29 Ιουλίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις».


 

Κύριε Πρόεδρε, η Κυβέρνηση αντελήφθη με καθυστέρηση ότι στον κόσμο αυτό όλα πληρώνονται και όταν σκάβεις το λάκκο του άλλου πέφτεις ο ίδιος μέσα.

Αυτή είναι η εμπειρία της Κυβέρνησης από την υπόθεση του κ. Ζορμπά. Μία πολύ σκληρή εμπειρία, γιατί επένδυσε στον κ. Ζορμπά, τον αναγόρευσε κάποτε ως «αρχάγγελο» της κάθαρσης, οικοδόμησε επάνω του την περιβόητη εξεταστική επιτροπή για τα εξοπλιστικά προγράμματα και στη συνέχεια, προκειμένου να τον απομακρύνει, ευσχήμως, από τη θέση του Γενικού Γραμματέα από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κατασκεύασε το ρόλο του ως Προέδρου της Αρχής για το «ξέπλυμα μαύρου χρήματος». Και όταν διαπίστωσε ότι ο κ. Ζορμπάς είναι μία «μεταβλητή» μη ελεγχόμενη, όταν βρέθηκε η Κυβέρνηση αντιμέτωπη με σειρά σκανδάλων, από τα ομόλογα μέχρι τη «SIEMENS» και έφτασε στο «αμήν», αποφάσισε να εκπαραθυρώσει τον κ. Ζορμπά, αλλά όμως είχε ανάγκη από προσχήματα, από προφάσεις.

Και έτσι, μέσα από τη μέθοδο της δήθεν συμμόρφωσης στην κοινοτική οδηγία, κατασκεύασε το άρθρο 7 του συζητούμενου νομοσχεδίου, δηλαδή ανασυγκρότησε την περιβόητη αυτή επιτροπή για το «ξέπλυμα μαύρου χρήματος». Μία επιτροπή «υβρίδιο», που έχει ως πρόεδρο τώρα πια, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νομοσχεδίου, εν ενεργεία ανώτατο μάλιστα εισαγγελικό λειτουργό. Αλλά η επιτροπή δεν παύει να είναι αμιγώς διοικητικό όργανο, διϋπουργικού χαρακτήρα, με όλα τα άλλα μέλη να ορίζονται από τους συναρμόδιους Υπουργούς. Η επιτροπή αυτή λειτουργεί ως αμιγώς διοικητικό όργανο, ο δε πρόεδρός της που ασκεί διοικητικές αρμοδιότητες, βρίσκεται μέσα σε ένα θεσμικό περιβάλλον που δεν εγγυάται την προσωπική και λειτουργική του ανεξαρτησία. Αλλά αντίθετα, το νομοσχέδιο με τις προβλέψεις του, σε σχέση με την πειθαρχική ευθύνη του προέδρου και τον τρόπο λειτουργίας της επιτροπής, προσβάλει το Σύνταγμα, προσβάλλει δηλαδή όλες τις εγγυήσεις των άρθρων 88 και επόμενα, σε σχέση με την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.

Το άρθρο 89 του Συντάγματος όπως αναθεωρήθηκε το 2001 και ισχύει, απαγορεύει ρητά στην παράγραφο 3 να ασκούνται διοικητικά καθήκοντα από δικαστικούς λειτουργούς, συμπεριλαμβανομένων και των εισαγγελικών.

Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται εξαιρέσεις. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορεί να μετέχουν σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές –δεν είναι η περίπτωση που μας απασχολεί- και σε ελεγκτικές και δικαιοδοτικές επιτροπές. Όταν συζητούσαμε για την Αναθεώρηση του Συντάγματος είχαμε δώσει ως παράδειγμα επιτροπής ελεγκτικού χαρακτήρα την επιτροπή του άρθρου 29 παράγραφος 2 του Συντάγματος για τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων και των υποψηφίων Βουλευτών και ως παράδειγμα επιτροπής δικαιοδοτικού χαρακτήρα τα αθλητικά δικαστήρια, τα δικαστήρια σημάτων κ.ο.κ..

Σε καμμία περίπτωση μία αμιγώς διοικητική επιτροπή υπό την εποπτεία του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που πρέπει να κινείται μέσα στο πλαίσιο των κατευθύνσεων της κεντρικής αρχής για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, που είναι το Υπουργείο Οικονομικών, μία επιτροπή που τελεί υπό την εποπτεία ενός ευρύτερου επιτελικού διϋπουργικού οργάνου, δεν είναι μία επιτροπή ελεγκτικού χαρακτήρα με την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο άρθρο 89 παράγραφος 2 του Συντάγματος.

Επιπλέον, η διάταξη αυτή προσβάλλει όλο το σύστημα των διατάξεων για την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών επειδή κατασκευάζει ένα τραγέλαφο στη σχέση του προέδρου της επιτροπής αυτής, που είναι πλέον ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, δηλαδή Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατά προτίμηση ή έστω Εισαγγελέας Εφετών, με την αρμόδια εισαγγελική αρχή που είναι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών. Γιατί αυτός ο εισαγγελέας, ο ανώτατος, ο Εισαγγελέας Εφετών ή ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δεν μπορεί να διενεργήσει ούτε καν προκαταρκτική εξέταση ολοκληρωμένη και είναι υποχρεωμένος σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται στον αρμόδιο εισαγγελέα που είναι κατώτερός του κατά βαθμό, παραβιάζοντας την αρχή της ιεραρχικής οργάνωσης της εισαγγελίας, που απορρέει από όλο το πλέγμα των σχετικών συνταγματικών διατάξεων.

Όλη αυτή η τραγελαφική κατάσταση θα έχει ως αποτέλεσμα ούτε ο εισαγγελέας ούτε ο τακτικός ανακριτής να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους, γιατί θα εμπλέκεται συνεχώς η αρμοδιότητα αυτού του κακού «υβριδίου» που είναι η επιτροπή του άρθρου 7. Ούτε όμως η επιτροπή του άρθρου 7 θα μπορεί να κάνει τη δουλειά της, γιατί οι σύμβουλοι των Υπουργών που θα είναι μέλη της επιτροπής ή έστω τα υπηρεσιακά στελέχη των Υπουργείων που θα είναι μέλη της επιτροπής, θα περικυκλώνουν ασφυκτικά τον εισαγγελικό λειτουργό, ο οποίος δεν έχει καμμία προσωπική αυτοτελή αρμοδιότητα και υποβιβάζεται σε «απλό φύλλο συκής» για να διασφαλίζεται η δήθεν ανεξαρτησία της επιτροπής.

Υπάρχουν στην ελληνική έννομη τάξη δοκιμασμένα σχήματα. Υπάρχει ο εισαγγελέας που εποπτεύει της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Υπάρχει ο εισαγγελέας που εποπτεύει των υπηρεσιών που ασχολούνται με το οργανωμένο έγκλημα. Υπάρχει ο εισαγγελέας που εποπτεύει της υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων.

Αλλάξτε τη ρύθμιση, διαμορφώστε μια εισαγγελική θέση, η οποία να έχει όλες τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας να μην έχουμε τα φαινόμενα που έχουμε παρακολουθήσει τον τελευταίο καιρό και από δίπλα μια διοικητική επιτροπή, ένα συλλογικό όργανο της ενεργού διοίκησης.

Αλλά όχι αυτό το νομικό τερατούργημα το οποίο επινοήσατε για ένα και μόνο λόγο. Για να μπορέσετε να πείτε ευσχήμως δήθεν ότι τελείωσε η αποστολή του κ. Ζορμπά. Σας πληροφορώ ότι πέραν των ζητημάτων συνταγματικότητας και πέραν των ζητημάτων νομιμότητας που δημιουργούνται, πέραν της εμπλοκής στις έρευνες, πέραν δηλαδή του προβλήματος που δημιουργείται σε σχέση με τη διαφάνεια και την καταπολέμηση της διαφθοράς υπάρχει και ένα άλλο πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση.

Δεν θα κάνετε αυτό που θέλετε. Διότι όταν αναδεικνύει κάποιος στον δημόσιο βίο προσωπικότητες, όπως ο κ. Ζορμπάς, ο οποίος έχει το ενδιαφέρον του και θετικά στοιχεία, αλλά και αρνητικά στοιχεία, από ένα σημείο και μετά δεν μπορείς να τα καθυποτάξεις. Θα εκδικηθεί ο κ. Ζορμπάς για την ταπείνωση που του κάνετε, κύριε Υπουργέ, κύριε Αλογοσκούφη. Και θα εκδικηθεί άγρια. Γιατί όταν επενδύεις σε ένα πρόσωπο όπως ο κ. Ζορμπάς πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχθείς και τα βέλη που θα εκτοξεύσει κατά της κυβέρνησης και κατά μελών της Κυβέρνησης.

Ο πολίτης όμως τι εισπράττει; Εισπράττει ένα πάρα πολύ δυσάρεστο και αρνητικό μήνυμα. Βλέπει την Κυβέρνηση και την πλειοψηφία της Βουλής μέσα σε ένα περιβάλλον τραγικό, ένα περιβάλλον το οποίο φορτίζεται λόγω της υπόθεσης «SIEMENS», να μην κάνει βήματα προς την κατεύθυνση των εγγυήσεων διαφάνειας αλλά να ψάχνει οδούς διαφυγής, να ψάχνει τρόπους αποφυγής του ελέγχου. Και όπου υπάρχει μία ανεξάρτητη προσωπικότητα, μία έντιμη περίπτωση όπως ο κ. Ζορμπάς να έρχεται και να τον φιμώνει. Η φίμωση του κ. Ζορμπά έχει πολύ μεγάλο κόστος. Κόστος για την δημοκρατία, κόστος για την Βουλή, κόστος για το πολιτικό σύστημα, αλλά κυρίως κόστος για τον κ. Καραμανλή, τον κ. Αλογοσκούφη και την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Δυστυχώς, κόστος και για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας που έρχεται και στηρίζει παρόμοια μέτρα. Και όλα αυτά δεν πρόκειται να οδηγήσουν παρά μόνο σε έναν μεγαλύτερο θυμό του πολίτη.

Ο πολίτης παρακολουθεί, θυμώνει, ασφυκτιά, διαμαρτύρεται και απαιτεί να σοβαρευτούμε ως όργανο. Να σοβαρευτεί το πολιτικό σύστημα, να σοβαρευτεί η Βουλή και αντί να μειώνουμε τις εγγυήσεις διαφάνειας να ενισχύσουμε τις εγγυήσεις διαφάνειας, για να σώσουμε το κύρος των δημοκρατικών θεσμών.
Εκτός όμως απ’ αυτό το ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ζήτημα συνταγματικότητας και μάλιστα κραυγαλέο και προκλητικό θέτει και η τροπολογία για τις εργασιακές σχέσεις στις Δ.Ε.Κ.Ο., για τους νέους εργαζόμενους στις Δ.Ε.Κ.Ο..

Έθεσα ήδη του ζήτημα του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής σε σχέση με την αρμοδιότητα του Τμήματος. Γιατί εδώ πρόκειται για εκτελεστικό νόμο του Συντάγματος σε σχέση με το άρθρο 22, παράγραφος 2 του Συντάγματος, σε σχέση με το συλλογικό συνταγματικό δικαίωμα της συλλογικής αυτονομίας και άρα έχουμε αποκλειστική αρμοδιότητα της Ολομέλειας κατά το άρθρο 72, παράγραφος 1 του Συντάγματος.

Πέρα όμως απ’ αυτό είναι πραγματικά ανυπόφορο για το Ελληνικό Κοινοβούλιο να καλείται να ψηφίσει μία τέτοια διάταξη. Μία διάταξη στο τέλος του Ιουλίου, αρχές Αυγούστου, που έρχεται στα καλά καθούμενα να τινάξει στον αέρα όλο το συλλογικό εργατικό δίκαιο στη χώρα μας και να μας πει ότι οι νέοι εργαζόμενοι στις δημόσιες επιχειρήσεις που είναι ζημιογόνες ή επιχορηγούνται από το δημόσιο, δηλαδή σε όλες τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν υπάγονται πλέον στην προστασία που έχει ο εργαζόμενος κατά το άρθρο 22, παράγραφος 2 του Συντάγματος.

Το άρθρο 22, παράγραφος 2 του Συντάγματος, που ψηφίστηκε το 1975 με πρωτοβουλία της τότε Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και θα έπρεπε να το σέβεστε περισσότερο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, κατοχυρώνει το δικαίωμα στην συλλογική διαπραγμάτευση και λέει πάρα πολύ απλά ότι οι εργασιακοί κανόνες θεσπίζονται με νόμο, συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις και σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η συλλογική σύμβαση από διαιτησία. Και έρχεται τώρα μια τροπολογία της υστάτης στιγμής και εξαιρεί από το δικαίωμα της διαπραγμάτευσης και της σύναψης συλλογικής σύμβασης μια μεγάλη κατηγορία εργαζομένων χωρίς να υπάρχει γι’ αυτήν την ανισότητα κανένας συνταγματικά ανεκτός λόγος και επιπλέον καθιστά την προσφυγή στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας, απαγορευτική για τους εργαζόμενους, υπό το πρόσχημα ότι δήθεν ο Ο.ΜΕ.Δ. είναι ένα θεσμός αναγκαστικής διαιτησίας.

Ο Ο.ΜΕ.Δ. είναι ένα μεγάλο επίτευγμα της ελληνικής έννομης τάξης και της ελληνικής κοινωνίας. Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε το 1990 επί Οικουμενικής Κυβέρνησης ομόφωνα απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής. Ο Ο.ΜΕ.Δ. δεν είναι θεσμός υποχρεωτικής διαιτησίας, αλλά συμφωνημένης διαιτησίας μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.

Τον Οργανισμό τον διοικούν εκπρόσωποι των εργοδοτών και των εργαζομένων. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να έρθει ο νομοθέτης, δηλαδή η πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, και να πει ότι μία μεγάλη κατηγορία εργαζομένων βγαίνουν έξω από το Σύνταγμα της χώρας; Αύριο το ίδιο θα το πει για τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, παλιούς και καινούργιους. Γιατί δεν νοείται διαχωρισμός παλαιών και καινούργιων κατά το Σύνταγμα σε ένα ευνομούμενο, δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος δικαίου; Και, βεβαίως, μετά από λίγο θα το πείτε και για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

Σε όλους τους εργαζόμενους και όλους τους ανέργους ως μελλοντικούς εργαζόμενους και ιδίως στα νέα παιδιά στοχεύει η τροπολογία αυτή. Εδώ καταλύεται το κράτος δικαίου. Καταλύεται το ίδιο το πλαίσιο της εργασιακής ειρήνης.

Κύριε Πρόεδρε, όποιος σπέρνει θύελλες, θερίζει καταιγίδες. Έρχεται η Κυβέρνηση, για να στρέψει αλλού την προσοχή και πυροδοτεί κοινωνικές θύελλες, ανοίγει κοινωνικά μέτωπα. Και οι σπουδαστές και οι καθηγητές καταλαβαίνουν και οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει με την τροπολογία αυτή.
Αυτή, λοιπόν, η τροπολογία, πέραν του ότι είναι κοινωνικά και παραγωγικά απαράδεκτη, γιατί χωρίς κοινωνική ειρήνη δεν έχεις ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα, είναι και κατάφωρα αντισυνταγματική, γιατί παραβιάζει το άρθρο 22, παράγραφος 2 του Συντάγματος και την αρχή της ισότητας.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008