9 Σεπτεμβρίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Ενίσχυση της διαφάνειας του Κρατικού Προϋπολογισμού, έλεγχος των δημοσίων δαπανών, μέτρα φορολογικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις».


 

Φαίνεται ότι το ανώτερο στάδιο της ηθικής και πολιτικής κρίσης νομιμοποίησης από την οποία πλέον αθεράπευτα πάσχει η Κυβέρνηση και προσωπικά ο κ. Καραμανλής είναι η κρίση μονοτονίας. Ακούμε συνεχώς τα ίδια και τα ίδια πράγματα και από τον κ. Καραμανλή και από τον κ. Αλογοσκούφη. Έχει κολλήσει η βελόνα της Κυβέρνησης, γιατί έχει κολλήσει η χώρα. Όλα όσα συμβαίνουν αυτές τις ημέρες, όλα όσα είδαμε στη Θεσσαλονίκη, όλα όσα συζητάμε στην Αίθουσα με αφορμή το φορολογικό νομοσχέδιο είναι η επισημοποίηση και η οριστικοποίηση του αδιεξόδου της συνολικής πολιτικής της Κυβέρνησης. Διότι εδώ δεν πρόκειται για μέτρα δημοσιονομικής εκλογίκευσης, δεν πρόκειται για μέτρα που αφορούν ένα ολοκληρωμένο φορολογικό σύστημα. Πρόκειται για το ταμειακό άγχος, για το δημοσιονομικό άγχος της Κυβέρνησης του κ. Καραμανλή και του κ. Αλογοσκούφη.

Αν αυτά λεγόντουσαν το 2004, το 2005, το 2006, θα τα κατανοούσα. Αλλά όταν έχουμε παρακολουθήσει έναν πολιτικό λόγο που κορυφώθηκε πέρυσι τέτοιον καιρό προεκλογικά υπέρ των φοροαπαλλαγών, υπέρ της μείωσης των κλιμάκων, υπέρ της μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης για τις μεγάλες επιχειρήσεις, για το συντελεστή «κεφάλαιο», δεν δικαιούται ούτε ο Πρωθυπουργός ούτε ο Υπουργός Οικονομίας να έρχονται και να ανοίγουν σήμερα μέτωπο με την κοινωνία.

Παρακολούθησα, κύριε Πρόεδρε, την Κυριακή τη συνέντευξη του Πρωθυπουργού και είδα έναν άνθρωπο ο οποίος αναγκάζεται να κάνει μια επώδυνη επιλογή, μια ταξική επιλογή, να ανοίξει βαθύ μέτωπο με την κοινωνία με τα χαμηλά και με τα μεσαία στρώματα. Κάνει αυτήν την επιλογή για να υπερβεί το τεράστιο ηθικό και πολιτικό πρόβλημα της Κυβέρνησής του και των στελεχών της παράταξής του.

Άρα, τι κάνει; Θυσιάζει την αξία της δημοκρατίας, θυσιάζει την ανάπτυξη, θυσιάζει την κοινωνική συνοχή, θυσιάζει την πρόοδο της χώρας για να ξεπεράσει –έτσι πιστεύει- μια τεράστια πολιτική κρίση.

Και έρχεται σήμερα ο κ. Αλογοσκούφης και μας διαβάζει αριθμούς, δηλαδή μακροοικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη απευθυνόμενος πού; Στην αγωνία των πραγματικών ανθρώπων; Μα, ο πραγματικός άνθρωπος ξέρει πάρα πολύ καλά ποια είναι η κατάσταση στη χώρα γιατί ζει στη χώρα. Η Κυβέρνηση έχει εγκαταλείψει τη χώρα, η Κυβέρνηση είναι αυτή πλέον η οποία κινείται στη δική της σφαίρα της οριστικής πολιτικής απώλειας, γιατί δεν έχει τι να πει και τι να προτείνει.

Και έρχομαι τώρα, κύριε Πρόεδρε, στο ζήτημα του άρθρου 100 του Κανονισμού της Βουλής. Ξέρετε, το Σύνταγμα της χώρας είναι πριν απ’ οτιδήποτε άλλο ένα μεγάλο σύστημα αξιών.Αυτό που συμβαίνει, όταν τίθενται ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής του Συντάγματος, στην πραγματικότητα είναι μία βαθιά σύγκρουση πολιτικών αντιλήψεων, πολιτικών φιλοσοφιών, πολιτικών αξιών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται ένας συντηρητικός ή ένας νεοφιλελεύθερος πολιτικός το τι σημαίνει αναλογική φορολογική ισότητα, κοινωνική συνοχή, δικαιοσύνη, νομιμότητα και αλλιώς το αντιλαμβάνεται ένας πολιτικός, μία παράταξη που εκφράζει προοδευτικές δυνάμεις, που εκφράζει τη μεγάλη προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία που υπάρχει στη χώρα μας και θέλει να εκφραστεί και πολιτικά. Και θα εκφραστεί πολιτικά στις επόμενες εκλογές, που πρέπει να γίνουν το ταχύτερο για να απαλλαγεί η χώρα, για να απεγκλωβιστεί η χώρα από την κατάσταση που επικρατεί σήμερα.

Οι επιλογές, λοιπόν, του κ. Καραμανλή και του κ. Αλογοσκούφη, όπως αποτυπώνονται στο νομοσχέδιο και κυρίως στην πιο κραυγαλέα διάταξη του άρθρου 14 για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους εμπόρους, τους επιτηδευματίες, δηλαδή για ένα τεράστιο κοινωνικό σώμα ενός εκατομμυρίου εξακοσίων χιλιάδων ανθρώπων, είναι επιλογές βάναυσα αντισυνταγματικές, γιατί πέρα από όλα τα προβλήματα που ανέπτυξε με εξαιρετικό τρόπο ο εισηγητής μας, υπάρχει προφανής προσβολή μιας δέσμης συνταγματικών διατάξεων.

Είναι δυνατόν για μια ολόκληρη κατηγορία νοικοκυριών και ανθρώπων και μάλιστα όχι μια μικρή κατηγορία –γιατί στην Ελλάδα είμαστε μία χώρα της αυτοαπασχόλησης, αυτό είναι το πλεονέκτημα και το μειονέκτημά μας, θα έλεγα περισσότερο το πλεονέκτημα με τις σημερινές διεθνείς οικονομικές συνθήκες- να έρχεται ο νομοθέτης, δηλαδή η πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας και να λέει ότι εδώ δεν έχουμε αφορολόγητο όριο καθόλου, εδώ δεν υπάρχει πρόβλημα επιβίωσης, εδώ δεν υπάρχει όριο φτώχειας, εδώ δεν υπάρχουν πραγματικές οικονομικές δυνατότητες με βάση τις οποίες να συνεισφέρει ο καθένας στα δημόσια βάρη, όπως προβλέπει το άρθρο 4 παράγραφος 5;

Όμως, έρχομαι ως κράτος, ως Κυβέρνηση Καραμανλή και κλείνω το μάτι στη φοροδιαφυγή και την παραοικονομία και προτείνω μία συναλλαγή και λέω «Εντάξει, ό,τι δηλώσατε, δηλώσατε. Δεν με ενδιαφέρει εάν είστε δίκαιοι ή άδικοι, αν λέτε αλήθεια ή ψέματα, αν είστε φτωχοί, μεσαίοι ή πάμπλουτοι που κρύβετε εισοδήματα. Εγώ έχω ανάγκη τώρα από μερικά λεφτά, δώστε μου το 10% όποιου ποσού κι αν δηλώσατε».

Αυτό είναι βάναυση προσβολή της αρχής της φορολογικής νομιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος, δηλαδή μίας θεμελιώδους αρχής της έννομης τάξης. Γιατί πολλοί βολεύονται μέσα στην παραοικονομία και η σύγκρουση ανάμεσα στα τυπικά και τα άτυπα στοιχεία της οικονομίας εξελίσσεται με βίαιο τρόπο την περίοδο αυτή. Όλοι όμως καταλαβαίνουν -οι περισσότεροι πάντως καταλαβαίνουν- ότι αν υπήρχαν συνθήκες νομιμότητας και διαφάνειας, δεν θα τα βόλευαν απλώς αγωνιζόμενοι καθημερινά στο πεζοδρόμια για να ζήσουν την οικογένειά τους, αλλά θα απογειωνόντουσαν, θα είχαν πολύ μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες.

Και στο κάτω – κάτω της γραφής είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεις με τον ίδιο τρόπο ένα δικηγόρο, ένα γιατρό, ένα μηχανικό ο οποίος πένεται πραγματικά, είναι νέος, δεν έχει βρει το ρυθμό του και δηλώνει όσα παίρνει ή και περισσότερα, γιατί δίνει εικονικές αποδείξεις για να διευκολύνει μεγαλύτερους συναδέλφους του και πραγματικούς, αν θέλετε, αντικοινωνικούς παράγοντες, οι οποίοι έχουν τεράστια εισοδήματα –αυτό φαίνεται από τις συνθήκες διαβίωσης- και αποκρύπτουν τα εισοδήματα αυτά; Αυτό προσβάλλει τις θεμελιωδέστερες διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος για την αξία του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο κραυγαλέο. Ο κύριος Υπουργός εδώ –ίσως άθελά του- παραπλάνησε –και είμαι έτοιμος να το συζητήσω αυτό- τη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων σε σχέση με το περιβόητο ζήτημα των συμβασιούχων.

Υπάρχει η γνωστή κοινοτική οδηγία που απαγορεύει τις συμβάσεις έργου, όταν αυτές υποκρύπτουν σύμβαση εργασίας και μάλιστα απαγορεύει και τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου όταν η εργασία καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Είναι δυνατόν να έρθει έμμεσα η ελληνική εθνική νομοθεσία και να αναγνωρίσει την καταστρατήγηση της οδηγίας η οποία υπερέχει του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος; Μα, δεν κάναμε τόση συζήτηση για τους συμβασιούχους και του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα;

Και πού εξαιρούνται οι χιλιάδες συμβασιούχοι με το «μπλοκάκι», οι γενικών καθηκόντων υπάλληλοι, οι οποίοι αντί να έχουν την προστασία της εργατικής νομοθεσίας, αναγκάζονται να συνάπτουν δήθεν συμβάσεις έργου; Λέει ο κ. Αλογοσκούφης ότι το άρθρο 48 παράγραφος 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος εξαιρεί αυτήν την κατηγορία. Δεν την εξαιρεί πουθενά. Έχω εδώ το ισχύον κείμενο του άρθρου 48, το οποίο με τη γενικότητα της διατύπωσής του βεβαίως εντάσσει στη ρύθμιση αυτή όλους ανεξαιρέτως τους συμβασιούχους. Είναι άνθρακες ο θησαυρός τής δήθεν βελτίωσης που έκανε η Κυβέρνηση! Δεν αρκεί να είσαι μέχρι τριάντα χρόνων και να έχεις σύμβαση με έναν ή δύο εργοδότες και να είσαι δικηγόρος ή μηχανικός ή γιατρός, διότι έτσι όλοι όσοι δεν έχουν αυτές τις τυπικές προϋποθέσεις αντιμετωπίζονται ως παρίες, ως παιδιά ενός κατώτερου θεού. Άρα υπάρχει πρόβλημα και σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος και σύμφωνα με τα άρθρα 2 παράγραφος 1 και 5 παράγραφος 1 και σύμφωνα με το άρθρο 78 και σύμφωνα με το άρθρο 28 και είναι και αντισυνταγματική και αντικοινοτική η ρύθμιση.

Και θα μου επιτρέψετε, κύριε Πρόεδρε, για να μην επανέλθω ζητώντας πάλι το λόγο για άλλη βάση συνταγματικότητας να πω ότι υπάρχει και μια άλλη διάταξη, που αφορά τη δημοκρατία και την περιφερειακή ανάπτυξη, που θέλω να αναδείξω. Είναι η δέσμη των άρθρων 8 έως 12 του νομοσχεδίου σε σχέση με τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους δήμους και τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις. Υπήρξε μία νομοτεχνική βελτίωση και απάλυνση, αλλά ο πυρήνας του προβλήματος εξακολουθεί να υπάρχει. Παραβιάζεται κραυγαλέα το άρθρο 102 παράγραφοι 4 και 5, που διαμορφώσαμε συναινετικά εδώ το 2001, μέσα στην Αίθουσα αυτή. Διότι το Σύνταγμα είναι σαφές. Το κράτος μπορεί να ασκεί μόνον έλεγχο νομιμότητας επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν μπορεί να ασκεί έλεγχο σκοπιμότητας, δεν μπορεί να παρεμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους και πρέπει να διασφαλίζει την οικονομική αυτοτέλειά τους και τους αναγκαίους πόρους. Δεν θα μιλήσω τώρα για τους πόρους. Κάποτε ο κ. Καραμανλής ως Αρχηγός της Αντιπολίτευσης μιλούσε για υπεξαίρεση 3.000.000.000 ευρώ. Τώρα ξέρετε πόσα είναι αυτά που χρωστά το κράτος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση; Δεν καλύπτεται αυτό με τα τέλη κυκλοφορίας, όταν πάνε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Υπάρχει όμως, κύριε Πρόεδρε, κραυγαλέα παραβίαση του άρθρου 102, όταν έρχεται το άρθρο 9 του νομοσχεδίου και απειλεί με κύρωση τον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που σημαίνει στέρηση επιχορήγησης και στέρηση των κεντρικών αυτοτελών πόρων όταν δεν γίνονται σεβαστές οι οδηγίες της διυπουργικής επιτροπής. Πού ακούστηκε αυτό; Αυτό είναι δημοκρατία; Αυτό είναι συμμετοχή; Αυτό είναι περιφερειακή ανάπτυξη; Αυτό είναι αυταρχισμός και οπισθοδρόμηση!

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008