Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011


Κυρίες και κύριοι, πρέπει να ξεκινήσω με τα θερμά μου συγχαρητήρια προς το Ίδρυμα Τσάτσου και προσωπικά προς τον Ξενοφώντα Κοντιάδη για την πρωτοβουλία της διοργάνωσης του Συμποσίου αυτού και για όλη τη σειρά εκδηλώσεων στη μνήμη του Δημήτρη Τσάτσου.

Αυτά που άκουσα προηγουμένως συνιστούν έναν πάρα πολύ θετικό οιωνό για την διατήρηση και την προβολή της μνήμης ενός ανθρώπου που αξίζει να μείνει ζωντανός πνευματικά και αξίζει να μνημονεύεται και να τιμάται από τους ομοτέχνους του και όχι μόνο.

Άλλωστε με προβληματίζει τις τελευταίες μέρες ένα δίλημμα τι είναι χειρότερο, η αίσθηση της απώλειας του ανθρώπου Δημήτρη Τσάτσου ή απώλεια της αίσθησης της απουσίας του;


Διότι το να μιλήσει κανείς για την αίσθηση της απώλειας είναι και επιβεβλημένο, αλλά πρέπει να πω και εύκολο. Ο θάνατος είναι ένα βιωματικό γεγονός. Ο θάνατος προσώπων που έχουν επηρεάσει ευρύτερα σύνολα εθνικά, κοινωνικά, υπερεθνικά όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχουν επηρεάσει την ακαδημαϊκή Κοινότητα, την επιστημονική έρευνα, δημιουργεί ορισμένα κύματα συναισθηματικά και ορισμένες δονήσεις διανοητικές.

Όταν χάνουμε όμως την αίσθηση της απώλειας, όταν δεν καταλαβαίνουμε τι μας λείπει τώρα και πόσο πολύ μας λείπει εν προκειμένω ο Δημήτρης Τσάτσος, τότε φοβούμαι, ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα να χάσουμε ως κοινωνία και ως κοινότητα την αίσθηση των μεγεθών.

Δεν έχει μνημονευτεί η απουσία του Δημήτρη Τσάτσου στο δημόσιο λόγο όσο έπρεπε την τελευταία κρίσιμη περίοδο. Η τελευταία φάση της ζωής του, η περιπέτειά του, η νοσηλεία του στο «ΑΤΤΙΚΟ» Νοσοκομείο συνέπεσε με τη σκληρή φάση της διαπραγμάτευσης του Μνημονίου, της ψήφισης του πρώτου κύματος νομοθετικών μέτρων, δεν μπόρεσε στην πραγματικότητα ο Δημήτρης να συμμετάσχει σ’ αυτό το δημόσιο γίγνεσθαι, δεν πληροφορήθηκε καλά – καλά που  βρισκόμασταν ως χώρα και τι επρόκειτο να συμβεί.

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές και όχι κατά μόνας, αλλά και στους κόλπους της Κυβέρνησης, πόσο διαφορετικά θα μπορούσε να είναι τα πράγματα, για παράδειγμα στις διμερείς ελληνογερμανικές σχέσεις αν την περίοδο αυτή ήταν παρών και ενεργός ο Δημήτρης Τσάτσος. Πόσο ευεργετική θα μπορούσε να είναι η παρουσία του, η μεσολάβησή του, το πολύτιμο κεφάλαιο των γνωριμιών του και του κύρους του στη Γερμανία, στους πολιτικούς και όχι μόνον τους ακαδημαϊκούς κύκλους στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.

Και θέλω να το καταγράψω αυτό ως ένα μνημόσυνο για το Δημήτρη, αλλά και ως μία παρατήρηση για την ποιότητα της δημόσιας ιστορίας στην οποία ανήκει και ο Δημήτρης.

Στο δεύτερο επίπεδο στο οποίο εντοπίζω εγώ αυτή την απώλεια της αίσθησης της απώλειας, είναι αυτό στο οποίο ήδη αναφέρθηκε ο Ξενοφών Κοντιάδης μόλις προηγουμένως : Δοκιμάζεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Στην πραγματικότητα δοκιμάζεται όλη η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η ευρωπαϊκή αμηχανία έχει φτάσει στην κορύφωσή της και αυτό έχει επιπτώσεις τώρα. Έχει επιπτώσεις στο διεθνή ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην αξιοπιστία της την πολιτική και την οικονομική, στα δημοσιονομικά μεγέθη πολλών κρατών – μελών της ευρωζώνης και της Ένωσης. Είδαμε πως εξελίχθηκε η τελευταία Σύνοδος Κορυφής του Φεβρουαρίου και σε πόσο βαριά ατμόσφαιρα προετοιμάζεται η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωζώνης και η επόμενη Σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Δυστοκία, καθυστέρηση, η οποία στη συνέχεια εμφανίζεται ως υπερβολική και ανοργάνωτη επιτάχυνση, αδυναμία να δοθούν αποστομωτικές απαντήσεις, να λειτουργήσουν μηχανισμοί που θωρακίζουν αυτό που ονομάζουμε κοινοτικό κεκτημένο, ευρωπαϊκό, πολιτικό και νομικό πολιτισμό, αρχές και παραδοχές της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας που είναι κι αυτή ένα στοιχείο του ευρωπαϊκού κεκτημένου και που κλονίζεται. Όλα αυτά μαζί.

Πράγματα αυτονόητα δεν τα λέμε με τη φωνή που θα έπρεπε να τα πούμε. Πώς είναι δυνατόν με τέτοιο μέγεθος ιδίων πόρων και κοινοτικού προϋπολογισμού να συζητά κανείς για ολοκληρωμένους μηχανισμούς οικονομικής διακυβέρνησης, έστω δημοσιονομικής διακυβέρνησης;

Μπορούμε να μιλάμε για ενιαίες πολιτικές δημοσιονομικές, οικονομικές, τώρα πια και κοινωνικές όπως προτείνεται, χωρίς να διασφαλίσουμε τη σύγκλιση των επιπέδων ανάπτυξης; Θα διατηρηθούν οι ανισότητες και τελικά τα πλεονάσματα του ενός θα είναι τα διαρκή ελλείμματα του άλλου; Είμαστε καταδικασμένοι να υφιστάμεθα την αναπαραγωγή αυτής της κατάστασης;

Είναι μεγάλα ερωτήματα, τα οποία είμαι βέβαιος ότι θα έθετε ο Δημήτρης με πολύ μεγάλη ενάργεια και με ακροαματικότητα ευρωπαϊκού επιπέδου γιατί εδώ φυσικά το θεωρητικό του οικοδόμημα, η έννοια της ευρωπαϊκής συμπολιτείας δοκιμάζεται, αλλά από την άλλη μεριά και η επιφυλακτική θεώρηση, θα έλεγα η ρεαλιστική, η ισορροπημένη θεώρηση του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι που είχε εισηγηθεί αποκτά νόημα, γίνεται αντιληπτή έτσι.

Ο Τσάτσος δεν ήταν ευρωσκεπτικιστής, είχε όμως πλήρη αίσθηση του συσχετισμού των δυνάμεων και του γεγονότος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα διαρκές, αναπεπταμένο και σκληρό πεδίο διαπραγμάτευσης και καθώς την κυβερνά ένας κυλιόμενος μεγάλος συνασπισμός πολιτικών δυνάμεων, συμπλέκονται 27 εκλογικοί κύκλοι και δεν έχεις καθαρή εικόνα για το πως συγκροτείται μια κυβερνητική πλειοψηφία ευρωπαϊκή που δεν συγκροτείται ή μια αντιπολίτευση ευρωπαϊκή που δεν συγκροτείται. Και καθώς οι συσχετισμοί οι κοινωνικοπολιτικοί διαθλώνται μέσα από τους συσχετισμούς τους κρατικούς και από τη μόνιμη στρατηγική θεώρηση των κρατικών αντιλήψεων και συμφερόντων, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να αντισταθεί κανείς σε έναν έκδηλο οικονομικό εθνικισμό, ο οποίος αυτή τη στιγμή υπονομεύει τα ιδεολογικά και θεσμικά θεμέλια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Και ο οικονομικός εθνικισμός των μεγάλων είναι πιο επικίνδυνος από τον οικονομικό εθνικισμό των μικρών. Αυτό θα το είχε θέσει με ενάργεια τώρα.

Και το τρίτο επίπεδο είναι αυτό που αφορά την εσωτερική πολιτική και θεσμική συζήτηση, τώρα που η πολιτική μας αμηχανία αλλά και η αμηχανία της κοινωνίας των πολιτών αναζητά κάποιους αμνούς οι οποίοι να σηκώσουν το βάρος της εθνικής μας αμαρτίας: όλους τους φταίει το Σύνταγμα, το θεσμικό πλαίσιο, εμφανίζεται ένα φαινόμενο συνταγματικού μαξιμαλισμού, λες και μπορούμε νομικά να λύσουμε το ιδεολογικό, το πολιτιστικό, το πολιτικό πρόβλημα της χώρας και το αναπτυξιακό. Και αυτό είμαι βέβαιος ότι θα έθετε με πολύ σαφή και δυναμικό τρόπο ο Δημήτρης.

Λείπει αυτό το ήθος της δημόσιας συζήτησης που εξέφραζε με τη γενναιοδωρία του, με την ευγένειά του, απέναντι σε ομότεχνους όλων των κλάσεων και των απόψεων. Και θα έλεγα ότι ίσως η σημαντικότερη πράξη μνήμης που έχουμε να κάνουμε και που οφείλουμε να κάνουμε είναι να ενσωματώσουμε στην αντίληψή μας αυτά τα στοιχεία που εξέφραζε στο δημόσιο διάλογο, ο οποίος αναπτύσσεται με ένα πολύ καχεκτικό βέβαια και συγκυριακό τρόπο, ειδησεογραφικά, χωρίς τον στρατηγικό χαρακτήρα και την ψυχραιμία που πρέπει να έχει ο διάλογος αυτός. Δηλαδή γίνεται πάρα πολύ συχνά θύμα μιας φευγαλέας και πρόχειρης δημαγωγίας στην οποία μετέχουν οι πάντες, πρωτίστως οι πολιτικοί στους οποίους ανήκω, αλλά και οι δημοσιογράφοι και παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και επιστήμονες και δικαστές. Όλοι. Κανείς δεν λείπει από αυτό το εγερτήριο σάλπισμα της δημαγωγίας που κι αυτό πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς με κάποιο τρόπο, πάντως με φινέτσα απαράμιλλη το αντιμετώπιζε σε όλη τη δημόσια παρουσία του ο Δημήτρης Τσάτσος.

Θα έλεγα πως αυτό το δίλημμα κωδικοποιεί το πρόβλημά μας όχι απέναντι σε ένα φίλο μας, αλλά απέναντι στο δημόσιο βίο και αυτό θα ήθελα να θέσω εγώ τουλάχιστον στη σημερινή συνεδρίαση, που είναι μια συνεδρίαση, η πρώτη τουλάχιστον, τιμής και μνήμης. Αν και η πιο ουσιαστική απόδοση τιμής, θα γίνει μέσα από το διάλογο και άρα μέσα από τη διαφωνία που θα τροφοδοτήσουν οι επόμενες συνεδριάσεις, στις οποίες εύχομαι καλή επιτυχία.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2011