Θεσσαλονίκη, 19 Φεβρουαρίου 2010



Κυρίες και κύριοι γενικοί πρόξενοι, κύριε συνάδελφε, κύριε πρέσβη, στρατηγέ, κυρίες και κύριοι, ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του Συμποσίου αυτού για την πρόσκληση που μου απηύθυναν. Χαίρομαι γιατί μια τόσο σημαντική συνάντηση διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη. Χαίρομαι γιατί είναι παρούσα εδώ η κα Αφεντούλη, η εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Δημόσιας Διπλωματίας του ΝΑΤΟ. Χαίρομαι γιατί ένας μη κυβερνητικός οργανισμός που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, όπως η Διεθνής Στρατηγική ανέλαβε την πρωτοβουλία να οργανώσει αυτού του είδους τη συνάντηση και επίσης σημειώνω τη συνεργασία με το IRIS έναν πολύ έγκυρο γαλλικό φορέα και χαίρομαι γιατί και τα δυο γενικά προξενεία, των ΗΠΑ και της Γαλλίας που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη, στηρίζουν την προσπάθεια αυτή.


Σύμφωνα με το πρόγραμμα του συνεδρίου πρέπει να έχετε ακούσει πολύ έγκυρες και σημαντικές απόψεις από το πρωί. Ο Mόνιμος Aντιπρόσωπος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, ο πρέσβης κ. Σταματόπουλος και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών και μέλος της Επιτροπής για το Νέο Στρατηγικό Δόγμα του ΝΑΤΟ ο πρέσβης ο κ. Ζέπος, προφανώς παρουσίασαν με έγκυρο τρόπο και την ελληνική οπτική γωνία. Έτσι ο ρόλος μου τώρα είναι πολύ ευκολότερος.



Μπορείτε να ακούσετε την ομιλία, εδώ:

{audio}http://premium.fileden.com/premium/2009/4/10/2398305/Thessaloniki/Grand_Hotel_NATO_2009_09_19.mp3{/audio}



Άλλωστε όλοι γνωρίζετε ότι η Ελλάδα είναι ένα παλιό ιστορικό μέρος του ΝΑΤΟ. Μετέχει στη Συμμαχία ήδη από το 1952. Μόνο η Ελλάδα και η Τουρκία στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης έχουν αυτή τη μακριά νατοϊκή εμπειρία και αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου τυχαίο, γιατί επιπλέον μας νομιμοποιεί να διατυπώνουμε και ορισμένες παρατηρήσεις όχι μόνο μια στενή, εθνική ή περιφερειακή οπτική γωνία, αλλά και από μια ευρύτερη οπτική γωνία που αφορά το μέλλον και την προοπτική της συμμαχίας και το ρόλο της μέσα στη διεθνή πολιτική σκηνή, το ρόλο της ως διαχειρίστριας κρίσεων, καθώς όπως και να το κάνουμε, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι όχι μόνο περιφερειακά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά διεθνώς οι δυο πιο σημαντικοί φορείς διαχείρισης κρίσεων, τις περισσότερες φορές εκτελώντας αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά ο εκτελεστικός βραχίονας είναι αυτός που έχει σημασία και αυτό τις περισσότερες φορές είναι το ΝΑΤΟ και κάποιες φορές είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω από μια ιστορικού χαρακτήρα παρατήρηση. Επισκοπώντας το γοητευτικό και σύντομο 20ο αιώνα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν ήταν ποτέ ένα πρόβλημα στενά ευρωπαϊκό. Ένα πρόβλημα ενδοευρωπαϊκό. Ήταν σχεδόν εξ αρχής και πάντως ήδη από τα μέσα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου ένα πρόβλημα ευρύτερα δυτικό, όχι μόνο ευρωπαϊκό. Ήταν δηλαδή ήδη από τότε ένα πρόβλημα ευρωατλαντικό. Η αμερικανική παρουσία στον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι 14 όροι του Προέδρου Γουίλσον, η συγκρότηση της κοινωνίας των Εθνών, νομίζω ότι είναι διπλωματικές και πολιτικές εξελίξεις που πιστοποιούν αυτό που λέω. Μπορεί αυτό να κάμφθηκε στη συνέχεια κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά εμφανίστηκε ως πρόβλημα με τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε νομίζω ότι οι ΗΠΑ συνειδητοποίησαν και λόγω της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ και λόγω του μετώπου του ελληνικού, ότι και το δικό τους πρόβλημα, το αμερικανικό πρόβλημα ασφάλειας δεν είναι ένα πρόβλημα αμερικανικό, ηπειρωτικό, αλλά ένα πρόβλημα διηπειρωτικό, ευρωατλαντικό και αυτό κατά μείζονα λόγο συνεχίστηκε μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μετά το 1945 με τη Χάρτα του ΟΗΕ και φυσικά συνεχίστηκε πολύ πιο έντονα όταν διαμορφώθηκε το σκηνικό του ψυχρού πολέμου και η ισορροπία φόβου μεταξύ του δυτικού μπλοκ και της τότε Σοβιετικής Ένωσης μαζί με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Σ’ αυτές τις συνθήκες γεννιέται το ΝΑΤΟ. Άρα μέσα σε συνθήκες πολύ απλές και σχηματικές σε σύλληψή τους. Και μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι συνθήκες ήταν αυτές που γέννησαν τα αρχικά στρατηγικά δόγματα, τα πέντε από τα έξι συνολικά που έχουν διατυπωθεί στη ζωή της συμμαχίας.

Ο κόσμος όμως άλλαξε πριν τελειώσει το 20ος αιώνας με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και γενικότερα με τη λήξη της εμπειρίας του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο χάρτης άρχισε να ξαναγράφεται από το 1989, εμφανίστηκαν άλλου τύπου κρίσεις στην περιοχή μας, ιδίως στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, άρα κλήθηκε το ΝΑΤΟ να διαχειριστεί αποστολές οι οποίες δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν κατά νομική ακρίβεια αποστολές του άρθρου 5, αλλά γεωγραφικά ήταν αποστολές ενδοευρωπαϊκές. Έπρεπε να φτάσει η 11η Σεπτεμβρίου, έπρεπε να αποκτήσει υπόσταση και πιεστικό χαρακτήρα η λεγόμενη ασύμμετρη απειλή, έπρεπε να αποκτήσει επιτακτικό χαρακτήρα το ζήτημα της πρόληψης και της αποτροπής, άρα της αναζήτησης του εχθρού στην πηγή του για να αντιληφθούμε πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα του προσδιορισμού του στρατηγικού δόγματος και τελικά του raisons d’ être του ΝΑΤΟ.

Και αυτό νομίζω ότι ετέθη με πάρα πολύ οξείς όρους μετά τη γιουγκοσλαβική εμπειρία, μετά την πρώτη εμπειρία του Ιράκ με αφορμή τον δεύτερο πόλεμο στο Ιράκ και κυρίως με αφορμή τη μεγάλη επιχείρηση στο Αφγανιστάν η οποία εξακολουθεί να εξελίσσεται και που είναι το σταυρικό πρόβλημα συμμαχίας και το πρόβλημα πάνω στο οποίο εργαστηριακά δοκιμάζεται κατ’ ουσίαν όλη αυτή η υπόθεση του νέου στρατηγικού δόγματος της συμμαχίας.

Και βέβαια όλα αυτά στην πραγματικότητα διασταυρώνονται με ευρύτατα και ανυπέρβλητα μέχρι τώρα δυστυχώς προβλήματα, ουσιαστικά με το πρόβλημα της παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης, με τη βαθιά κρίση νομιμοποίησης του ΟΗΕ και με την αποδεδειγμένη πλέον αν όχι ανεπάρκεια, πάντως αναποτελεσματικότητα άλλων περιφερειακών οργανισμών που τους στηρίξαμε και τους στηρίζουμε και τους πιστεύουμε, αλλά δεν αρκεί αυτό, και αναφέρομαι κυρίως στον ΟΑΣΕ, ο οποίος δεν μπόρεσε να παίξει το ρόλο που ήθελε αρχικά να παίξει.

Ο ΟΗΕ γεννήθηκε μέσα από τα συντρίμμια και τις ιστορικές αρνητικές εμπειρίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της Κοινωνίας των Εθνών. Άρα δεν γεννήθηκε ποτέ ως ένας δημοκρατικός οργανισμός. Η κυνική πολλές φορές πραγματικότητα του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων αποτυπώνεται θεσμικά εκ γενετής στον ΟΗΕ λόγω της συγκρότησης των αρμοδιοτήτων και της πραγματικής πολιτικής λειτουργίας του Συμβουλίου Ασφαλείας. Παρ’ όλα αυτά το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν μπόρεσε και δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του και ως εκ τούτου λειτουργούν μηχανισμοί υποκατάστασης και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στην πραγματικότητα το ζήτημα είναι ποιος μπορεί να καλύψει το κενό που υπάρχει στην παγκόσμια διακυβέρνηση και για να το καλύψει κάποιος πρέπει να έχει την πραγματική ισχύ, αλλά πρέπει να έχει και την πραγματική δημοκρατική και διακρατική νομιμοποίηση.

Και αυτό προφανώς σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό διεκδικεί ή θα ήθελε να διεκδικήσει το ΝΑΤΟ. Αυτό είναι κατά βάθος, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, το μεγάλο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η Σύνοδος Κορυφής της Λισσαβόνας με βάση την εισήγηση της Επιτροπής Σοφών υπό την κα Ολμπράιτ για το Νέο Στρατηγικό Δόγμα του ΝΑΤΟ.

Βεβαίως τα πράγματα τρέχουν, εξελίσσονται. Στο ΝΑΤΟ δεν κυριαρχεί μια συζήτηση για το στρατηγικό δόγμα, αλλά κυριαρχεί μια πραγματικότητα την οποία ζουν οι Mόνιμοι Aντιπρόσωποι, ζουν τα μέλη της στρατιωτικής επιτροπής, ζουν οι αξιωματικοί των κρατών-μελών του στελεχώνουν τα στρατηγεία του ΝΑΤΟ, ζουν όσοι εμπλέκονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη ζωή της Συμμαχίας. Αυτό που κυριαρχεί είναι το πρόβλημα του προϋπολογισμού και της κοινής χρηματοδότησης, που είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό πρόβλημα για τη Συμμαχία αλλά και για κάθε κράτος-μέλος της Συμμαχίας υπό συνθήκες παγκόσμιας δημοσιονομικής κρίσης, γιατί όλα τα κράτη έχουν πρόβλημα με τις αμυντικές τους δαπάνες και η Ελλάδα που έχει τόσο υψηλές αμυντικές δαπάνες και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, αλλά και σε απόλυτους αριθμούς, προφανώς έχει και ένα πρόβλημα κι αυτή συμμετοχής στην κοινή χρηματοδότηση, αλλά είναι πάντα συνεπής προς τις ΝΑΤΟικές της υποχρεώσεις. Υπάρχει ένα τέτοιο πολύ σημαντικό πρόβλημα.

Υπάρχει το πρόβλημα του μετασχηματισμού της Συμμαχίας που είναι αντικείμενο μιας ολόκληρης νέας δομής που στην πραγματικότητα συνοδεύτηκε και με την επάνοδο της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας. Και υπάρχει πρόβλημα δομής διοίκησης της Συμμαχίας, το οποίο είναι ανοιχτό εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ίσως 10, πάντως σίγουρα από το 2003 και μετά. Και αυτά τα θέματα έρχονται κάθε φορά στο τραπέζι των συζητήσεων, σε συνδυασμό με μια πραγματικότητα που αφορά τις αποστολές του ΝΑΤΟ και κορυφαία αποστολή από πλευράς όγκου δυνάμεως και όγκου δαπάνης αλλά και όγκου κινδύνου, είναι φυσικά αυτό που συμβαίνει στο Αφγανιστάν. Δεν είναι όμως μόνο το Αφγανιστάν. Είναι η Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής, είναι η καταπολέμηση της πειρατείας δηλαδή γενικότερα, είναι το Κοσσυφοπέδιο με την K-4, και είναι για την περιοχή μας η επιτήρηση στη Μεσόγειο, μια πολύ σημαντική δραστηριότητα ΝΑΤΟική, η οποία συνδέεται και με το πρόβλημα της ίδιας της δομής διοίκησης της Συμμαχίας.

Άρα, πολλές φορές αναζητήσεις οι οποίες έχουν στρατηγικό χαρακτήρα και κατ’ εξοχήν στρατηγικό χαρακτήρα έχει η αναζήτηση για το Στρατηγικό Δόγμα, επικαλύπτονται ή προκαταλαμβάνονται από άλλα θέματα τα οποία είναι διαρκή, καθημερινά, επίκαιρα και τα οποία πολλές φορές οδηγούν σε πολιτικούς προβληματισμούς και σε πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες στην πραγματικότητα προ-εικονίζουν αυτό που θα αποφασιστεί για το Νέο Στρατηγικό Δόγμα της Συμμαχίας, δηλαδή στην πραγματικότητα για τις προτεραιότητες, για το λόγο ύπαρξης, αλλά και για τον τρόπο λειτουργίας σε τελευταία ανάλυση μιας Συμμαχίας που βασίζεται στην αρχή της ομοφωνίας, βασίζεται στην αναγνώριση της θεσμικής ισοτιμίας των κρατών-μελών, κάτι το οποίο βεβαίως είναι μια νομικού και θεσμικού χαρακτήρα δήλωση, που πολύ απέχει απ’ την πραγματικότητα, γιατί στην πραγματικότητα ούτε το ΝΑΤΟ είναι ένας δημοκρατικός οργανισμός, αλλά αποτυπώνει έναν πραγματικό, σκληρό συσχετισμό δυνάμεων τον οποίο κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει.

Άρα, απ’ αυτή την οπτική γωνία, ζητήματα όπως η σχέση της Συμμαχίας με τη Ρωσία, ζητήματα όπως η μελλοντική διεύρυνση με μεγάλες εκκρεμότητες στην Ουκρανία και στη Γεωργία, είναι ζητήματα που συνδέονται και με άλλου τύπου σχεδιασμούς οι οποίοι πρέπει να γίνονται αναμφίβολα με προσεκτικό και στρατηγικό τρόπο και ένα τέτοιο χαρακτηριστικό ζήτημα είναι η συζήτηση για τη λεγόμενη πυραυλική ασπίδα, η οποία είναι προφανές ότι όπως τώρα εισάγεται με την πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών, λαμβάνει πάρα πολύ σοβαρά υπόψη την ανάγκη να διαφυλαχθεί η στρατηγική σχέση μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας, κάτι που το βλέπουμε άλλωστε να εξειδικεύεται, να προσλαμβάνει σάρκα και οστά, έστω με έναν πολύ διακριτικό τρόπο, έστω σε σχέση με διαδικασίες υποστήριξης των επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν.

Αυτά όμως που λέω αποτυπώνονται και στην ίδια τη λειτουργία του ΝΑΤΟ, γιατί σχήματα ευρύτερα εταιρικά μετωπικά όπως είναι ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, όπως είναι το Συμβούλιο της Ευρωατλαντικής Συνεργασίας, όπως είναι η συνεργασία με τις χώρες επαφής, βλέπουμε να ενσωματώνονται σε ένα σχήμα που περιλαμβάνει στην πραγματικότητα τον μισό ΟΗΕ, τον μάχιμο ΟΗΕ και αυτό το σχήμα δεν είναι ένα σχήμα θεωρητικής συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων όπως είναι το Συμβούλιο της Ευρωατλαντικής Συνεργασίας, αλλά είναι το σχήμα της ISAF, είναι το σχήμα της επιχείρησης του Αφγανιστάν όπου μετέχουν στην πραγματικότητα όλες αυτές οι χώρες.

Και εκεί διεξάγεται μία συζήτηση που δεν περιλαμβάνει μόνο μέλη του ΝΑΤΟ και μη μέλη τα οποία όμως μετέχουν σε αυτά τα συνεταιριστικά όργανα, περιλαμβάνει στην πραγματικότητα και τον ίδιο τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, περιλαμβάνει και την Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι ερχόμαστε σε ένα άλλο κεφάλαιο πάρα πολύ επίκαιρο, γιατί εδώ και λίγο καιρό ισχύει επιτέλους η μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβόνας. Ερχόμαστε δηλαδή στο ερώτημα εάν η θέση σε ισχύ της μεταρρυθμιστικής αυτής Συνθήκης της Λισσαβόνας αλλάζει τίποτα σε αυτό που λέγεται Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, τώρα πια Κοινή  Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας. Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι «απειλητική» - εντός εισαγωγικών χρησιμοποιώ τον όρο – για το ΝΑΤΟ, εάν αλλάζει η ισορροπία ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και φαντάζομαι ότι όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζει τον έναν από τους δύο πόλους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, τον ευρωπαϊκό πόλο, είναι λογικό να ψάχνει να βρει κανείς εάν αυτό αποτυπώνεται και στους κόλπους του ΝΑΤΟ, αν διαταράσσονται οι ισορροπίες, οι προοπτικές, αν η διάκριση μεταξύ επιχειρήσεων του άρθρου 5 και επιχειρήσεων που υπερβαίνουν το άρθρο 5 έχει κάποια σημασία, εάν η Ευρώπη έχει δηλαδή κάποια στρατηγική αυτοσυνειδησία η οποία μπορεί να επηρεάσει τη συζήτηση για το Νέο Στρατηγικό Δόγμα του ΝΑΤΟ. Αυτό είναι το ερώτημα. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ένα πάρα πολύ απλό όχι, κατά την εκτίμησή μου, δεν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις. Μπορεί αυτό να δυσαρεστεί όσους πιστεύουμε στην προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όσους πιστεύουμε στις δυνατότητες που έχει η ευρωπαϊκή ήπειρος, όσους πιστεύουμε στις οικονομικές αναπτυξιακές πολιτιστικές και ιστορικές προοπτικής της Ευρώπης, όσους πιστεύουμε στο πλεονέκτημα του ευρωπαϊκού κεκτημένου, όσους πιστεύουμε σε αυτό που ονομάζεται ευρωπαϊκός νομικός θεσμικός πολιτικός και πολιτικός πολιτισμός, αλλά αυτό δεν αποτυπώνεται στο επίπεδο της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.

Για την Ευρώπη συνολικά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, είναι είτε το θέλουμε είτε όχι, αναμφισβήτητη και θεσμικά πλέον αναγνωρισμένη μέσα στην ίδια τη μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβόνας, είναι η προτεραιότητα του ΝΑΤΟ. Και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, γιατί δίπλα στην παλιά γνωστή διάκριση μεταξύ ηπειρωτικών χωρών, χωρών ηπειρωτικής αντίληψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και φιλοατλαντικών χωρών, τώρα έχουμε μια άλλη πολύ πιο απλή διάκριση, έχουμε χώρες που έχουν ζήσει την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού και χώρες οι οποίες θεωρούν ότι έχουν μια άλλου τύπου προνομιακή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουμε πια μία πτέρυγα η οποία είναι με δεδηλωμένο και σαφή τρόπο φιλοαμερικανική, όχι ότι δεν είναι συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδιαίτερα προσεκτική στην καλή της σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αυτό πια έρχεται να επηρεάσει την ίδια την εσωτερική διεργασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γι’ αυτό είχα την ευκαιρία πριν από ένα περίπου χρόνου μιλώντας σε διάφορα φόρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακαδημαϊκά και πολιτικά, να αναρωτηθώ μήπως στην πραγματικότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ήδη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αλήθεια είναι πως de facto οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις της σε στρατηγικό επίπεδο όχι μόνο σε θέματα ασφάλειας και άμυνας, αλλά και σε θέματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων και σε θέματα διεθνών εμπορικών σχέσεων και σε θέματα νομισματικής πολιτικής στο βαθμό που η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ισχυριστεί ότι διαθέτει νομισματική πολιτική, για να αναφερθώ ακροθιγώς στην εμπειρία που ζούμε τους τελευταίους πάρα πολλούς μήνες. Και το ερώτημα είναι εάν κάνει ενσυνείδητη χρήση αυτής της θεσμικής ιδιότητας που έχει να είναι de facto μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι στην ευρωατλαντική συνεργασία πρέπει οι Ηνωμένες Πολιτείες να λαμβάνουν πάρα πολύ σοβαρά υπόψη το προνόμιο που έχουν να επηρεάζουν εσωτερικά τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου πρέπει να αποδίδουν μια προνομιακή διάσταση στη σχέση τους και τη συνεργασία τους και τη συζήτησή τους με τους Ευρωπαίους εταίρους τους στο ΝΑΤΟ.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία απ’ την άποψη αυτή να δούμε πως τοποθετείται μια μεσαία χώρα όπως η Ελλάδα, μια χώρα όμως που συντηρεί μεγάλες Ένοπλες Δυνάμεις, ασύγκριτα μεγαλύτερες σε σχέση με ό,τι συμβαίνει με όλες τις άλλες χώρες της περιοχής, με βάση τα πληθυσμιακά της δεδομένα, γιατί μιλάμε για μία χώρα των 10 - 11 το πολύ εκατομμυρίων και όχι για μία χώρα των 75 εκατομμυρίων κατοίκων. Όπως και αν υπολογίσει κανείς τις ελληνικές αμυντικές δαπάνες, αυτές εξακολουθούν να είναι παρά την εκλογίκευση και τους περιορισμούς ένα πολύ σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ, συνολικός προϋπολογισμός του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για το 2010 είναι λίγο παραπάνω από 6 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι δηλαδή περίπου το 2,8% του ΑΕΠ.

Οι δαπάνες για αμιγώς εξοπλιστικά προγράμματα εκτιμώμενα με βάση το κριτήριο των ετήσιων πληρωμών που υπολογίζουμε ότι θα είναι περίπου 1 δισεκατομμύριο 800 εκατομμύρια ευρώ ως μια ανυπέρβλητη οροφή, αλλά όπως γνωρίζετε επίσης σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν το Σύμφωνο Σταθερότητας, σημασία για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος έχουν οι ετήσιες παραλαβές οπλικών συστημάτων που ενσωματώνονται στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις και η αξία των φετινών παραλαβών υπολογίζουμε ότι θα πλησιάσει τα 2 δισεκατομμύρια 400 περίπου εκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή από την άποψη αυτή θα είναι περίπου το 1,05% του ΑΕΠ.

Αντιλαμβάνεστε ότι όταν ο στόχος μας είναι να πετύχουμε μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος φέτος κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό και πρέπει να σας πω εδώ ότι το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας από τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 έως σήμερα, τους τελευταίους 4 μήνες, έχει με διάφορες αποφάσεις και με διάφορους διακανονισμούς συνεισφέρει προς το Υπουργείο Οικονομικών περισσότερο από το 1,2% του ΑΕΠ.

Τόσο ως προς το οριστικό κλείσιμο του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2009, όσο και προς την κατεύθυνση ενός καλύτερου και πιο αισιόδοξου υπολογισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος για το 2010,  η συνεισφορά μας είναι από την άποψη αυτή πολύ σημαντική, χωρίς να παραγράφετε ο αμυντικός μας σχεδιασμός, χωρίς να παραγράφονται οι πραγματικές εκλογικευμένες και τεκμηριωμένες ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων. Και με βάση αυτό το κριτήριο της πραγματικής εκτίμησης της απειλής και της πραγματικής δυνατότητας ενσωμάτωσης οπλικών συστημάτων, επαναξιολογούμε το σύνολο του μεσοπροθέσμου προγράμματος προμηθειών, προκειμένου να έχουμε το καλύτερο πραγματικό αποτέλεσμα για τις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και το καλύτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα για την ελληνική οικονομία και τον Έλληνα πολίτη που από το υστέρημά του συνεισφέρει στην αμυντική θωράκιση της χώρας.

Η Ελλάδα λοιπόν που έχει τα δημοσιονομικά προβλήματα που ξέρετε όλοι, που έχει όμως πολύ μεγάλες δυνατότητες ως χώρα, γιατί πρέπει πάντα να υπολογίζουμε και τον όγκο της παραοικονομίας, που πολλές φορές λειτουργεί ως ένα μαξιλάρι απορρόφησης κραδασμών, αλλά άλλες φορές λειτουργεί ως βάρος για τα δημόσια οικονομικά. Μια χώρα, που παρά το μεσαίο μέγεθός της των 10 εκατομμυρίων κατοίκων, είναι στην παγκόσμια κατάταξη η υπ’ αριθμόν 30 χώρα από πλευράς όγκου οικονομίας. Μια χώρα που είναι πάντα μέσα στις 20, 22, 23, 25 πρώτες θέσεις της παγκόσμιας λίστας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών από πλευράς κοινωνικής ανάπτυξης. Μια χώρα που με βάση το κριτήριο της εθνικής αποταμίευσης και των εθνικών επενδύσεων, ιδιωτικών και δημόσιων, καταλαμβάνει στην διεθνή κατάταξη την 15η θέση, δηλαδή μια αξιοζήλευτη θέση. Μια χώρα που έχει την ικανότητα να ξεπεράσει τα προβλήματά της, δικαιούται να ξεπεράσει τα προβλήματά της. Κανείς δεν δικαιούται να ταπεινώνει τη χώρα και να στερεί την υπερηφάνεια και την αισιοδοξία από τον ελληνικό λαό, γιατί η οικονομική ψυχολογία είναι πραγματική διάσταση. Παράγει πραγματικό οικονομικό και αναπτυξιακό αποτέλεσμα.

Η χώρα λοιπόν αυτή είναι μια συνεπής σύμμαχος που ξέρει τι σημαίνει να είσαι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ από την εποχή της Κορέας. Ξέρει τι σημαίνει να επενδύεις σε μια ρήτρα αλληλεγγύης η οποία δεν εφαρμόζεται με τον τρόπο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί τις κρίσιμες στιγμές. Γι’ αυτό αποδίδουμε και πάρα πολύ μικρή σημασία στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής και στη ρήτρα αλληλεγγύης που έχει περιληφθεί στη μεταρρυθμιστική συνθήκη της Λισσαβόνας, επειδή ξέρουμε πως λειτουργούν αυτές οι έννοιες διεθνώς γενικά.

Μια χώρα λοιπόν που είναι παρούσα με πολύ μεγάλη δύναμη στο Κοσσυφοπέδιο και διεκδικεί να παίξει ρόλο στη διοίκηση ενός τομέα ενδεχομένως σε συνεργασία με άλλη χώρα μέλος της Συμμαχίας, αν το επιθυμεί η Συμμαχία και αν υπάρχει περιβάλλον εμπιστοσύνης από την άποψη αυτή. Μια χώρα που είναι παρούσα στη Σομαλία και στον αγώνα κατά της πειρατείας. Μια χώρα που είναι παρούσα στο Λίβανο σε όλες τις αποστολές. Μια χώρα που είναι παρούσα και μετέχει με δυνάμεις ανάλογες με το μέγεθός της, που αναλαμβάνει τη διοίκηση του διεθνούς αεροδρομίου της Καμπούλ σε λίγους μήνες, που μετέχει με σημαντικές οικονομικές ενισχύσεις στο ταμείο για την ανασυγκρότηση του Αφγανικού Στρατού. Μια χώρα που έχει προθυμοποιηθεί να αναλάβει την εκπαίδευση πιλότων σε πολύ κρίσιμους τύπους μεταγωγικών αεροπλάνων. Μια χώρα που μετέχει σε πάρα πολλές πρωτοβουλίες από την άποψη αυτή και ετοιμάζεται να αναλάβει το 2012 ως ιθύνον έθνος, ως ηγέτιδα –ας το πούμε έτσι- εθνική δύναμη, εδώ με στρατηγείο το 3ο Σώμα Στρατού και φυσικά μετέχει σε όλες τις ΙRF μέχρι τότε και έχει μια εθελοντική δήλωση διαθεσιμότητας δυνάμεων που φτάνει το 4% σε σχέση με το IRF.

Είναι μία χώρα που δικαιούται βεβαίως να έχει άποψη για όλα αυτά τα θέματα και την άποψη αυτή τη διατυπώνει μετά λόγου γνώσεως από μία συμμαχική οπτική γωνία, βλέποντας την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή, αναλογιζόμενη την ευθύνη της για το μέλλον της Ευρώπης και για την προοπτική των ευρωατλαντικών σχέσεων, αλλά φυσικά όπως κάθε κυρίαρχο κράτος και όπως κάνουν όλα τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας όπως και όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι υποχρεωμένη να προτάσσει το εθνικό της συμφέρον και το πρόβλημα της εθνικής της ασφάλειας.

Διότι το ΝΑΤΟ έχει πλέον μετατραπεί σε έναν Οργανισμό όπως είπα και προηγουμένως Ασφάλειας και Άμυνας, σε έναν Οργανισμό ο οποίος εκ των πραγμάτων προωθεί μια συνολική προσέγγιση, μία άρα ούτως ή άλλως πολιτικοστρατιωτική προσέγγιση. Άρα έχει μετατραπεί σε έναν Οργανισμό που αντιλαμβάνεται και οφείλει να αντιλαμβάνεται και την πολιτική διάσταση όλων των θεμάτων. Και αντιλαμβάνεστε ότι για μας ζητήματα όπως η κατάσταση στην Κύπρο, η κατάσταση το Αιγαίο, η κατάσταση την Ανατολική Μεσόγειο, η διασφάλιση δηλαδή του αναγκαίου επιπέδου ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, έχει πάρα-πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Είμαστε πάντα καλόπιστοι, πάντα δημιουργικοί, είμαστε εξοπλισμένοι με στρατηγική ψυχραιμία, θέλουμε να έχουμε αξιόπιστους δημοκρατικά νομιμοποιημένους εταίρους και συνομιλητές για να μπορούμε να πάρουμε μεγάλες υπερβατικές πρωτοβουλίες, αλλά αυτό όλο πρέπει να γίνεται μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, με σεβασμό στη διεθνή νομιμότητα, με σεβασμό στους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του ΝΑΤΟ, με σεβασμό στους κανόνες που περιλαμβάνονται στην ίδια τη Συνθήκη της Ουάσιγκτον.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να γίνεται αντιληπτή η θέση μας και αντίστοιχη θέση να διατυπώνεται και από τις άλλες πλευρές, προκειμένου να μπορούμε όλοι να συμβάλουμε στην ανανέωση του ρόλου της Συμμαχίας, στη διασφάλιση ενός επιπέδου καλής και αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης που να οργανώνεται ως σχέση Οργανισμού προς Οργανισμό, άρα ως μια σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών-μελών με ένα ΝΑΤΟ των 28 κρατών-μελών.

Και θέλουμε όλα αυτά να έχουν πραγματικό αποτέλεσμα στη Μεσόγειο, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στην ευρύτερη περιοχή. Μόνο έτσι διασφαλίζουμε τη σταθερότητα, μόνο έτσι δίνουμε απάντηση στους επιπόλαιους αναθεωρητισμούς, μόνο έτσι μπορεί να αποκτήσει νόημα η νέα δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ η οποία πρέπει να ξεπεράσει ψυχροπολεμικές αγκυλώσεις και να γίνει απλή, αντιγραφειοκρατική, χωρίς αδικαιολόγητο κόστος και λειτουργική και είμαστε έτοιμοι να συμβάλουμε σε όλα αυτά.

Μόνο έτσι μπορεί να αποκτήσει νόημα η προετοιμασία της Επιτροπής Σοφών και η εισήγηση που θα υποβάλει στη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβόνας προκειμένου να διατυπωθεί για 7η φορά το Στρατηγικό Δόγμα του ΝΑΤΟ, που θα σέβεται τις ανάγκες ασφάλειας και των Ηνωμένων Πολιτειών και των Ευρωπαίων εταίρων του ΝΑΤΟ.

Σας ευχαριστώ πολύ.


* Η ημερίδα διοργανώθηκε απο το ίδρυμα International Strategy και το ίδρυμα IRIS, υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Δημόσιας Διπλωματίας του ΝΑΤΟ


(Αδιόρθωτη Απομαγνητοφώνηση)


Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2010Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2010