18 Δεκεμβρίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Κύρωση του Κρατικού Προϋπολογισμού και των Προϋπολογισμών ορισμένων ταμείων και υπηρεσιών οικονομικού έτους 2009».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ο χθεσινός τραυματισμός του μαθητή στο Περιστέρι, τα διαρκή και εντεινόμενα επεισόδια που καταστρέφουν την οικονομική ζωή των πόλεων, η αδυναμία της Κυβέρνησης να κατανοήσει την οργή των νέων και να συνομιλήσει μαζί τους δείχνουν ότι έχει χαθεί ο έλεγχος.
Η χώρα είναι ακυβέρνητη. Η Κυβέρνηση δεν έχει αυτοπεποίθηση, δεν έχει ανακλαστικά, δεν έχει ψυχραιμία, δεν έχει σχέδιο. Η κρίση της χώρας είναι πρωτίστως πολιτική, είναι κρίση εμπιστοσύνης, είναι κρίση ικανότητας πολιτικής διεύθυνσης του τόπου.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό πρέπει να παραδεχτούμε κάτι εμφανές. Δεν υπάρχει σχέδιο προϋπολογισμού. Συζητούμε χωρίς σχέδιο. Άλλωστε δεν υπήρξε ούτε το 2008 προϋπολογισμός του κράτους. Άλλα ψηφίστηκαν, άλλα πήγαν να εφαρμοστούν, άλλα θα είναι τα αποτελέσματα. Όχι μόνο δεν υπάρχει προϋπολογισμός, αλλά και αυτό το δήθεν σχέδιο βασίζεται σε απολύτως εικονικές παραδοχές. Το μόνο επιχείρημά του είναι ότι τηρούνται οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές ισορροπίες του Συμφώνου Σταθερότητας ωσάν να μην υπάρχει πρωτοφανής διεθνής και εσωτερική κρίση.
Θα έλεγα μάλιστα ότι είναι προκλητικός ο προϋπολογισμός που κατέθεσε η Κυβέρνηση, γιατί συμπυκνώνει πολιτικές προκλητικά αντίθετες από αυτές που εφαρμόζονται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες για την αντιμετώπιση της κρίσης. Απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης των δημοσίων επενδύσεων και έχουμε Προϋπολογισμό μείωσης των δημοσίων επενδύσεων. Απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης του εισοδήματος των χαμηλών και των μεσαίων στρωμάτων και εφαρμόζονται πολιτικές μείωσης του διαθεσίμου εισοδήματος και αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης. Απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και του κοινωνικού κράτους και έχουμε πολιτικές αποδιάρθρωσης της δημόσιας υγείας, της δημόσιας παιδείας και του δημόσιου κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος.

Δεν υπάρχει καμμία πραγματική μέριμνα για τους κρίσιμους τομείς της ελληνικής κοινωνίας και τρέχει ως επιμηθεύς ο κ. Καραμανλής να εξαγγείλει μέτρα για τον τουρισμό, ενώ ήδη έχει καταγραφεί η κρίση, δεν υπάρχουν κρατήσεις, δεν υπάρχουν καλές προοπτικές. Εξαγγέλλει μέτρα η Κυβέρνηση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω του Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε. και βλέπουμε τις τράπεζες να αρνούνται να συμμορφωθούν, διότι τα μέτρα αυτά, όπως και τα μέτρα για τα στεγαστικά δάνεια, δεν έχουν περιληφθεί ως προϋποθέσεις στο σχέδιο στήριξης του τραπεζικού συστήματος με τα 28.000.000.000 ευρώ, που θα μπορούσαν να ήταν ποσά στήριξης της ρευστότητας, στήριξης των κεφαλαίων κίνησης των επιχειρήσεων, στήριξης των νοικοκυριών, αν αυτά όλα είχαν εγκαίρως κατανοηθεί και περιληφθεί στο σχέδιο.

Ας κάνουμε, όμως, ένα βήμα μπροστά, γιατί δεν νομίζω ότι αξίζει περισσότερο τον κόπο να επαναλαμβάνουμε μία κριτική που με πιο αξιόπιστο και πιο αυθόρμητο τρόπο τη διατυπώνει η κοινωνία, τη διατυπώνουν οι πολίτες. Μπορεί η δική μας κριτική, η κριτική της Αντιπολίτευσης, να κατηγορηθεί για μικροκομματική υστεροβουλία, εν όψει των εκλογικών και πολιτικών επιδιώξεων, που είναι φυσικό να έχει κάθε κόμμα και ιδίως ένα μεγάλο κόμμα, όπως το ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Θα πρέπει να αντιληφθούμε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ότι σήμερα θα έπρεπε να συζητά η Βουλή, όχι για έναν τυπικό ετήσιο προϋπολογισμό, αλλά για ένα γενναίο ριζοσπαστικό εθνικό σχέδιο υπέρβασης της κρίσης, μιας κρίσης που στην Ελλάδα έχει τριπλά χαρακτηριστικά, πολλαπλάσια αυτών που συναντούμε σε άλλες δυτικές χώρες. Γιατί η δική μας κρίση, διεθνής και ενδογενής, δεν είναι μόνον κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος -που την αντιλαμβανόμαστε όλοι, διότι αυτό πλήττει την αγορά, στεγνώνει την αγορά, οδηγεί σε απόγνωση επιχειρήσεις και σε απώλεια θέσεων εργασίας- είναι και κρίση δημοσιονομική πρωτοφανής που αποτυπώνεται στις δυσκολίες και στο κόστος του δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, κάτι το οποίο πρέπει να μας προβληματίσει όλους γιατί κτυπάει ένα κουδούνι κινδύνου πάρα πολύ έντονα. Είναι και κρίση διαρθρωτική, κρίση της παραγωγικής δομής της χώρας, του μοντέλου ανάπτυξης. Αυτό φαίνεται καθαρά στην εξάρτηση της χώρας από τον εξωτερικό δανεισμό. Εξάρτηση και του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα η οποία αποτυπώνεται στο τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Στην πραγματικότητα αυτό που βιώνουμε είναι μία σκληρή μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στην τυπική και την άτυπη οικονομία, ανάμεσα στην οικονομία και την παραοικονομία.

Και ένα εθνικό σχέδιο υπέρβασης κρίσης θα έπρεπε κανονικά να είναι ένα σχέδιο σταδιακής προσαρμογής των άτυπων και παραοικονομικών χαρακτηριστικών όλων των τομέων της οικονομίας σε διαφανή, ορθολογικά, τυπικά χαρακτηριστικά αλλά με έναν τρόπο συμφωνημένο κοινωνικά και οικονομικά, προκειμένου οι εργαζόμενοι, οι μικροί και οι μεσαίοι επιχειρηματίες, όλοι όσοι εμπλέκονται στο οικονομικό γίγνεσθαι να αντιληφθούν ότι αυτό τους συμφέρει, ότι τελικά ο ορθολογισμός, η νομιμότητα συμφέρει. Δεν μειώνει το εισόδημα, δεν μειώνει την απασχόληση, δεν μειώνει τις προοπτικές αλλά μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε το διαρθρωτικό πρόβλημα, το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, να χρηματοδοτήσουμε το κοινωνικό κράτος, να αναδείξουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στο διανοητικό κεφάλαιο, στην έρευνα, στην παιδεία, στην τεχνολογία, στην καινοτομία.

Πώς μπορούν να γίνουν αυτά; Αυτά μπορούν να γίνουν μόνο αν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας είναι πρόβλημα πολιτικό, είναι πρόβλημα ψυχολογικό. Αν δώσεις την αίσθηση ότι έχεις πολιτικό σχέδιο και πολιτικό λόγο, αν μιλήσεις ειλικρινά, αν πεις την αλήθεια όσο επώδυνη και αν είναι, μπορείς να αποκαταστήσεις αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης. Μπορείς να πείσεις ότι ένα εθνικό σχέδιο υπέρβασης της κρίσης, ενιαίο, συνολικό, με εσωτερική ισορροπία, με εσωτερική δικαιοσύνη μπορεί να τους καλύψει όλους. Μπορεί να δώσει αίσθηση δικαιοσύνης, ασφάλειας και προοπτικής σε όλους.

Τα μέτρα είναι καλά, οι εξαγγελίες ακόμη ευκολότερες. Δεν υπάρχουν απλές και εύκολες λύσεις. Δεν υπάρχουν ταχυδακτυλουργοί. Αυτό που θέλει ο κόσμος είναι πέρα από τις συγκεκριμένες υποσχέσεις –και δυστυχώς ούτε υποσχέσεις δεν μπορεί να δώσει η κυβέρνηση- να μπορείς να τους δώσεις ένα συνολικό και ενιαίο σχέδιο που επιτρέπει στον πολίτη να αντιληφθεί ότι υπάρχει όραμα, ότι υπάρχει κάποιος ο οποίος μπορεί να περιγράψει την επόμενη μέρα. Γιατί εδώ το μεγάλο στοίχημα για όλες τις χώρες και ιδίως για τις ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι μόνο η υπέρβαση της κρίσης. Είναι και η θέση που θα κατέχουν την επόμενη μέρα σε έναν σκληρό διεθνή και ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Και αυτό δεν αφορά μόνον τις παροχές, τις δαπάνες. Αφορά και τα δημόσια έσοδα. Την ανάγκη για μια εθνική φορολογική συμφωνία δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης.

Γι’ αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτό που στην πραγματικότητα απαιτείται ως πρώτο μεγάλο οικονομικό μέτρο είναι μια άλλη πολιτική διεύθυνση της χώρας. Μια διεύθυνση ικανή να εγκαθιδρύσει σχέσεις εμπιστοσύνης. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να διαμορφώσεις τις αναγκαίες συναινέσεις, να στρατεύσεις όλον τον τόπο, να αποκαταστήσεις την κοινωνική αλλά και την εθνική συνοχή, να δώσεις ελπίδα και αισιοδοξία στον ελληνικό λαό και σε όλη την οικονομία.
Ευχαριστώ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008