11 Δεκεμβρίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων και των τροπολογιών επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών: «Αναδιοργάνωση της Δημοτικής Αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ορθώς κατ’ αρχάς, ο Υπουργός Εσωτερικών απέσυρε τη διάταξη του άρθρου 30. Κακώς την εισηγήθηκε σ’ ένα τέτοιο πολυνομοσχέδιο.

Οφείλετε, κύριε Υπουργέ, να θεραπεύσετε μία παράλειψη που έχει συντελεστεί από την τελευταία Αναθεώρηση του Συντάγματος της περασμένης άνοιξης μέχρι σήμερα. Οφείλετε να εισηγηθείτε στη Βουλή το ταχύτερο δυνατόν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 57 παράγραφος 1 του Συντάγματος εκτελεστικό νόμο για το επαγγελματικό καθεστώς των Βουλευτών, για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο. Υπάρχουν Βουλευτές που δεν θέλουν να ασκούν επάγγελμα και είναι αφοσιωμένοι στα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα. Εκεί πρέπει να προβλεφθεί η ομαλή και διαφανής επάνοδος του Βουλευτή στον επαγγελματικό και ιδιωτικό του βίο, με αίσθημα δικαίου, έτσι ώστε ο πολίτης να ξέρει ότι δεν υπάρχουν προνομιούχοι, αλλά ότι υπάρχουν κοινοβουλευτικοί και πολιτικοί λειτουργοί που βρίσκονται εδώ κατ’ εντολήν των πολιτών και υπηρετούν τον πολίτη και τα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, εμφανίστηκε σήμερα, τρίτη και τελευταία μέρα του νομοσχεδίου, ο αρμόδιος Υπουργός στην Αίθουσα και λίγο πριν αρχίσει η συζήτηση του νομοσχεδίου, στη διαδικασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου, απαντώντας στον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., έδωσε μια κάποια απάντηση, της Κυβέρνησης από το πιο επίσημο βήμα της πολιτείας που είναι το Βήμα της Βουλής για το τι συμβαίνει στη χώρα και η απάντηση αυτή ήταν μία απάντηση όπως η απάντηση της πρώτης μέρας, αμήχανη, ένοχη, ηττοπαθής. Το επόμενο βήμα ήταν η απώλεια του ελέγχου και η απώλεια του ελέγχου είναι μία πάρα πολύ άσχημη και επώδυνη μορφή κρατικού αυταρχικού και κρατικής βίας, γιατί ένα κράτος που τελεί υπό την επιρροή της συγκυρίας και της κρίσης, καθίσταται βίαιο, ανεξέλεγκτο και καθιστά την κοινωνία και πάλι αντίπαλό του.

Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία συζητώντας σήμερα μία δέσμη άρθρων του νομοσχεδίου που αφορούν το κράτος, που αφορούν την οργάνωση της πολιτείας, που αφορούν το Συμβούλιο Ασφάλειας και Πολιτικής Προστασίας γιατί αυτό υποτίθεται ότι είναι το αντικείμενο του άρθρου 24 του νομοσχεδίου, να σκεφθούμε τι γίνεται σ’ αυτήν τη χώρα. Η Κυβέρνηση ουσιαστικά εκπροσωπούμενη από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό εφαρμόζει μια λογική πολύ κοντά στη λογική του Χατζηαβάτη. «Θα μας δείρουν, θα μας δείρουν, θα μας δείρουν, θα ιδρώσουν, θα κρυώσουν, θα πάθουν πνευμονία, θα πεθάνουν και εμείς θα παραμείνουμε δαρμένοι, ταπεινωμένοι, αλλά νομείς της εξουσίας». Γιατί φυσικά ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται. Και η λογική του κ. Καραμανλή είναι, μπόρα είναι θα περάσει και αυτή.

Όμως δεν πρόκειται για μια μπόρα. Πρόκειται για μια βαθειά και καθολική κρίση της χώρας. Αυτή η κρίση μας αφορά όλους. Δεν έχουμε εμείς της Αντιπολίτευσης, εμείς του ΠΑ.ΣΟ.Κ. την αίσθηση ότι είμαστε θεατές. Δεν έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε έξω από το πεδίο της κοινωνικής κριτικής. Είμαστε και εμείς αποδέκτες της κοινωνικής κριτικής. Είμαστε και εμείς τμήμα του πολιτικού συστήματος. Και ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι οφείλουμε να ακούσουμε την κοινωνία με σεβασμό, να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Όμως η Κυβέρνηση και ο κ. Καραμανλής προσωπικά δεν έχουν καν συνείδηση του προβλήματος. Γι’ αυτό και τροφοδοτούν την κρίση αντί να αναλάβουν πρωτοβουλίες υπέρβασης της κρίσης. Δεν ερχόμαστε εμείς να πούμε ότι παρακολουθούμε την καιόμενη Ρώμη και χαιρόμαστε γιατί η Αντιπολίτευση είναι ένας Νέρων ο οποίος βλέπει την Κυβέρνηση να καταρρέει και χαίρεται γιατί αυτό σημαίνει τη δική του άνοδο στην εξουσία; Όχι. Η ανάληψη των ευθυνών διαχείρισης της πολιτείας και διαχείρισης της κρίσης σε τέτοιες στιγμές είναι ένα επώδυνο καθήκον. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Επαναλαμβάνω ότι το θέμα μας είναι να επικοινωνήσουμε με τα παιδιά, να ακούσουμε τον κόσμο. Και η αντίδραση της κοινωνίας δεν είναι μόνο η αντίδραση των διαδηλώσεων, δεν είναι η αντίδραση που παίρνει απαράδεκτες βίαιες μορφές.

Υπάρχουν μεγάλες κοινωνικές δυνάμεις, μεγάλα κοινωνικά στρώματα που δεν κατεβαίνουν στο δρόμο, αλλά αντιδρούν γιατί νιώθουν ότι δεν υπάρχει λύση, ότι δεν υπάρχει προοπτική, ότι δεν υπάρχει διέξοδος, ότι δεν υπάρχει κράτος να προστατεύσει τον πολίτη, ότι δεν υπάρχει Κυβέρνηση να διατυπώσει ένα συνολικό σχέδιο για την πορεία της χώρας έτσι ώστε να νιώσει ο πολίτης ότι υπάρχει μια κατεύθυνση, ότι υπάρχει στοιχειώδης ασφάλεια. Αυτό λείπει. Λείπει η δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα στην κοινωνία με την πολυπλοκότητά της, το πολιτικό σύστημα, τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Πρόκειται για μια κρίση εμπιστοσύνης, για μια κρίση του μοντέλου ανάπτυξης, για μια κρίση δημοσιονομικής διαχείρισης της χώρας η οποία παίρνει πλέον ακραίες μορφές. Το δημοσιονομικό αδιέξοδο είναι απόλυτο. Πρόκειται για μια κρίση πολιτικής έκφρασης και αντιπροσώπευσης. Οι πολίτες νιώθουν να μην εκφράζονται από το πολιτικό σύστημα. Ας αντιληφθούμε πώς το εισπράττει αυτό με συναισθηματικό φόρτο ένας νέος άνθρωπος, ένας έφηβος, ένας άνθρωπος που αναγκάζεται να οδηγηθεί στο περιθώριο λόγω ανεργίας, πώς το εισπράττει αυτό ένας μετανάστης ο οποίος βρίσκεται διαρκώς στη μαύρη αγορά εργασίας και μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας.

Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να δείξουμε ότι καταλαβαίνουμε και ότι μπορούμε να διαχειριστούμε αυτήν την κρίση δίνοντας μια λύση, μια προοπτική. Εδώ δεν μιλάμε για ένα παιχνίδι εξουσίας μεταξύ Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης. Αυτό είναι το τριτεύον επίπεδο αυτής της κρίσης. Το πρωτεύον επίπεδο είναι να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει, γιατί άρκεσε μια βάναυση, άναρχη και ακραία πρόκληση με τη δολοφονία του παιδιού προκειμένου να ανάψει μια φωτιά, επειδή υπήρχε το υπόστρωμα της κρίσης, επειδή όλα αυτά υπήρχαν μέσα στο σώμα της κοινωνίας και της οικονομίας.

Τα λέγαμε, τα ψελλίζαμε, τα ανιχνεύαμε, αλλά δεν τα είχαμε δει να λειτουργούν ανάγλυφα. Και τώρα το πρόβλημα της χώρας έγινε πρόβλημα ανάγλυφο, εκρηκτικό. Πρέπει, λοιπόν, με πολύ μεγάλο σεβασμό να αναγνώσουμε το πρόβλημα αυτό και να στείλουμε το μήνυμα από τη Βουλή πως καταλαβαίνουμε τι γίνεται γύρω μας, ότι έχουμε αίσθηση του πόσο δύσκολες και πολύπλοκες είναι οι καταστάσεις.

Επίσης έχουμε αίσθηση ότι ό,τι λέμε εμείς τώρα ως Αντιπολίτευση θα κληθούμε να το χειριστούμε και ως εκ τούτου μετράμε μία-μία τις λέξεις μας. Θλίβομαι, ντρέπομαι για την εικόνα της χώρας στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Δεν είναι αυτή η εικόνα της χώρας. Δεν επιχαίρει η Αντιπολίτευση για το διεθνή διασυρμό της χώρας. Θέλουμε η χώρα να στέλνει προς τα έξω μηνύματα γνήσια, αυθεντικά, αξιοπρεπή…

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θέλω από το Βήμα της Βουλής για μια ακόμη φορά να καταδικάσω απερίφραστα εκ μέρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. –πιστεύω εκ μέρους όλης της Βουλής των Ελλήνων- κάθε πράξη βίας, κάθε πράξη κρατικής βίας πρωτίστως, αλλά και κάθε πράξη βίας που προκύπτει από τον χώρο κοινωνικών ομάδων, από το χώρο, αν θέλετε, του ιδιώτη με την ευρύτερη έννοια του όρου. Χρειάζεται αυτοσυγκράτηση, χρειάζεται να αποκαταστήσουμε ξανά τον ιστό της κοινωνίας που έχει διαρραγεί. Κι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πούμε, απευθυνόμενοι στους νέους ανθρώπους, στους μαθητές και τους φοιτητές, πως αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη να διαμαρτυρηθούν, πως είναι παρήγορο να υπάρχει και να εκδηλώνει τη δράση του ένα φοιτητικό και ένα μαθητικό κίνημα, πως το σεβόμαστε και το καμαρώνουμε. Αντιλαμβανόμαστε πως πρέπει για κάποιες μέρες να υπάρξουν αυτού του είδους οι δραστηριότητες, οι οποίες είναι δραστηριότητες οργής, διαμαρτυρίας, αναζήτησης μιας διεξόδου. Όμως τα σχολεία και τα πανεπιστήμια πρέπει να είναι ανοιχτά. Καλό σχολείο είναι το σχολείο που λειτουργεί. Καλό δημόσιο πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο που λειτουργεί.

Πρέπει όλοι, όλες οι πολιτικές νεολαίες κι όλες οι φοιτητικές παρατάξεις, να καταδικάσουμε τις βαρβαρότητες σε βάρος της δημόσιας περιουσίας, σε βάρος της περιουσίας των πανεπιστημίων και των άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Και ήταν λάθος της Κυβέρνησης που δεν οργάνωσε τα πράγματα έτσι εξαρχής στην φοιτητική και τη μαθητική κοινότητα ώστε αμέσως μετά τη βάναυση και άνανδρη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου να αφεθεί χώρος και χρόνος ώστε να εκφραστεί η οργή και η διαμαρτυρία των παιδιών, των συμμαθητών του Αλέξανδρου, των φοιτητών.

Πρέπει, κυρίως, να δώσουμε την αίσθηση στους πολίτες κάθε ηλικίας, κάθε κοινωνικής κατηγορίας, πως μπορεί να υπάρξει μια προοπτική, πως μπορούμε να συνεννοηθούμε επιτέλους στον τόπο αυτό, πως μπορούμε να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει. Γιατί είναι, πράγματι, πολύ δύσκολο να διαχειριστεί κάποιος όλα τα επίπεδα της κρίσης. Μόνον η οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι τριπλάσια από την οικονομική κρίση που εμφανίζεται σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες, γιατί είναι κρίση χρηματοοικονομική, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κρίση παραγωγική, του μοντέλου ανάπτυξης της χώρας, που βασίζεται στην οικοδομή, τον τουρισμό, την κατανάλωση και τη ναυτιλία, δηλαδή σε πράγματα ευάλωτα, και κρίση δημοσιονομική, η οποία αποκτά πια διαστάσεις εφιαλτικές λόγω της αδυναμίας να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα του δημόσιου δανεισμού.

Η κρίση αυτή συνδέεται με μία κρίση αξιών, με μία κρίση της δημόσιας ηθικής. Όταν ακούν συνεχώς όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι πολίτες, για τα σκάνδαλα, για τη διαφθορά, για το Βατοπέδι, για τα ομόλογα, για το δεύτερο σκάνδαλο του Βατοπεδίου που είναι ένα σκάνδαλο χρηματοοικονομικού κόλπου, πέραν της λίμνης Βιστωνίδας και των ανταλλαγών, αντιλαμβάνεσθε ότι κανείς δεν πιστεύει, κανείς δεν τείνει ευήκοον ους, κανείς δεν εμπιστεύεται τους δημοκρατικούς θεσμούς!

Η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι παρούσα στη χώρα μας. Και σας θυμίζω ότι η αναζήτηση για την υπέρβαση της κρίσης, για τη μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μια συζήτηση που αγωνίζομαι και προσωπικά να την ανοίξω στη χώρα μας εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Άρα, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το χειρότερο που κάνει η Βουλή τις μέρες αυτές είναι να δείχνει ότι βρίσκεται αλλού. Και δείχνει ότι βρίσκεται αλλού η Βουλή, όταν συζητούμε σαν –να μη συμβαίνει τίποτα!- ένα πολυνομοσχέδιο με τρέχοντα ζητήματα, ένα νομοσχέδιο-«κουρελού», υπό την έννοια ότι περιλαμβάνονται σχετικές και άσχετες διατάξεις, προκειμένου να λυθούν ζητήματα διοίκησης του κράτους και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Είναι υποκρισία θεσμική να παριστάνουμε ότι εδώ επιτελούμε το νομοθετικό μας έργο και δεν διαθέτουμε το χρόνο του Κοινοβουλίου και το θεσμικό χώρο του Κοινοβουλίου, προκειμένου να στείλουμε απλά, μεγάλα και καθαρά μηνύματα στη κοινωνία, ότι καταλαβαίνουμε το πρόβλημα, ότι έχουμε συνείδηση του μεγέθους της κρίσης, ότι αγωνιζόμαστε να διατυπώσουμε προτάσεις!

Είναι ψευδές να πει ο οποιοσδήποτε ότι έχει έτοιμες λύσεις. Τίποτα δεν απεχθάνεται ο κόσμος από τον ταχυδακτυλουργό που θα εμφανιστεί με έτοιμη τη λύση. Χρειάζεται όμως να πείσεις τον κόσμο ότι μπορείς να εγγυηθείς τις αναγκαίες εθνικές, κοινωνικές συμφωνίες, ότι μπορείς να αποκαταστήσεις τη σχέση πολιτικής εμπιστοσύνης.

Γιατί όταν έχεις κρίση και οικονομικής και κοινωνικής εμπιστοσύνης, χρειάζεσαι ένα πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης, προκειμένου να ανασυγκροτήσεις, να ανορθώσεις τη κοινωνία, να δώσεις μία ορμή, να δώσεις μία προοπτική.

Αυτό ζητάμε. Αυτό ζητά ο κόσμος. Αυτό πρέπει να του δώσουμε, μία νέα σχέση εμπιστοσύνης, ένα πλεόνασμα εμπιστοσύνης, μία αποκατάσταση της δημόσιας ηθικής, προκειμένου να ξαναγνωριστούμε όλοι σ’ αυτόν τον τόπο, προκειμένου να ξαναοργανώσουμε, να ξαναενώσουμε την κοινωνία μας.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008