπαυτούμε, αλίμονο αν κρυφτούμε πίσω από ορισμένες αποφάσεις και αλίμονο αν στρουθοκαμηλίσουμε. Το momentum κερδίζεται εύκολα και χάνεται ακόμη ευκολότερα, ή για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, κερδίζεται δύσκολα και χάνεται εύκολα.

Άρα, συμφωνώ ότι πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας, η μάχη κερδίζεται στο εσωτερικό και αυτό αντανακλάται αμέσως στο εξωτερικό. Άλλωστε τελούμε υπό διεθνή επιτήρηση.

Και μη μας ξενίζει το γεγονός ότι υπάρχει περιορισμός της οικονομικής και δημοσιονομικής μας ανεξαρτησίας, αυτό είναι φυσικό για κάθε Ένωση όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι φυσικό για κάθε κοινή αγορά, είναι ακόμη πιο φυσικό για κάθε κοινό νόμισμα. Ούτως ή άλλως ισχύουν μηχανισμοί πολυμερούς εποπτείας, ούτως ή άλλως και εμείς μετέχουμε στον έλεγχο που ασκείται σε όλες τις άλλες χώρες.

Είμαστε και ελεγχόμενοι και ελεγκτές, αλλά φυσικά όταν έχουμε τόσο κακές επιδόσεις με δική μας ευθύνη, είμαστε πρωτίστως ελεγχόμενοι το διάστημα αυτό. Είμαστε όμως και υποβοηθούμενοι. Αυτό να το ξέρουμε.

Σε τίποτε όμως αυτό δεν θίγει την αξιοπρέπειά μας, δεν πρέπει να αφήσουμε να θιγεί η αξιοπρέπεια των Ελλήνων πολιτών και του Έθνους. Και γι' αυτό πρέπει με μετριοπάθεια και με σεμνότητα και με την κατάλληλα αρθρωμένη επιχειρηματολογία να απαντούμε.

Υπάρχουν και θετικά δημοσιεύματα τώρα. Είναι εύκολο να υπάρχουν θετικά δημοσιεύματα, οι προβολείς της επικαιρότητας είναι στραμμένοι στην Ελλάδα. Η φωνή μας ακούγεται, όταν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε. Άρα θα συνεργαστούμε με τον Υπουργό των Εξωτερικών, ώστε να εφοδιάζεστε με σημειώματα ενημερωτικά, τα οποία να μπορείτε να τα χρησιμοποιείτε προς την κατεύθυνση αυτή και να είστε και ενήμεροι. Να είστε ενήμεροι, με βάση την επικαιρότητα με ένα ρυθμό δημοσιογραφικό και όχι ένα ρυθμό υπηρεσιακό αναγκαστικά.

Τώρα, στην ερώτηση για το αν μπορούμε να πετύχουμε το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, θα σας πω ότι αυτό είναι δύσκολο. Αυτή τη στιγμή οι στόχοι μας είναι: να πετύχουμε τις ιδιωτικοποιήσεις, να πετύχουμε στην εκτέλεση του προϋπολογισμού και ιδίως στα δημόσια έσοδα, να πετύχουμε στις διαρθρωτικές αλλαγές και να εφαρμόσουμε το σχέδιο υποστήριξης της πραγματικής οικονομίας το σχέδιο Μάρσαλ -θα δούμε τι σήμαινε ο όρος αυτός- για να μπορέσουμε να μειώσουμε την ύφεση και να βγούμε ει δυνατό σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2012. Όλα είναι δύσκολα. Και η εκτέλεση του προϋπολογισμού είναι πολύ δύσκολη, γιατί πρέπει να μαζέψουμε πολλά έσοδα και να περιορίσουμε τις δαπάνες. Και το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων έχει ορόσημα ανυπέρβλητα, πρέπει να έχουμε συγκεντρώσει 1,7 δισ. στις 30 Σεπτεμβρίου, 5 δισ. στις 31 Δεκεμβρίου.

Αν δεν το πετύχουμε αυτό, είμαστε αναξιόπιστοι. Διαλέγουμε τώρα στην αρχή προγράμματα τα οποία είναι εφικτά, έχουν λιγότερα προβλήματα και ωριμάζουμε τα υπόλοιπα, όπως είναι για παράδειγμα τα ακίνητα. Αλλά θέλουμε κάποιους μήνες γι' αυτό. Υπάρχουν όμως και άμεσοι στόχοι, άρα εκεί πρέπει να κάνουμε χρήση των πιο εύκολων λύσεων που έχουμε: επεκτάσεις συμβάσεων παραχώρησης, άδειες, τυχερά παιχνίδια, ορισμένοι φορείς του δημοσίου που είναι ώριμοι προς ιδιωτικοποίηση όπως η ΔΕΠΑ. Άρα λύσεις, οι οποίες είναι λίγο πολύ ασφαλείς, αν και τίποτε δεν είναι απλό. Θέλει μεγάλη βοήθεια και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τα θέματα του Υπουργείου Εξωτερικών και τα θέματα των διπλωματικών υπαλλήλων. Γνωρίζω τι έχει συμβεί και πως το έχετε εισπράξει αυτό, το έχω παρακολουθήσει. Ο Υπουργός σας από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε μου έχει θέσει τα θέματα αυτά και θα κάνουμε πολύ σύντομα μια συνάντηση διυπουργική για να τα δούμε και αναλυτικότερα. Κανείς δεν παραγνωρίζει τον ιδιαίτερο ρόλο της Διπλωματικής Υπηρεσίας και κανείς δεν θα ταυτίσει τη Διπλωματική Υπηρεσία με μια οποιαδήποτε ΔΕΚΟ που δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, ή δεν έχει σκοπό. Μην έχετε αυτή την αίσθηση. Κανείς δεν μπορεί να σας προβάλλει, γιατί αλλιώς θα υπονομεύαμε την ίδια τη δύναμη που διαθέτουμε στο εξωτερικό, για την εκπροσώπηση της χώρας.

Θέλουμε υπερήφανους και αξιοπρεπείς διπλωμάτες, οι οποίοι να εκπροσωπούν μια χώρα η οποία έχει και αυτοπεποίθηση και δυνατότητες. Είστε σε ένα ειδικό μισθολόγιο και το λαμβάνουμε υπόψη αυτό δεν θα θιγεί το ειδικό μισθολόγιο. Τα ειδικά μισθολόγια θα εξακολουθούν να υπάρχουν, το ενιαίο μισθολόγιο είναι ο κορμός αλλά υπάρχουν και τα ειδικά μισθολόγια.

Ξέρω ότι είστε πρόθυμοι να μετάσχετε στις θυσίες αναλογικά. Δεν θέλουμε στο στόχαστρο να είναι ο μισθωτός, ακόμη κι αν ο μισθωτός αυτός είναι ένας σχετικά υψηλόβαθμος και υψηλόμισθος μισθωτός. Κάνουμε τεράστιες προσπάθειες σχετικά με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, στρεφόμαστε στα υψηλά εισοδήματα στους μεγάλους οφειλέτες, στους ελεύθερους επαγγελματίες, στις  μεγάλες επιχειρήσεις. Δεν αρκούμεθα στο να βασανίζουμε το μισθωτό και τον συνταξιούχο, δεν το θέλουμε αυτό.

Από τα 100 δισ. δηλωμένου επισήμου εισοδήματος τα 70 δισ. παραμένουν αφορολόγητα για διάφορους λόγους και τα 70 φορολογούνται με μέσο όρο 30%. Η μέση όμως φορολόγηση είναι 9% στην Ελλάδα. Εάν τα 100 τα κάνουμε 130 και αν τα φορολογήσουμε όλα με μέση επιβάρυνση 15% θα έχουμε λύσει το πρόβλημα των δημοσίων εσόδων. Τόσο απλό είναι στην αφηρημένη διατύπωσή του το σχήμα! Αλλά βεβαίως θέλει πάρα πολύ δουλειά επί του συγκεκριμένου.

Θα τα συζητήσουμε όλα αυτά με τον Υπουργό των Εξωτερικών, ο οποίος σας έχει ως πρώτη του προτεραιότητα και πολύ σύντομα θα τα ξαναπούμε σε ένα περιβάλλον το οποίο θα αφορά τα θέματα τα υπηρεσιακά, γιατί τώρα αυτή η σύναξη αφορά θέματα εξωτερικής πολιτικής και πρέπει όταν έχουμε το μυαλό μας στην εξωτερική πολιτική να κάνουμε μια μικρή αφαίρεση, στιγμιαία έστω, και να λέμε ότι θα αφιερώσουμε τις δυνάμεις μας εκεί, ανεξαρτήτως του οτιδήποτε συμβαίνει στα άλλα. Όχι ότι τα άλλα δεν είναι ζωτικότατα και σοβαρότατα, απλώς να μπορούμε να κάνουμε καμιά φορά αυτή τη μικρή τεχνητή αφαίρεση, για να έχουμε την ικανοποίηση ότι παίξαμε ένα ρόλο σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή για την χώρα, αναλαμβάνοντας κινδύνους. Γιατί μην νομίζετε ότι η άσκηση πολιτικής, η άσκηση εξουσίας συνιστά κάποια απόλαυση, ούτε καν απόλαυση ούτε καν τιμή. Είναι ένα βάρος επώδυνο και δυσβάστακτο και αυτό σας το λέω κι εγώ που αποδέχτηκα τα πιο επικίνδυνα καθήκοντα. Έτσι τα θεωρούν τα καθήκοντά μου και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο!

Αλλά το κάνουμε όλοι μας και ο Πρωθυπουργός και όλη η Κυβέρνηση κι εγώ προσωπικά, γιατί θεωρούμε ότι αυτό μας έτυχε, αυτή είναι η πρόκληση και πρέπει να ανταποκριθούμε. Και εσείς που εφάπτεστε με την πολιτική εξουσία, διότι υλοποιείτε τη γενική πολιτική της χώρας, ως διπλωματικό προσωπικό ως Διπλωματική Υπηρεσία, το αντιλαμβάνεστε αυτό. Και είμαι βέβαιος ότι θα κάνετε την καλύτερη δυνατή χρήση αυτής της ευκαιρίας που σας έχει δώσει η πατρίδα, να την υπηρετείτε από μια τόσο υπεύθυνη, αλλά και τόσο επίζηλη θέση, όσο είναι η θέση του Πρεσβευτού της Ελλάδας στο εξωτερικό.

Σας ευχαριστώ πολύ.redsq

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΕξωτερική ΠολιτικήΠολιτικές Ομιλίες, 2011Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2011