26 Ιουνίου 2008

Παρέμβαση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση επί της αρχής των άρθρων, της τροπολογίας και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Θεσμικό Πλαίσιο για τις Μεταπτυχιακές Σπουδές».


 

Κύριε Πρόεδρε, το ζήτημα των μεταπτυχιακών σπουδών, όπως το αντιμετωπίζει το νομοσχέδιο, μας εισάγει ουσιαστικά στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανώτατη εκπαίδευση συνολικά στη χώρα μας και άρα, στο μεγάλο πρόβλημα του σεβασμού και της εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος, που έμεινε –ευτυχώς- αλώβητο, γιατί η αναθεωρητική διαδικασία δεν ευδοκίμησε και σεβάστηκε το συνταγματικό κεκτημένο της χώρας, στοιχείο του οποίου είναι και το άρθρο 16 του Συντάγματος.

Το νομοσχέδιο, όπως είπε ο εισηγητής μας κ. Καρτάλης, ανοίγει μια επικίνδυνη κερκόπορτα σε σχέση με τη συνταγματική κατοχύρωση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, γιατί στο πολύ κρίσιμο άρθρο 10 παράγραφος 1 του νομοσχεδίου παρέχεται ουσιαστικά η δυνατότητα στα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα να αναπτύσσουν δραστηριότητες του εξωτερικού μέσω μεταπτυχιακών προγραμμάτων. Σωστό αυτό και πρέπει να το προωθήσουμε, όμως αυτό μπορεί να γίνεται, όχι μόνο μέσα από συνεργασίες με ομοταγή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα του εξωτερικού ή με αναλόγου κύρους ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών οργανισμών, αλλά ενδεχομένως και μέσω ιδιωτικών επιχειρήσεων. Δηλαδή, εμμέσως πλην σαφώς, το άρθρο 10 θεσπίζει τη δυνατότητα να συνάπτονται συμβάσεις δικαιόχρησης από τα ελληνικά πανεπιστήμια με επιχειρήσεις του εξωτερικού.

Αυτό δεν λέω ότι θα γίνει στην πράξη, αλλά δίνει το νομοθετικό έρεισμα για την καταστρατήγηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, δηλαδή επιχειρεί να νομιμοποιήσει εμμέσως τις συμβάσεις δικαιόχρησης που συνάπτουν πανεπιστήμια άλλων κρατών και κυρίως άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μάλιστα πανεπιστήμια δημόσια, όπως είναι τα βρετανικά με ελάχιστες εξαιρέσεις, που συνάπτουν αυτές τις συμβάσεις δικαιόχρησης με ελληνικές ιδιωτικές επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση μερικών εξαμήνων σπουδών στην Ελλάδα, έτσι ώστε στην πραγματικότητα να οδηγούμαστε στη νομιμοποίηση μιας ανώτατης παραπαιδείας, η οποία εδράζεται πάνω σ΄ ένα νομοθετικό τέχνασμα.

Το Υπουργείο Παιδείας γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι σύμφωνα με την ως τώρα νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην κορυφαία σχετική υπόθεση “NERI”. Εάν ένα κράτος-μέλος απαγορεύει νομοθετικά στα δικά του πανεπιστήμια να συνάπτουν με ιδιωτικές επιχειρήσεις τέτοιες συμβάσεις δικαιόχρησης, μπορεί να επεκτείνει την απαγόρευση αυτή και στα πανεπιστήμια άλλων κρατών-μελών, χωρίς να υπάρχει δυσμενής μεταχείριση αυτών των οντοτήτων άλλων χωρών-μελών.

Αν, όμως, η νομοθεσία του κράτους-μέλους, όπως συνέβαινε με την Ιταλία στην υπόθεση “NERI”, παρέχει τη δυνατότητα στα εθνικά πανεπιστήμια να συνάπτουν τέτοιες συμβάσεις στο έδαφος της χώρας ή στο εξωτερικό, δεν μπορεί να απαγορευτεί η σύναψη των ίδιων συμβάσεων σε πανεπιστήμια βρετανικά ή άλλων χωρών. Άρα, εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το μεγάλο τέχνασμα και τη μεγάλη πρόκληση της Κυβέρνησης.

Η Κυβέρνηση με τη ρύθμιση αυτή, αρχίζοντας με το μεταπτυχιακό επίπεδο, μέσω του άρθρου 10 παράγραφος 1, όπως πονηρά θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοστεί, προσπαθεί να δικαιώσει μια πρακτική και ουσιαστικά να καταστήσει τα Κέντρα Ελεύθερων Σπουδών πραγματικούς «φορείς» παροχής υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Ζητάμε από τον παριστάμενο Υπουργό Παιδείας να προβλέψει ρητά στο άρθρο 10 παράγραφος 1 ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια θα συνεργάζονται με ομοταγή πανεπιστήμια σε τρίτες χώρες ή με ίδιου κύρους ερευνητικά κέντρα, ότι απαγορεύεται ρητά η σύναψη τέτοιων συνάψεων δικαιόχρησης από τα ελληνικά πανεπιστήμια, ώστε να υπάρχει το νομοθετικό και συνταγματικό έρεισμα, να διαφυλάξουμε το κύρος του ελληνικού πανεπιστημίου και όταν έχουμε τέτοιου είδους απειλές.

Τι εννοώ; Εννοώ ότι δεν μ΄ ενοχλεί ένα ξένο έγκυρο αμερικανικό πανεπιστήμιο -το HARVARD ή το YALE- να έρθει να παράσχει υπηρεσίες το ίδιο με το προσωπικό του και με το κύρος του στην Ελλάδα. Δεν μ΄ ενοχλεί να έρθει ένα γαλλικό κρατικό πανεπιστήμιο, όπως το πανεπιστήμιο της Σορβόννης I, που επιχειρεί να το κάνει εδώ, να προσφέρει υπηρεσίες το ίδιο. Και το ελληνικό πανεπιστήμιο μπορεί να κάνει το ίδιο σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, το να αναθέτουν τα πανεπιστήμια με συμβάσεις δικαιόχρησης σε ιδιωτικές επιχειρήσεις να τα υποκαθιστούν αυτό είναι αδιανόητο και θα έπρεπε να το θέσουμε και στο Συμβούλιο Υπουργών Παιδείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Συμβούλιο Υπουργών εσωτερικής αγοράς, που έρχεται και προκαταλαμβάνει το Συμβούλιο με τη σύνθεση των Υπουργών Παιδείας των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως προς το ζήτημα των διδάκτρων δε πρέπει να σας πω ότι υπάρχει μια πολύ καθαρή διάκριση στο άρθρο 16 του Συντάγματος. Οι μεταπτυχιακές σπουδές είναι τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι ανώτατη εκπαίδευση. Δεν είναι άλλη βαθμίδα.

Όταν ο φοιτητής ακολουθεί τη φυσιολογική ακαδημαϊκή διαδικασία και ως πρώτη ευκαιρία σπουδών ολοκληρώνει τη δραστηριότητά του με μεταπτυχιακό δίπλωμα και με διδακτορική διατριβή, τότε βεβαίως πρέπει να περιβάλλεται ως φοιτητής από τις εγγυήσεις του άρθρου 16 παράγραφος 4, τις εγγυήσεις δωρεάν παιδείας. Όταν οι μεταπτυχιακές σπουδές είναι ουσιαστικά δραστηριότητα επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης, όταν γίνονται ειδικά προγράμματα διοίκησης επιχειρήσεων για στελέχη επιχειρήσεων για παράδειγμα, άρα βρισκόμαστε έξω από τη φυσιολογική και συνεχή ροή της ολοκλήρωσης της εκπαίδευσης ενός φοιτητή, τότε βεβαίως μπορεί και η μεταχείριση να είναι διαφορετική, γιατί είναι άλλη η λογική του προγράμματος. Διότι το πανεπιστήμιο μπορεί να προσφέρει και υπηρεσίες, οι οποίες είναι υπηρεσίες επιμόρφωσης και κατάρτισης.

Το ίδιο πρόβλημα –και το γνωρίζει αυτό και ο κύριος Υπουργός και ο κύριος Υφυπουργός- υπάρχει και με τις περιβόητες λειτουργικές δαπάνες του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, το οποίο προσφέρει προπτυχιακές σπουδές. Και εκεί υπάρχει πρόβλημα διδάκτρων και δαπανών. Και εκεί πρέπει να γίνεται αυτή η διάκριση, γιατί οφείλουμε να σεβαστούμε πλήρως τη δωρεάν παιδεία. Διότι η δωρεάν παιδεία δεν είναι ένα «εξισωτικό» μέτρο. Είναι μια θεσμική εγγύηση που αφορά ουσιαστικά τη συνοχή της κοινωνίας, όχι μόνο στο οικονομικό, αλλά και στο συμβολικό επίπεδο. Πρέπει να νιώθει ο μαθητής και ο φοιτητής ότι μετέχει σ’ ένα πεδίο ίσων ευκαιριών και ίσων δυνατοτήτων, ανεξάρτητα από το εισόδημα το δικό του ή το εισόδημα της οικογένειάς του. Άρα, διαφορετικά αντιμετωπίζεται στη μία περίπτωση το ζήτημα και διαφορετικά στην άλλη. Μόνο που πρέπει να έχουμε έναν ασφαλή οδηγό, όταν θέλουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά. Και ο ασφαλής οδηγός είναι ο σεβασμός του Συντάγματος, ο σεβασμός του άρθρου 16 του Συντάγματος.

Άρα, κύριε Πρόεδρε, μ' αυτά που λέω διατυπώνω πρώτον, τη θέση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., δυστυχώς εκ των υστέρων, σε σχέση με την ένσταση που διατύπωσε προηγουμένως το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Και θέτω ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 10 παράγραφος 1 του νομοσχεδίου που είναι, κατά τη γνώμη μου, το μείζον πρόβλημα, που είναι, κατά τη γνώμη μου, η βόμβα, η θρυαλλίδα, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη ανατροπή του status του Ελληνικού Πανεπιστημίου. Και αυτό δεν μπορεί να το ανεχθεί κανείς στην Αίθουσα αυτή.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008