Θεσσαλονίκη, Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Ομιλία του Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στους σπουδαστές και τα στελέχη της Ανώτατης Διακλαδικής  Σχολής Πολέμου (ΑΔΙΣΠΟ)

 

Το πλαίσιο της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας


Κύριε αρχηγέ του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, στρατηγέ, κύριε διοικητά, κύριοι, χαίρομαι γιατί βρίσκομαι ξανά στην Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου.

Χαίρομαι γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να απευθύνομαι σήμερα στην παρούσα εκπαιδευτική σειρά. Τα οχτώ χρόνια λειτουργίας της ΑΔΙΣΠΟ την έχουν αναδείξει ως ένα χώρο απολύτως αναγκαίο για την ανάπτυξη της διακλαδικότητας και για την προετοιμασία των νέων επιτελικών στελεχών και χαίρομαι γιατί μεταξύ των σπουδαστών της Σχολής έχουμε αξιωματικούς από φίλες χώρες, αξιωματικούς που έχουν κάνει και τις πρωτοβάθμιες σπουδές τους στις παραγωγικές σχολές της χώρας μας, και φυσικά αξιωματικούς από την Κυπριακή Δημοκρατία, που ούτως ή άλλως προέρχονται όλοι από τις παραγωγικές μας σχολές και συνεργάζονται με Ελλαδίτες αξιωματικούς στην Εθνική Φρουρά.

Μια σύντομη αναφορά στην οικονομική συγκυρία



Όπως ανέφερε ο διοικητής της Σχολής, η οικονομική συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η χώρα βρίσκεται σε μια δημοσιονομική περιδίνηση όχι μόνη της, μαζί με πολλές άλλες χώρες ευρωπαϊκές. Η κρίση δεν αφορά μόνον την Ευρώπη, δεν αφορά μόνο τη ζώνη του ευρώ, αφορά όλες σχεδόν τις νομισματικές ζώνες.

Είναι μια κρίση στην πραγματικότητα πολιτική, είναι μια κρίση που αναδεικνύει τη αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργήσει ως μία ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα, να υποστηρίξει με τους ανάλογους θεσμούς και με τις αναγκαίες πολιτικές πρωτοβουλίες το μεγάλο εγχείρημα του ευρώ. Γιατί είναι πραγματικά αντιφατικό να υπάρχουν προωθημένοι χρηματοοικονομικοί θεσμοί, να υπάρχει κοινό νόμισμα, να υπάρχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά να μην υπάρχει ένας ισχυρός κοινοτικός προϋπολογισμός, να μην υπάρχουν θεσμοί που θέτουν υπό έλεγχο το ενδοκοινοτικό εμπόριο, να μην υπάρχουν θεσμοί αναπλήρωσης των αναπτυξιακών ελλειμμάτων, όπως συμβαίνει σε άλλες περιοχές του κόσμου που έχουν αναδείξει κατά κυριολεξία ομοσπονδιακά συστήματα διακυβέρνησης.

Η κρίση έχει καταστεί πολιτική εδώ και πάρα πολύ καιρό γιατί έχει καταστεί φανερό πως αυτό που λείπει είναι συγκροτημένες διαδικασίες και θεσμοί παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Ούτε οι είκοσι ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου, οι G20, μπορούν να λειτουργήσουν δυστυχώς ως υποκατάστατο του ΟΗΕ, ούτε οι οχτώ μεγαλύτερες οικονομίες, οι G8, μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα οικονομικό και χρηματοοικονομικό Συμβούλιο Ασφαλείας.

Η τύχη της χώρας εξαρτάται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό από εξελίξεις ευρωπαϊκές και διεθνείς που δεν τις ελέγχουμε, τις οποίες μπορούμε να επηρεάσουμε σε πάρα πολύ μικρό βαθμό, γι’ αυτό χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη προσοχή. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή γιατί υπάρχουν κυρίαρχες αντιλήψεις και κυρίαρχα κριτήρια, στα οποία δεν είναι εύκολο να αντιτάξει κανείς μια πιο σύνθετη και πιο εκλεπτυσμένη επιχειρηματολογία, ιδίως όταν βρίσκεται σε θέση αδυναμίας και διαπραγματεύεται ενόψει πολύ συγκεκριμένων αναγκών του.

Υπάρχουν όμως πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε εμείς ως χώρα μόνοι μας, με δικές μας πρωτοβουλίες. Είναι στην πραγματικότητα τρεις οι άξονες στους οποίους πρέπει να κινηθούμε:

§ Ο πρώτος είναι η συνεπής εφαρμογή του μνημονίου, δηλαδή των όρων και των δικαιοπρακτικών θεμελίων της δανειακής σύμβασης που μας συνδέει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, γιατί εάν δεν εκταμιευτούν οι δόσεις του δανείου η χώρα δε θα μπορέσει να καλύψει τις δανειακές τις ανάγκες, δε θα μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες από πλευράς δημοσίων δαπανών. Αυτό είναι το λιγότερο, είναι το προοίμιο.

§ Ο δεύτερος άξονας είναι να κάνουμε όλα όσα υπερβαίνουν το μνημόνιο και αφορούν τις δικές μας εθνικές πρωτοβουλίες, τη δική μας εθνική στρατηγική ανασυγκρότησης. Αυτά που αφορούν το κράτος με τη μορφή της δημόσιας διοίκησης, το κράτος με τη μορφή του μοχλού υποστήριξης της ανάπτυξης, το κράτος με τη μορφή του κοινωνικού κράτους, με τη μορφή ενός δικτύου κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας που δε χρειάζεται μόνον δαπάνες, αλλά χρειάζεται και θεσμούς και ευαισθησίες και επάρκεια διοικητική.

§ Και ο τρίτος άξονας είναι να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις της υπέρβασης, δηλαδή να φωτίσουμε την έξοδο του τούνελ. H παράταση της εξόφλησης του δανείου των 110 δις. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 του δημοσίου χρέους της χώρας, εάν ολοκληρωθεί, όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα γίνει, θα είναι η πρώτη προϋπόθεση. Πρέπει να δούμε πώς αυτή τη στιγμή κατανέμεται σε κομιστές το υπόλοιπο μέρος του χρέους, πού βρίσκεται στα χέρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στα χέρια ελληνικών τραπεζών, στα χέρια ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων κατά περίπου άλλο 1/3, και στα χέρια της διεθνούς αγοράς κατά άλλο 1/3 προκειμένου να μπορέσουμε να κάνουμε χειρισμούς που είναι αναγκαίοι σε συνδυασμό με πρωτογενή πλεονάσματα και υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Χωρίς αυτά τα δύο μια χώρα που ο λόγος του χρέους της σε σχέση με το ΑΕΠ θα υπερβαίνει το 160% δεν μπορεί εύκολα να βγει από την περιδίνηση.

Γι’ αυτό χρειάζεται μια προσπάθεια εντατική τα επόμενα τρία χρόνια, μια προσπάθεια πανεθνική, στην οποία πρέπει να μετέχει ο καθένας κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του με αίσθημα εθνικής συνοχής και κοινωνικής δικαιοσύνης που δεν είναι εύκολο να εμπεδωθεί, γιατί ο καθένας έχει μια εύλογη αμφιβολία για το αν πράγματι τα βάρη κατανέμονται δίκαια. Και αυτό αφορά πρωτίστως αυτούς που δεν είναι μισθωτοί και συνταξιούχοι είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα, όμως χρειαζόμαστε στοιχειώδη χρόνο για να τα κάνουμε όλα αυτά και αυτός ο χρόνος δεν υπάρχει.

Αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές προτάσσονται κινήσεις που αποδίδουν άμεσα αποτελέσματα και ως εκ τούτου είναι πιο εύκολες, έπονται κινήσεις πιο πολύπλοκες, πιο δύσκολες που αφορούν τις σχέσεις οικονομίας και παραοικονομίας, που αφορούν την επάρκεια του φορολογικού συστήματος, την επάρκεια του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, το μοντέλο ανάπτυξης. Πρέπει ταυτόχρονα να υποστηρίζουμε το υφιστάμενο μοντέλο ανάπτυξης που προσφέρει στο ΑΕΠ μέσα από την οικοδομή, μέσα από τον τουρισμό, μέσα από το λιανικό εμπόριο και να οργανώνουμε τη μετάβαση σε ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης το οποίο είναι πιο σύγχρονο, πιο ανταγωνιστικό, πιο έξυπνο, πιο καλά στοχευμένο.

Η συμβολή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας



Αυτό είναι μια πολύ σύνθετη δραστηριότητα και σε όλα αυτά μετέχουμε και εμείς πρέπει να ξέρετε ως Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, διότι η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει την άμυνα και την ασφάλεια με αντιφατικό τρόπο: Επενδύει πάρα πολλά στο αίσθημα ασφάλειας. Θέλει να νιώθει αξιοπρεπής και κυρίαρχος αντιλαμβανόμενος πόσο εξαρτημένος είναι οικονομικά. Δεν θέλει να νιώθει ότι συνεχίζονται αλόγιστες οι σπάταλες επιλογές στο πεδίο των στρατιωτικών δαπανών. Από την άλλη δεν θέλει να μένει τίποτα αναπάντητο, όταν υπάρχουν κάθε είδους προκλήσεις. Εκ τρίτου, θέλει να αποφεύγονται οι εντάσεις και οι κρίσεις και να μη διασαλεύεται η σταθερότητα και η ειρήνη, αλλά χωρίς να θίγεται η κυριαρχία, χωρίς να παραβλάπτεται η ακεραιότητα και χωρίς να διαμορφώνεται η εικόνα μιας χώρας που ενδίδει και που δεν υπερασπίζεται με τρόπο απόλυτο και αποτελεσματικό την κυριαρχία της, τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τις διεθνείς αρμοδιότητές της.

Ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας εκτελέστηκε το 2010 έτσι ώστε τελικά να δαπανηθούν κονδύλια 20% λιγότερα από τα προϋπολογισθέντα σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2010 που ψηφίστηκε το Δεκέμβριο του 2009 και επί τη βάση αυτή ο προϋπολογισμός του 2011 είναι κατά 21% μικρότερος από τον προϋπολογισμό του 2010. Αυτό δεν αφορά τις αποδοχές του προσωπικού που έχουν υποστεί όποια μείωση υπέστησαν οριζόντια μαζί με όλο το προσωπικό του Δημοσίου, αφορά όμως λειτουργικές δαπάνες όπου υπάρχει τεράστιο περιθώριο εκλογίκευσης και καλύτερης στόχευσης και αφορά τις δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα, μέσω των οποίων συμβάλλαμε πέρυσι στον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά 1,6 δισ. ευρώ πέραν των προϋπολογισθέντων και θα συμβάλουμε φέτος κατά 2,2 δισ. ευρώ, κατά 500 εκατ. επιπλέον, ενώ ταυτόχρονα αυτούς τους 14 μήνες απεγκλωβίσαμε σημαντικότατα εξοπλιστικά προγράμματα όλων των κλάδων, τα οποία παρακωλυόντουσαν αδικαιολόγητα επί χρόνια:

Λύσαμε προβλήματα σε σχέση με το πιο κρίσιμο ζήτημα που είναι η μεταφορά προσωπικού, για μια χώρα όπως η Ελλάδα, ιδίως στο χώρο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, απελευθερώνοντας το εγκλωβισμένο για μεγάλο διάστημα πρόγραμμα των μεταφορικών ελικοπτέρων NH 90 στο Στρατό. Λύσαμε το πρόβλημα των βλημάτων των νέων αρμάτων LEO. Λύσαμε το πρόβλημα των αυτοκινούμενων πυροβόλων. Προωθήσαμε το προβληματικό πρόγραμμα επικοινωνιών ζώνης–μάχης ΕΡΜΗΣ. Στο Ναυτικό αντιμετωπίστηκε το κορυφαίο ζήτημα των υποβρυχίων και της ναυπηγικής βιομηχανίας της χώρας και θα αντιμετωπιστεί και το ζήτημα των φρεγατών, ενώ συνεχίζεται κανονικά το πρόγραμμα των πυραυλακάτων. Στην Αεροπορία αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα των ανταλλακτικών των πτητικών μέσων, μετά από καθυστέρηση, όπως και το πρόβλημα της εργοστασιακής συντήρησης των κινητήρων των αεροσκαφών F16 όλων των γενεών.

Και κατά την ίδια λογική θα αντιμετωπίσουμε τους επόμενους μήνες τέτοιες εκκρεμότητες χρονίζουσες, προκειμένου να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τις νέες ρυθμίσεις για τη δομή δυνάμεων και για το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα εξοπλισμών και για το τριετές κυλιόμενο πρόγραμμα εξοπλισμών όπως προβλέπει ο νόμος 3883/2010.

Και κυρίως όπως ξέρετε τον προηγούμενο χρόνο επενδύσαμε σε υποδομές προσωπικού. Αυτό είναι το νόημα των νέων ρυθμίσεων για την ιεραρχία και τις προαγωγές του στρατιωτικού προσωπικού που επιβάλλει κανόνες αξιοκρατίας και διαφάνειας, που εγκαθιστά τη νομιμότητα και το κράτος δικαίου στα συμβούλια μεταθέσεων, στα συμβούλια προαγωγών, στο πειθαρχικό δίκαιο. Είναι πολύ χρήσιμο για εσάς που είστε νέοι επιτελείς να μελετήσετε το κείμενο του νόμου 3883/2010 για να αντιληφθείτε ποιο είναι το πνεύμα που διέπει αυτές τις ρυθμίσεις, οι οποίες αφορούν το μέλλον σας και την πορεία σας.

Και αυτό κατέστη εφικτό επειδή αντιμετωπίστηκε το συνταξιοδοτικό πρόβλημα του στρατιωτικού προσωπικού με τον πιο ήπιο και δίκαιο τρόπο σε σχέση με την οξύτητα του προβλήματα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και με όλα όσα γίνανε και για το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα της χώρας αλλά και για το συνταξιοδοτικό πρόβλημα των πολιτικών υπαλλήλων του δημοσίου.

Άρα αυτή τη στιγμή πρέπει και οι Ένοπλες Δυνάμεις -και το δείχνουν αυτό με συνέπεια και σοβαρότητα όπως πάντα- να στέλνουν το μήνυμα  πως έχουν συνείδηση της κατάστασης, πως ως τμήμα του ελληνικού λαού και της κοινωνίας, ένστολο, με παράδοση, πειθαρχημένο, υψηλής ποιότητας και εξαιρετικών δεξιοτήτων αντιλαμβάνονεται το μέγεθος της κρίσης, συμπάσχουν και συμβάλουν.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστεί κανείς τόσο αντιφατικές συνθήκες: Να πρέπει να περιορίσει τις αμυντικές δαπάνες, να πρέπει να τις εκλογικεύσει, να πρέπει να επενδύσει στο προσωπικό, να πρέπει να εκλογικεύσει την ίδια την αμυντική σχεδίαση, να εφαρμόσει ριζοσπαστικές αλλαγές σε σχέση με τη δομή διοίκησης και τη δομή δυνάμεων, να εκπέμψει ένα μήνυμα ασφάλειας και σταθερότητας στον ελληνικό λαό, να μετάσχει σε χρήσιμους μετασχηματισμούς στο επίπεδο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, να συνεχίσει τη χρηματοδότηση και την υποστήριξη πολλών διεθνών στρατιωτικών αποστολών και βεβαίως να κρατήσει ανοιχτή την προσδοκία. Διότι χωρίς αυτήν την προσδοκία δεν μπορεί ένας λαός, ένα έθνος, να διέλθει μέσα από μία τόσο δύσκολη περίοδο. Γιατί η κοινωνική, πολιτική και οικονομική ψυχολογία δεν είναι «αέρας», είναι συγκεκριμένο μέγεθος που επηρεάζει τις συμπεριφορές και επηρεάζοντας τις συμπεριφορές παράγει αποτέλεσμα οικονομικό, αναπτυξιακό, κοινωνικό και εν τέλει εθνικό.

Η έννοια της εθνικής ισχύος


Όλα αυτά συνδέονται με μια έννοια που είναι καθοριστική και για την πολιτική εθνικής άμυνας και ασφάλειας που είναι η έννοια της εθνικής ισχύος. Γιατί η εθνική ισχύς είναι κάτι πολύ περισσότερο από την εθνική ακεραιότητα και την εθνική ανεξαρτησία. Είναι το διεθνές αποτύπωμα της χώρας, ο τρόπος με τον οποίο η χώρα γίνεται αντιληπτή και από τον εαυτό της και από τους άλλους σε όλα τα επίπεδα διεθνούς δράσης, πολιτικό, διπλωματικό, στρατιωτικό, οικονομικό, χρηματοοικονομικό, πολιτιστικό. Δεν αναφέρομαι στην εκπαίδευση γιατί είναι τμήμα στην πραγματικότητα της παραγωγικής βάσης της χώρας και των ενδογενών πόρων ανάπτυξης. Χωρίς εθνική ισχύ δεν έχεις τις προϋποθέσεις, στην πραγματικότητα, να συγκροτήσεις μια πολιτική εθνικής άμυνας και ασφάλειας. Γι’ αυτό η πολιτική εθνικής άμυνας και ασφάλειας πρέπει να αξιοποιεί και ταυτόχρονα να προστατεύει όλες τις παραμέτρους της εθνικής ισχύος. Φυσικά στο πλαίσιο μιας δημοκρατικά συντεταγμένης πολιτείας, στο πλαίσιο της δημοκρατικής νομιμότητας και των δημοκρατικών διαδικασιών.

Εθνική άμυνα και εξωτερική ασφάλεια


Άρα οι Ένοπλες Δυνάμεις ασχολούνται με την εξωτερική ασφάλεια και την εθνική άμυνα. Η εξωτερική ασφάλεια όμως είναι και αυτή με τη σειρά της ένα μέγεθος που έχει καταστεί εξαιρετικά πολύπλοκο γιατί έχει να αντιμετωπίσει νέου τύπου προκλήσεις και νέου τύπου απειλές σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Γι’ αυτό πλέον δε συζητούμε μόνον για την πολιτική εθνικής άμυνας, αλλά για την πολιτική άμυνας και ασφάλειας με την έννοια της εξωτερικής ασφάλειας, με την έννοια που ο όρος ασφάλεια έχει πλέον στα κείμενα της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας της ΕΕ, όπως αυτή συγκροτείται θεσμικά με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Όπως η ασφάλεια γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο του νέου στρατηγικού δόγματος του ΝΑΤΟ.

Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία αυτό που και το ΝΑΤΟ και η ΕΕ αντιλαμβάνονται ως ασφάλεια και άμυνα να το αντιληφθούμε και εμείς ως τέτοιο, καθώς δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι δεν μπορεί να  υπάρχει αμυντική πολιτική χωρίς πολιτική ασφάλειας.

Επίσης, η αμυντική πολιτική και η εξωτερική πολιτική είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ο απόλυτος συντονισμός και η αξιοποίηση των μέσων της αμυντικής διπλωματίας.

Είναι επίσης προφανές ότι η συνεργασία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με όλα τα υπουργεία, με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με θέματα εξωτερικής ασφάλειας είναι απολύτως αναγκαία οργανωτική προϋπόθεση για να έχουμε ένα εθνικό αμυντικό δόγμα το οποίο είναι ολοκληρωμένο, συνεκτικό και ακριβές στις διατυπώσεις του χωρίς περιττές ρητορείες οι οποίες δημιουργούν παρεξήγηση ως προς τα μεγέθη, ως προς τους στόχους και ως προς τα μέσα.

Ένας κόσμος ρευστός και ανασφαλής


Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία σε έναν κόσμο ρευστό και ανασφαλή και μεσούσης μιας πολύ μεγάλης οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε ως χρηματοοικονομική, κατέληξε να είναι δημοσιονομική -και το παράδειγμα της Ιρλανδίας μας δείχνει πως ξαναγίνεται χρηματοοικονομική η κρίση αυτή- για να ανακυκλωθεί και πάλι ως δημοσιονομική κ.ο.κ. -σε ένα φαύλο κύκλο που πρέπει να σπάσει- πρέπει να πούμε με ακρίβεια την άποψή μας για τα θέματα αυτά, γιατί δεν αρκεί να λέμε τα αυτονόητα. Γιατί στην πραγματικότητα οι λαοί, οι πολίτες είναι πάρα πολύ δύσπιστοι και δεν πιστεύουν ούτε τα αυτονόητα.

Τι είναι  κατά βάση η εθνική κυριαρχία;


Αν όμως σε κάτι πιστεύουν, αυτό είναι ότι πρέπει να προστατεύσουμε την εθνική μας ακεραιότητα, την ακεραιότητα του εθνικού χώρου. Πρέπει να προστατεύουμε την εθνική μας κυριαρχία. Αλλά το ζήτημα του τι συνιστά κυριαρχία είναι ένα ζήτημα στην πραγματικότητα αναπάντητο επί αιώνες και πάντως αναπάντητο όλον τον 20ό αιώνα και τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Έχουν υποστηριχτεί πάρα πολλές θεωρίες που στην πραγματικότητα είναι θεωρίες όχι μόνο της κυριαρχίας αλλά θεωρίες περί δημοκρατίας και περί φιλελευθερισμού. Εάν υπάρχει μια διατύπωση που είναι συνεπής και με το δημοκρατικό μας πολίτευμα και με τον ευρωπαϊκό πολιτικό και νομικό πολιτισμό αλλά και με το ρεαλισμό που απαιτούν οι συνθήκες, θα έλεγα ότι είναι αυτή που ταυτίζει την κυριαρχία με την ικανότητα ενός κράτους να προβλέπει και να διαχειρίζεται με επιτυχία τις κρίσεις. Να τις αποφεύγει στο μέτρο του δυνατού και να τις υπερβαίνει στο μέτρο του δυνατού. Και όταν αναφέρομαι σε κρίσεις εννοώ κάθε είδους κρίσεις μικρές και μεγάλες από δημοσιονομικές έως στρατιωτικές.

Αντιλαμβάνεστε όμως ότι υπάρχουν λανθάνουσες και υποδόριες μορφές μείωσης της κυριαρχίας, όπως είναι για παράδειγμα αυτές που αφορούν τη νομισματική πολιτική, τη δημοσιονομική πολιτική, την κοινωνική πολιτική, και μορφές απροκατάληπτες και φευγαλέες, όπως είναι ο εθνικός ακρωτηριασμός. Δηλαδή η προσβολή των κυριαρχικών δικαιωμάτων με την πιο κλασική έννοια που έχει ο όρος αυτός στο Διεθνές Δίκαιο. Αυτό δεν το ανέχεται κανείς και δεν πρόκειται να το ανεχθεί.

Έχει δε σημασία όταν μια χώρα βρίσκεται σε καθεστώς οικονομικής και δημοσιονομικής αδυναμίας και επιτήρησης να στέλνει διεθνώς το μήνυμα πως αυτό δεν κάμπτει σε καμία περίπτωση την εξωτερική και ιδίως την αμυντική της πολιτική, την εθνική πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Αυτό πρέπει και να το πιστέψουμε και να το πούμε και να το κάνουμε. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για τον τρόπο με τον οποίο χειριζόμαστε και τις καθημερινές εντάσεις, και τις κρίσεις, αλλά και τα χρονίζοντα προβλήματα τα οποία στην πραγματικότητα βρίσκονται σε μια συνεχή «πραγμάτευση» -δεν λέω διαπραγμάτευση αλλά σε έναν διαρκή ανοιχτό χειρισμό.

Πολιτική Εθνικής Άμυνας και Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική

Άρα, στόχος μας είναι -και αυτό θα κάνουμε τους επόμενους μήνες, τις επόμενες εβδομάδες για την ακρίβεια, σε συνεργασία με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, σε συνεργασία με τους αρχηγούς των κλάδων, σε συνεννόηση με το Υπουργείο Εξωτερικών, σε συνεργασία με την Βουλή των Ελλήνων, με όλες τις πολιτικές δυνάμεις, σε συνεργασία με το επιστημονικό δυναμικό της χώρας- να διατυπώσουμε με σαφήνεια την πολιτική εθνικής άμυνας. Γιατί τίποτα δεν είναι απλό και τίποτα αυτονόητο, και η κάθε λέξη έχει τη σημασία της. Καθώς επί τη βάση αυτής της πολιτικής εθνικής άμυνας, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ θα εισηγηθεί την Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική. Επί τη βάση αυτής της εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής θα κινηθεί ξανά όλο το σύστημα του εθνικού αμυντικού σχεδιασμού προκειμένου να αποκτήσει σάρκα και οστά η κάθετη δομή διοίκησης, η διακλαδική δομή διοίκησης που επιβάλλεται πλέον από το νόμο 3883/2010, σύμφωνα με τον οποίο τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων την ασκεί φυσικά η κυβέρνηση, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Συντάγματος, στο όνομα του ελληνικού λαού και εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας που άρχει των Ενόπλων Δυνάμεων. Αλλά αυτή η διοίκηση που είναι στην πραγματικότητα η πολιτική διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων, που είναι το δόγμα της δημοκρατικής και συνταγματικής διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, υποστασιοποιείται και επιχειρησιακά και διοικητικά. Αυτές οι δύο όψεις συγκροτούν την πλήρη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων που την ασκεί πλέον ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ σε συνεργασία με τους αρχηγούς των κλάδων που εντάσσονται τώρα στην αλυσίδα και της επιχειρησιακής διοίκησης. Δεν είναι απλώς πάροχοι δυνάμεων στον επιχειρησιακό διοικητή.

Η κάθετη δομή διοίκησης


Έτσι θα μπορέσουμε να ενοποιήσουμε τα επιτελεία, να κάνουμε οικονομίες κλίμακας στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, να λειτουργούν το ΓΕΣ, το ΓΕΝ και το ΓΕΑ ως πυλώνες του ΓΕΕΘΑ. Και βέβαια να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε το διακλαδικό δόγμα σε όλη την έκταση της διοίκησης, σε όλες τις βαθμίδες, επιτυγχάνοντας σοβαρές οικονομίες κλίμακας στις υποδομές, στη διοικητική μέριμνα, στην εκπαίδευση, σε πάρα πολλές δραστηριότητες που συνδέονται και με την κοινωνική προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως είναι οι υγειονομικές υπηρεσίες ή η συμμετοχή στην αντιμετώπιση κρίσεων πολιτικής προστασίας μέσα από τα σχέδια που ξέρετε και το ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ και το ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ.

Η καλλιέργεια ενός διακλαδικού πνεύματος



Εδώ στην ΑΔΙΣΠΟ πρέπει να καλλιεργηθεί ένα πλήρες και απροκατάληπτο διακλαδικό πνεύμα, ώστε η δική σας γενιά να αφομοιώσει και να εφαρμόσει όχι σχηματικά και φορμαλιστικά, αλλά λειτουργικά, στην πράξη, το διακλαδικό δόγμα και την κάθετη δομή διοίκησης. Και αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς όταν μετέχει σε διεθνείς αποστολές, όταν μετέχει στις διεργασίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Η νέα δομή δυνάμεων

Η νέα δομή διοίκησης πρέπει να υποστηριχθεί όμως και από τη νέα δομή δυνάμεων. Νέα δομή δυνάμεων σημαίνει μια προσέγγιση από μηδενική βάση και σε σχέση με το προσωπικό και σε σχέση με τα μέσα, προκειμένου να έχουμε ένα στράτευμα το οποίο είναι έξυπνο, ευέλικτο, αναπτύξιμο, καλά εκπαιδευμένο και βεβαίως καλά εξοπλισμένο, με βάση τις προτεραιότητες της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας.

Εάν προσεγγίσουμε τα θέματα αυτά με αδράνεια και με γραφειοκρατικό πνεύμα, δεν καταλήγουμε πουθενά. Εάν προσεγγίσουμε τα θέματα αυτά με κλαδικό «πατριωτισμό» δεν καταλήγουμε πουθενά. Αυτές οι αλλαγές πρέπει να γίνουν όχι για λόγους δημοσιονομικούς, πρέπει να γίνουν για λόγους πρωτίστως επιχειρησιακούς. Γιατί ένας τέτοιος στρατός είναι καλύτερος επιχειρησιακά. Έχει καλύτερη συνείδηση της απειλής, της αποστολής του και των προτεραιοτήτων του. Αλλιώς τα πράγματα χαλαρώνουν και η αδράνεια είναι ο χειρότερος σύμβουλος όταν έχεις να αντιμετωπίσεις τέτοιες καταστάσεις.

Άρα χρειάζεται μια προσέγγιση από μηδενικής βάσης σε σχέση με τις ανάγκες, σε σχέση με τη διάταξη στο χώρο, σε σχέση με τις υποδομές, σε σχέση με τη διοικητική μέριμνα και υποστήριξη. Πρέπει να δούμε με τελείως διαφορετικό τρόπο τη σχέση ενεργού στρατού και εφεδρείας σε όλους τους κλάδους. Να δούμε τι εφεδρεία χρειαζόμαστε, τι μεγέθους, τι χαρακτηριστικών, τι εκπαίδευσης για να στελεχώσει τι, πότε και πώς. Και βεβαίως αυτό αφορά την εκπαίδευση, τη συνεχή εκπαίδευση και τα μέσα από μηδενικής βάσης. Όχι επειδή έτυχε να έχουμε κάποια μέσα ή επειδή έτυχε να έχουμε έναν κατάλογο αναγκών, αλλά γιατί πρέπει τα μέσα να υπηρετούν τις προτεραιότητες της πολιτικής εθνικής άμυνας και στη συνέχεια της εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής.

Οι αρχές της πολιτικής εθνικής άμυνας και ασφάλειας



Υπάρχουν ορισμένες αρχές που είναι αυτονόητες. Η Ελλάδα διέπεται στη στάση της από το Διεθνές Δίκαιο και από την ανάγκη προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πιστεύει πάντα στις σχέσεις καλής γειτονίας. Διακηρύσσει και πιστεύει το δόγμα του σεβασμού των υφισταμένων συνόρων. Δεν είναι αναθεωρητικό κράτος και δεν παίζει με τα θέματα αυτά. Επενδύει και πολιτικά και διπλωματικά στη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Θέλει η Ευρώπη, η Νοτιοανατολική Ευρώπη και η Ανατολική Μεσόγειος να είναι περιοχές ειρηνικές, σταθερές, αναπτυσσόμενες και ευημερούσες. Αντιλαμβάνεται πάρα πολύ καλά ότι τα τελευταία δέκα χρόνια υπήρξαν καθοριστικές αλλαγές αλλά διατηρήθηκαν και επίμονες καταστάσεις στην περιοχή μας. Είναι σημαντική αλλαγή η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Έχει αγωνιστεί η Ελλάδα προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός. Η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα συγκροτούν ένα ευρύ χώρο στα Βαλκάνια, ενιαίο οικονομικά, θεσμικά και αμυντικά. Είναι σημαντικό να έχουν ενταχθεί η Αλβανία και η Κροατία στο ΝΑΤΟ. Είναι σημαντικό να θέλει η Σερβία να ενταχθεί πλήρως στους ευρωατλαντικούς θεσμούς και να έχει άρει όλα τα προβλήματα της συνεργασίας της με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Είναι σημαντικό να θέλει και το Μαυροβούνιο την πλήρη ένταξή του στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Είναι σημαντικό να έχει κατανοήσει η FΥROM ότι η ένταξή της στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ διέρχεται μέσα από τη λύση του ονόματος με έναν κοινά αποδεκτό τρόπο.

Βλέπουμε στη Μεσόγειο, στις μη ευρωπαϊκές χώρες της Μεσογείου, ο αγώνας πολλές φορές να είναι ανάμεσα στα κράτη και μη κρατικές οντότητες που διαδραματίζουν ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στα θέματα της διεθνούς και της περιφερειακής ασφάλειας. Δεν είναι μόνο το μεσανατολικό είναι και πολλές άλλες παράμετροι.

Η εκτίμηση της απειλής


Και βεβαίως είναι πολύ σημαντικό να πούμε πως πολιτική εθνικής άμυνας εκ των πραγμάτων βασίζεται στην ορθή και απροκατάληπτη εκτίμηση της απειλής. Και για μας, δυστυχώς, η εκτίμηση της απειλής δεν μπορεί να είναι, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η εκτίμηση της απειλής στο επίπεδο του ΝΑΤΟ και της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ. Διότι πέραν αυτής της εκτίμησης (η οποία διατυπώνεται και στο εγκεκριμένο στη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβόνας κείμενο του νέου στρατηγικού δόγματος ή στα κατά καιρούς κείμενα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε σχέση με την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας) εμείς έχουμε ένα περιφερειακό πρόβλημα. Έχουμε μια οξεία περιφερειακή αντίφαση. Διότι μια χώρα γειτονική, σύμμαχος, η Τουρκία, που είναι μέλος του ΝΑΤΟ 58 χρόνια μαζί με την Ελλάδα, από το 1952, που είναι υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ με την υποστήριξη της Ελλάδας, είναι μια χώρα που εξακολουθεί να κατέχει στρατιωτικά το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας με την παρουσία μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων και είναι μια χώρα που έχει διατυπώσει επισήμως, με απόφαση της Εθνοσυνέλευσής της, την απειλή χρήσης βίας εάν η Ελλάδα ασκήσει προβλεπόμενο από το Διεθνές Δίκαιο δικαίωμα καθορισμού της έκτασης των χωρικών της υδάτων.

Και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υπάρχει υπερσυγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων και στον Έβρο και στα μικρασιατικά παράλια. Υπάρχει μια καθημερινή πρακτική αεροπορική, ναυτική, πρακτική σε σχέση με έρευνες στην υφαλοκρηπίδα ή στη θαλάσσια ζώνη επί της υφαλοκρηπίδας, πρακτική σε σχέση με την έρευνα και τη διάσωση είτε για αεροπορικά είτε για ναυτικά συμβάντα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι στο πλαίσιο της δομής διοίκησης και στο πλαίσιο της δομής δυνάμεων του ΝΑΤΟ αλλά και στο πλαίσιο του επιχειρησιακού σχεδιασμού υπάρχουν επίσης διαρκή προβλήματα τα τελευταία 36 χρόνια -και ιδίως τα τελευταία 30, από το 1980, και μετά που η Ελλάδα επανήλθε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι τώρα που θα συζητήσουμε για το γεωγραφικό αποτύπωμα της νέας δομής διοίκησης του ΝΑΤΟ θα τεθούν επί τάπητος πάλι τα θέματα αυτά όπως τίθενται σε κάθε μεγάλη άσκηση. Πρόσφατα είχαμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς η Ελλάδα αναγκάζεται να μη μετέχει σε σημαντικές ασκήσεις όπως η Noble Aspect, γιατί έχει διαφωνία σε σχέση με το σχεδιασμό της άσκησης. Αυτό είναι μια πραγματικότητα.

Από την άλλη μεριά οι διμερείς επαφές μας έχουν πολύ μεγάλη σημασία σε όλα τα επίπεδα. Εξακολουθούμε να είμαστε σταθερά υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας αλλά τα κεφάλαια της διαπραγμάτευσης δεν μπορούν να ανοίξουν όλα εφόσον υπάρχει απόσταση από το κοινοτικό κεκτημένο, από τους κανόνες του ευρωπαϊκού θεσμικού και πολιτικού πολιτισμού, εφόσον δεν εφαρμόζεται το πρωτόκολλο της Άγκυρας για την προσέγγιση κυπριακών πλοίων και αεροσκαφών σε τουρκικά λιμάνια και αεροδρόμια, εφόσον η Τουρκία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει ένα από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ και να παρεμποδίζει την ένταξή του σε μια σειρά σημαντικών διεθνών οργανισμών, ανώδυνων, όπως είναι για παράδειγμα ο ΟΟΣΑ.

Αυτή η αντίφαση, που είναι μια αντίφαση πολιτική, θεσμική στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αλλά και στρατηγική, είναι αναμφίβολα ο άξονας της δικής μας εκτίμησης της απειλής.

Από την άλλη μεριά υπάρχουν τα καλά νέα. Ο περιβόητος «από βορρά κίνδυνος» της μεταπολεμικής και ψυχροπολεμικής περιόδου έχει εκλείψει. Αυτό επιτρέπει ένα ριζικά διαφορετικό σχεδιασμό της διάταξης των Ενόπλων Δυνάμεων. Εκεί που χρειαζόταν να έχουμε μέσα και μάλιστα μέσα πολυάνθρωπα και ακριβά, αρκεί να έχουμε καλές διπλωματικές σχέσεις και καλές στρατιωτικές πληροφορίες.

Δεν πιστεύουμε ότι έχει πιθανότητες εφαρμογής ένα σενάριο γενικευμένης στρατιωτικής σύρραξης Ελλάδας–Τουρκίας στον Έβρο, το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο. Αλλά πρέπει τα θέματα να διευθετηθούν συνολικά για να πάψουμε να έχουμε έναν εθνικό αμυντικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει και αυτό το ενδεχόμενο. Θέλουμε να αποφεύγουμε τα θερμά επεισόδια και τις  σημειακές  κρίσεις, αλλά πρέπει να είμαστε - και είμαστε - προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο αυτό.

Η αξιολόγηση της περιόδου 1974-2010


Έχουμε αξιολογήσει πλήρως, και πολιτικά και στρατιωτικά, την περίοδο 1974–2000, προκειμένου να απαντήσουμε στο ερώτημα τι επίπτωση είχε κάθε περίοδος έντασης και κάθε κρίση μέσα στα 36 αυτά χρόνια. Δε θέλω να αναφερθώ σε λεπτομέρειες, αλλά αν κάνετε μια αναδρομή με τη σκέψη σας θα δείτε τι επίπτωση είχε κάθε τέτοιο momentum. Άρα πώς πρέπει να διαχειριζόμαστε τα θέματα αυτά; Για να δούμε όλα τα θέματα που αφορούν τον κατάλογο από πλευράς Διεθνούς Δικαίου. Τι γίνεται με τον εναέριο χώρο, με τα χωρικά ύδατα, με την υφαλοκρηπίδα, με τις άλλες θαλάσσιες ζώνες -κορυφαία η ΑΟΖ- τι γίνεται με το περιβόητο ζήτημα της αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών είτε του Βορειοανατολικού Αιγαίου είτε της Δωδεκανήσου, τι γίνεται με τα θέματα έρευνας και διάσωσης και κατά τη Σύμβαση του Σικάγο και κατά τη Σύμβαση του Αμβούργου; Τι γίνεται με τα θέματα των ερευνών; Πώς έχει εξελιχθεί αυτή η κατάσταση από το 1976 μέχρι το 1987 και από το 1987 μέχρι το 1996 και από το 1996 μέχρι το 2010; Και όλα αυτά βεβαίως πρέπει να συγκεφαλαιωθούν στην εκτίμηση της απειλής και στη διατύπωση του εθνικού αμυντικού δόγματος, έχοντας δώσει ενδιαμέσως απάντηση στο ερώτημα τι τύπο ενόπλων δυνάμεων  θέλουμε.

Τι είδους Ένοπλες Δυνάμεις θέλουμε;


Αυτό είναι προφανές. Θέλουμε Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες να είναι αξιόμαχες, καλά εκπαιδευμένες, με στελεχικό δυναμικό το οποίο είναι αξιοπρεπές, επιστημονικά συγκροτημένο, ετοιμοπόλεμο, με υψηλό φρόνημα, μαχητικό, διαρκώς καταρτιζόμενο, σε άμεση επαφή με τις διεθνείς εξελίξεις σε σχέση με τη στρατιωτική τέχνη και τεχνική, ικανό να μετάσχει σε διεθνείς οργανισμούς και διεθνείς αποστολές. Θέλουμε Ένοπλες Δυνάμεις, όπως είπα και προηγουμένως, συνεκτικές, έξυπνες, αναπτυσσόμενες ταχέως, διατηρήσιμες όταν αναπτυχθούν, με ένα επίπεδο φιλοδοξίας που ανταποκρίνεται στις πραγματικές αμυντικές ανάγκες της χώρας.

Κάθε μία από τις διατυπώσεις αυτές σημαίνει πάρα πολλά πράγματα για τη δομή δυνάμεων σε προσωπικό και μέσα. Πάρα πολλά πράγματα για τη διάταξη των δυνάμεων, για την εκπαίδευση, για την καθημερινή πρακτική.

Το εθνικό αμυντικό δόγμα


Μόνο έτσι αποκτά νόημα το εθνικό αμυντικό δόγμα ως αμυντικό και αποτρεπτικό. Αλλά κατά κυριολεξία αποτρεπτικό. Που σημαίνει ότι δεν κλιμακώνει αλλά σταθεροποιεί χωρίς να θίγονται η εθνική κυριαρχία και τα εθνικά κυριαρχικά τους δικαιώματα. Γι’ αυτό χρειάζεται σύνθετη στρατιωτικοπολιτική ικανότητα διαχείρισης κρίσεων και λήψης αποφάσεων, ώστε να έχεις συγκριτικά πλεονεκτήματα, να έχεις πολλαπλασιαστές ισχύος. Να έχεις ένα πραγματικό πλεονέκτημα ελιγμού που είναι σύνθετο και αυτό στρατιωτικοπολιτικό και που έχει άμεση σχέση με την διοικητική υποστήριξη, με την καλή οργάνωση, με την καλή εκπαίδευση, με τον καλό και έξυπνο εξοπλισμό και κυρίως με τις αναγκαίες πληροφορίες.

Οι θεμελιώδεις στόχοι


Γιατί μόνο έτσι  μπορείς να εξυπηρετήσεις τους θεμελιώδεις στόχους σου  που είναι τελικά η προστασία της εθνικής κυριαρχίας και ακεραιότητας, η προστασία της εθνικής ισχύος συνολικά, η προστασία του εθνικού χώρου και βεβαίως η πλήρη συνέργια μεταξύ εξωτερικής πολιτικής, αναπτυξιακής πολιτικής και πολιτικής άμυνας και ασφάλειας.

Ο ρόλος των στελεχών


Αυτό σημαίνει ότι και εσείς ως επιτελείς και ως ηγέτες πρέπει να σκέφτεστε σύνθετα. Πρέπει να σκέφτεστε με έναν τρόπο που αξιοποιεί πλήρως όλες αυτές τις παραμέτρους με ανοιχτούς ορίζοντες, με ευελιξία. με την ταχύτητα και προσαρμοστικότητα που απαιτείται. Το μεγάλο στοίχημα είναι να μπορείς να διαχειρίζεσαι με επιτυχία πρωτότυπες και καινοφανείς καταστάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα φύγεις από το βιβλίο, ότι δεν θα κινηθείς by the book όταν πρόκειται να απελευθερωθούν, για παράδειγμα, οι εθνικοί κανόνες εμπλοκής. Εκεί πρέπει να υπάρχει πρωτόκολλο ενεργειών. Γιατί το υψηλό στρατηγικό επίπεδο, το επίπεδο της στρατιωτικής στρατηγικής, το επίπεδο το επιχειρησιακό και το επίπεδο το τακτικό δυστυχώς συμπίπτουν και εκεί χρειάζεται απόλυτος πολιτικός έλεγχος για να μην κλιμακωθεί η κρίση και για να γίνει η σωστή εκτίμηση. Αλλά ο τακτικός διοικητής, ο επιχειρησιακός διοικητής πρέπει να μπορεί να αντιληφθεί πάρα πολλά πράγματα. Να είναι διορατικός. Να προβλέπει, να υποπτεύεται πράγματα και να συνθέτει πληροφορίες.
Γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να λαμβάνουμε υπόψη μας τις νέες απειλές, τις ασύμμετρες απειλές, απειλές σε σχέση με ενεργειακά δίκτυα, απειλές σε σχέση με τον κυβερνοχώρο, απειλές σε σχέση με τα μεταναστευτικά ρεύματα με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο στη Συνθήκη της Γενεύης και τα άλλα συμβατικά κείμενα. Αλλά είναι βεβαίως άλλο πράγμα η στρατιωτική φύλαξη των συνόρων και άλλο πράγμα η αστυνομική φύλαξη των συνόρων.

Άρα το ίδιο το στρατιωτικό επάγγελμα έχει γίνει πολύ πιο απαιτητικό και γι’ αυτό αποδίδουμε πολύ μεγάλη σημασία σ’ αυτό το μεταπτυχιακό επίπεδο εκπαίδευσης της ΑΔΙΣΠΟ και γι’ αυτό ο νόμος ο πρόσφατος μερίμνησε για τις συνεργασίες της με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα και το ίδιο γίνεται και με τη ΣΕΘΑ, αλλά και στο επίπεδο των παραγωγικών σχολών, ώστε να έχουμε αναπτύξει τον πιο σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος που διαθέτουμε που είστε εσείς.

Τι περιμένει η Πατρίδα από εμάς


Άρα πρέπει να εκλάβετε την παραμονή σας εδώ ως μία εθνική επένδυση την οποία πρέπει να σεβαστείτε και να ανταποδώσετε στην Πατρίδα, η οποία έχει μεγάλες προσδοκίες. Γιατί τον καθένα μας τον συνδέει μια σύμβαση ιστορική με την Πατρίδα. Ο καθένας μας είναι η Πατρίδα. Και πρέπει ο καθένας σε ατομικό επίπεδο να αναπτύξει αυτό το αίσθημα ευθύνης και να δώσει τις απαντήσεις που πρέπει να δώσει προς όφελος του Λαού και του Έθνους που έχουμε την υποχρέωση να υπερασπιζόμαστε ως κόρη οφθαλμού.
Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2010Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2010