26 Μαρτίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση για της πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ κατά της κυβέρνησης.


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, έξι μόλις μήνες μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, η χώρα βρίσκεται σε βαθειά κρίση, κρίση πολιτική, ηθική, θεσμική, αλλά και αναπτυξιακή. Η κρίση αυτή έχει υπαίτιο. Υπαίτιος είναι πρωτίστως η Κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός που δεν τιμά τη Βουλή με την παρουσία του στην έναρξη αυτής της κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Ο απών Πρωθυπουργός προσβάλλει το Κοινοβούλιο και δείχνει πως δεν έχει συνείδηση του θεσμικού του ρόλου και των κοινοβουλευτικών του υποχρεώσεων.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν αποσιωπώ τις ευθύνες της Αντιπολίτευσης και κυρίως της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Πώς είναι όμως δυνατόν να εξομοιώνεται στον τόπο αυτό η ευθύνη της Κυβέρνησης με την ευθύνη της Αντιπολίτευσης; Η ευθύνη για το παρόν προηγείται της ευθύνης για το μέλλον. Έχουμε πλήρη συνείδηση πως το μέλλον επείγει, πως υπάρχουν αναμονές και αξιώσεις των πολιτών από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά το παρόν είναι εκρηκτικό και αυτό το βιώνει η κοινωνία.

Το Σεπτέμβριο η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να αποκτήσει μια οριακή πλειοψηφία. Δεν υπερέβη όμως την κρίση πολιτικής νομιμοποίησης με την οποία οδηγήθηκε η χώρα στις εκλογές. Να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας το κλίμα εκείνης της εποχής. Τα ομόλογα; Τις υποκλοπές; Τους Πακιστανούς; Την Επιτροπή Ανταγωνισμού και τους κουμπάρους; Τα ζητήματα που είχαν τεθεί λόγω της διάλυσης του κράτους; Το τραγικό γεγονός των πυρκαγιών; Την εγκατάλειψη όλων των συστημάτων του κοινωνικού κράτους; Την διόγκωση των ανισοτήτων που βίωνε στο εισόδημά του και στην καθημερινότητά του κάθε Έλληνας πολίτης; Εν πάση περιπτώσει, ξεκίνησε η νέα θητεία της Κυβέρνησης του κυρίου Καραμανλή και μέσα σε λίγες εβδομάδες εμφανίστηκε η Κυβέρνηση να χάνει πλήρως τον έλεγχο της χώρας. Εμφανίζεται μια Κυβέρνηση με απόλυτη αδυναμία πρόγνωσης και διαχείρισης κρίσεων.

Η Ελλάδα έχει καταντήσει μια ακυβέρνητη πολιτεία. Δεν είναι μόνο η γνωστή υπόθεση Ζαχόπουλου με όλα τα συμπαρομαρτούντα, όλα όσα προέκυψαν σε σχέση με την δικαιοσύνη, σε σχέση με τα μέσα ενημέρωσης και τις περίεργες οικονομικές και παραοικονομικές διασυνδέσεις παραγόντων των μέσων ενημέρωσης. Είναι η παντελής έλλειψη ασφάλειας που νιώθει ο Έλληνας πολίτης στην καθημερινή του ζωή, είναι η αδυναμία της Κυβέρνησης και ιδίως του οικονομικού επιτελείου να θωρακίσει τη χώρα απέναντι στο προφανές ενδεχόμενο μεγάλων χρηματοοικονομικών κρίσεων, που δεν είναι απλώς ενδεχόμενο αλλά είναι πια μια διαρκώς επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα. Κυρίως, βλέπουμε να υπάρχει πλήρης αδυναμία στρατηγικού σχεδιασμού στην εξωτερική πολιτική, ενώ ανοίγουν τεράστια μέτωπα στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων, στο χώρο των δημοσίων αγαθών. Η Κυβέρνηση δεν σέβεται πια το δημόσιο αγαθό ως έννοια, ως αξία, σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας αλλά και γενικότερα του δημοσίου βίου όπως δείχνουν οι περιπτώσεις και της Δ.Ε.Η. και του Ο.Τ.Ε.

Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση η Κυβέρνηση αποφάσισε εδώ και λίγες εβδομάδες να κάνει μια απελπισμένη και προκλητική ταυτόχρονα δήθεν φυγή προς τα μπρος. Δεν πρόκειται όμως κατά κυριολεξία για φυγή προς τα εμπρός. Πρόκειται για ένα άλμα στο κενό.

Ο κ. Καραμανλής τι κάνει; Προκειμένου να αποφύγει την παραπολιτική σήψη μέσα στην οποία διαλύεται το κράτος αλλά και η Κυβέρνησή του, επιλέγει τη οδό της κοινωνικής σύγκρουσης και της πολιτικής όξυνσης. Και την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος παρουσιάζει μια προκλητικά αντιδημοκρατική θεωρία για το πολιτικό κόστος. Δεν ενδιαφέρεται η Κυβέρνηση δήθεν για το βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος, γιατί οι πολίτες θα αντιληφθούν ότι οι αντικοινωνικές πρωτοβουλίες, οι ταξικές πρωτοβουλίες του κυρίου Καραμανλή θα αποδώσουν μεσοπρόθεσμα και θα ωφελήσουν τους πολίτες και το γενικό συμφέρον της χώρας. Την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος ο κ. Καραμανλής καταφεύγει σε αυτήν την θεωρία της αδιαφορίας για το πολιτικό κόστος, που είναι αδιαφορία για τη φωνή της κοινωνίας, είναι αδιαφορία για τη φωνή των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, γιατί η Κυβέρνηση έχει πια κατασκευάσει τους αντιπάλους της και έχει καταστήσει αντίπαλό της την κοινωνική πλειοψηφία.

Αντίπαλος της Κυβέρνησης είναι ο εργαζόμενος και ιδίως ο χαμηλόμισθος, ο εργαζόμενος που βρίσκεται σε καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας γιατί καταφεύγει στη μερική ή την προσωρινή απασχόληση, στην υπαμειβόμενη απασχόληση. Αντίπαλος της Κυβέρνησης είναι ο συνταξιούχος και ιδίως ο χαμηλοσυνταξιούχος χωρίς άλλα εισοδήματα. Αντίπαλος της Κυβέρνησης είναι η εργαζόμενη μητέρα ανήλικων παιδιών που βλέπει να χάνει θεμελιωμένα ασφαλιστικά δικαιώματα. Αντίπαλος της Κυβέρνησης είναι ο νέος που βλέπει να μην έχει θέση στον ήλιο που εμφανίζεται κάθε αυγή πάνω από τη χώρα μας, γιατί κανείς δεν του εγγυάται κάποια προοπτική εργασιακή, κάποιο αντίκρισμα στα όποια προσόντα έχει, μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που απαξιώνεται δυστυχώς συστηματικά.

Άρα, ο κύριος Καραμανλής έχει κάνει μια τυφλή επιλογή. Ψελλίζει τις λέξεις που του αρέσουν, το «μεσαίο χώρο» και τις «μεταρρυθμίσεις», έχει καταφέρει όμως να καταστήσει τη λέξη «μεταρρύθμιση» συνώνυμη με την απορρύθμιση, με τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου, έχει καταστήσει τη λέξη «μεταρρύθμιση» συνώνυμη με την απειλή, με την αδικία, με την ανασφάλεια και έχει πια αντικαταστήσει τη θεωρία του μεσαίου χώρου με μια σειρά από σκληρές ταξικές επιλογές. Η Νέα Δημοκρατία αναγκάστηκε πια να πετάξει την προβιά της λαϊκής Δεξιάς και εμφανίζεται εδώ και λίγες εβδομάδες απροκάλυπτα ως μια ταξική Δεξιά. Αυτή είναι μία στρατηγική μεταβολή που οδηγεί σε αδιέξοδο και βαθαίνει την κρίση πολιτικής νομιμοποίησης της Κυβέρνησης. Θα μετανιώσει η Κυβέρνηση για αυτήν την επιλογή, στην οποία αναγκάστηκε να συρθεί, προκειμένου να ξεπεράσει την ασφυκτική συγκυρία μέσα στην οποία βρέθηκε αμέσως μετά τις εκλογές. Πιστεύω δε ότι κορυφαίο παράδειγμα είναι αυτό που ζούμε τις τελευταίες ημέρες και μέσα και έξω από τη Βουλή, το ασφαλιστικό.

Αναρωτιέται κανείς, προσπαθώντας να εκτιμήσει με ορθολογικά κριτήρια την πρωτοβουλία της Κυβέρνησης: Γιατί η Κυβέρνηση εισηγήθηκε ένα τέτοιο νομοσχέδιο τόσο προκλητικό; Γιατί η Κυβέρνηση, πέρα από την ενοποίηση των ταμείων, αποφάσισε να μειώσει θεμελιωμένα ασφαλιστικά δικαιώματα και να ανοίξει τόσα μέτωπα; Και όχι κυρίως τα μέτωπα των απεργιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά τα μέτωπα των απελπισμένων και σιωπηλών εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα, που μπορεί να μην απεργούν, αλλά είναι τα πρώτα και κύρια θύματα της ασφαλιστικής αντιμεταρρύθμισης του κ. Καραμανλή. Γιατί το κάνει αυτό; Δεν υπάρχει κανένας δημοσιονομικός και κανένας αναλογιστικός λόγος. Δεν κερδίζει τίποτα το δημόσιο ταμείο. Δεν πρόκειται να επιβιώσει το ασφαλιστικό σύστημα, επειδή θα γίνουν αυτές οι αλλαγές. Πρόκειται για αλλαγές αναιτιολόγητες δημοσιονομικά και αναλογιστικά, γιατί αρκεί να σκεφτούμε ότι το βασικό αντικοινωνικό μέτρο που αφορά τις γυναίκες μητέρες ανηλίκων παιδιών προσπορίζει όφελος στο δημόσιο ταμείο μόλις 50 εκατομμύρια. Για 50 εκατομμύρια ετήσιο όφελος, όταν έχεις μια δαπάνη που υπερβαίνει τα 22 δισεκατομμύρια, δεν κάνεις τέτοιου είδους επιλογές, δεν κάνεις τέτοιου είδους συγκρούσεις κοινωνικές. Άρα, είναι προφανές ότι η Κυβέρνηση για λόγους «παιδαγωγικούς», με την ταξική σκληρή έννοια του όρου, ανοίγει τα μέτωπα αυτά.

Υπάρχει αντιπρόταση; Μπορούσε να κινηθεί διαφορετικά; Μπορούσε η Βουλή να ψηφίσει ένα άλλο ασφαλιστικό νομοσχέδιο που να συγκεντρώσει την κοινωνική και κοινοβουλευτική συναίνεση; Όσο και αν εντυπωσιάζει τους πολιτικά μυωπικούς κυβερνώντες, η απάντηση είναι πως ναι, μπορούσε να υπάρξει άλλη επιλογή, τελείως διαφορετική, μια άλλη προσέγγιση.

Θα έπρεπε να αντιληφθεί επιτέλους ο κ. Καραμανλής ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι πρόβλημα μεγάλων και αδικαιολόγητων παροχών σε συνταξιούχους, αλλά πρόβλημα εσόδων. Πως το ασφαλιστικό δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να αντιμετωπιστεί σε μια κοινωνία όπως η ελληνική αν δεν διασυνδεθεί απολύτως με το φορολογικό. Δεν μπορεί το ασφαλιστικό να αντιμετωπιστεί αν οι επιχειρήσεις που απασχολούν πολλούς εργαζόμενους και προσφέρουν θέσεις εργασίας με κοινωνική ευθύνη, δεν αντιμετωπιστούν τελείως διαφορετικά από πλευράς ασφαλιστικής και φορολογικής μεταχείρισης σε σχέση με επιχειρήσεις μεγάλης έντασης κεφαλαίου και μεγάλης κερδοφορίας που δεν προσφέρουν θέσεις εργασίας.

Το ασφαλιστικό μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά αν λάβουμε σοβαρά υπόψη το πρόβλημα του κλάδου υγείας και αν συνδέσουμε αυτό το πρόβλημα με την ανακαίνιση του εθνικού συστήματος υγείας και με τη δημιουργία επιτέλους ενός ολοκληρωμένου δημόσιου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Το ασφαλιστικό δεν θα αντιμετωπιστεί αν οι προνοιακές παροχές όπως το ΕΚΑΣ, όπως το τμήμα της μη αναλογικής κατώτατης σύνταξης, όπως πολλές αναπηρικές συντάξεις δεν βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας και όχι τον προϋπολογισμό του ΙΚΑ και των άλλων ασφαλιστικών ταμείων που πρέπει να κουβαλούν το βάρος μόνο των κατά κυριολεξία συνταξιοδοτικών παροχών.

Υπάρχει συνεπώς άλλη προσέγγιση η οποία ξεκινά από μια θεμελιώδη αφετηρία, από την πολιτική διαβεβαίωση προς την κοινωνία, που την κάνει το ΠΑ.ΣΟ.Κ., πως δεν θα θιγούν ασφαλιστικά δικαιώματα, γιατί δεν χρειάζεται να θιγούν.

Πρέπει να αποκτήσουμε τη συναίνεση της κοινωνίας για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε μια μακροπρόθεσμη, ορθολογική, δίκαιη και αποδοτική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος. Και αντί για το νομικό, οργανωτικό και διοικητικό χάος της δήθεν ενοποίησης των ταμείων με τη μορφή ανεξέλεγκτων ομοσπονδιών που θα προκαλέσουν κύμα δικών, μπορούσε να γίνει λειτουργική ενοποίηση με ενιαίο μηχανογραφικό κέντρο, με διασύνδεση με το ΚΕΠΥΟ και βεβαίως μέσα από το σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για το οποίο ήδη μίλησα.

Άρα δεν έχουμε απέναντί μας μια κοινωνικά έντιμη και δημοσιονομικά διορατική μεταρρύθμιση. Έχουμε μια τυφλή, αδιέξοδη και ανεφάρμοστη ταξική επιλογή που προκαλεί την κοινωνία και πρέπει να αντιδράσουμε ως Κοινοβούλιο και ως πολιτικό σύστημα απέναντι σε αυτή την πρόκληση.

Βέβαια οι προκλήσεις διευρύνονται, γιατί η επιλογή του κ. Καραμανλή, είναι να ανοίγει συνεχώς και άλλα μέτωπα, προκειμένου να δημιουργεί ένα δήθεν αντιπερισπασμό. Αυτή τη στιγμή πια έχει αρχίσει να θέτει σοβαρό πρόβλημα εκποίησης του πυρήνα της δημόσιας περιουσίας. Στον Ο.Τ.Ε. έχουμε το φεστιβάλ των μεσαζόντων, έχουμε την επισημοποίηση των αδιαφανών συναλλαγών. Ο περιβόητος στρατηγικός εταίρος επιλέγεται από τη MARFIN και από τον κ. Βγενόπουλο με ακριβό τίμημα διαμεσολάβησης.

Αυτό είναι παράνομο, αδιαφανές και η Κυβέρνηση καλείται να ανακρούσει πρύμναν γιατί έχει τεράστιες ευθύνες, στον πιο κρίσιμο στρατηγικά τομέα που είναι ο τομέας των τηλεπικοινωνιών.

Ετοιμάζεται και το άλλο μέτωπο της δήθεν διοικητικής μεταρρύθμισης, της πλήρους αποσάθρωσης και διάλυσης του κράτους. Ετοιμάζεται το σχέδιο της παράλυσης του κράτους. Είναι ένα σχέδιο που δεν έχει θεσμικά και αναπτυξιακά κριτήρια, αλλά διέπεται από κριτήρια παλαιοκομματικά και πελατειακά. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει μια ολοκληρωμένη πρόταση για την περιφέρεια, για την αιρετή αυτοδιοίκηση τρίτου βαθμού στην οποία ενσωματώνονται οργανικά και οι σημερινές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις. Αντί γι’ αυτό η Κυβέρνηση βλέπουμε να προωθεί και μεγάλες κρατικές υπερπεριφέρειες και νόθες διευρυμένες αυτοδιοικήσεις άνισες χωρίς αναπτυξιακή λογική. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. προτείνει έναν ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ 2 με θεσμική συνέπεια.

Η Κυβέρνηση ετοιμάζει το δικό της σχέδιο που δεν είναι σχέδιο «Καποδίστρια», αλλά σχέδιο «Θεόδωρος Δηληγιάννης». Αυτή είναι η λογική του κυρίου Καραμανλή.

Για τους λόγους αυτούς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ανέλαβε σήμερα την πρωτοβουλία να καταθέσει την Πρόταση Δυσπιστίας. Πρόκειται για τη μέγιστη θεσμική αντίδραση της Αντιπολίτευσης που αντιστοιχεί στη μέγιστη αντίδραση της κοινωνίας. Πρόκειται για μία πρωτοβουλία με επίκεντρο το Κοινοβούλιο, γιατί το Κοινοβούλιο είναι το θεσμικό επίκεντρο των πρωτοβουλιών και των αντιδράσεων στα σχέδια της Κυβέρνησης.

Πρέπει να πω ότι με λύπησε η περιπαικτική απάντηση του κ. Αλαβάνου που, μόλις έμαθε την πρωτοβουλία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Σχολίασε λέγοντας «Καλώς τα παιδιά»! Θέλω να του πω ότι οι θεσμοί δεν είναι παιδότοπος και πρέπει να έχουμε σοβαρότητα, προοπτική και συνέπεια σ’ αυτά που κάνουμε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχουμε πλήρη συνείδηση ότι είναι ανοιχτή η διαπραγμάτευση για το θέμα των Σκοπίων. Πιστεύουμε όμως ότι η αντίδραση του Κοινοβουλίου, η ύπαρξη ενός ζωντανού διαλεγόμενου Κοινοβουλίου ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας και στο ζήτημα των Σκοπίων, αρκεί ο κ. Καραμανλής να εννοεί αυτά που λέει και να μείνει μέχρι το τέλος πιστός σ’ αυτά που είπε εδώ, ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων.

Δεν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα διαρραγεί η οριακή πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας. Η Κυβέρνηση όμως βαραίνει τον τόπο και δεν πρέπει να έχει την ψευδαίσθηση ότι επειδή διατηρεί εδώ μία πειθαρχημένη οριακή πλειοψηφία, διατηρεί πολιτική νομιμοποίηση μέσα στην κοινωνία.

Κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης, έχετε χάσει πλήρως την επαφή σας με την πραγματικότητα. Συνειδητοποιείστε ότι δεν διαθέτετε πλέον ούτε νομιμοποίηση, ούτε εντολή. Κρέμεστε στον αέρα!

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008