10 Σεπτεμβρίου 2008

Αγόρευση του Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Ενίσχυση της διαφάνειας του Κρατικού Προϋπολογισμού, έλεγχος των δημοσίων δαπανών, μέτρα φορολογικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, φοβούμαι ότι ούτε ο κ. Καραμανλής ούτε ο κ. Αλογοσκούφης έχουν αντιληφθεί την πραγματικότητα. Την πραγματικότητα όμως τη βιώνει και την αντιλαμβάνεται πάρα πολύ καλά ο Έλληνας πολίτης ο οποίος δυσανασχετεί όταν παρακολουθεί ένα μονότονο, τετριμμένο, απωθητικό πολιτικό λόγο. Έναν πολιτικό λόγο της Κυβέρνησης που βρίσκεται στον πέμπτο χρόνο της θητείας της δεν έχει το ηθικό σθένος να αναλάβει τις ευθύνες της και αντί να εξηγεί την πολιτική της και να απολογείται στους πολίτες συνεχώς επαναλαμβάνει την ίδια και την ίδια επερώτηση προς την Αξιωματική Αντιπολίτευση. Αντιπολιτεύεται, το έχω πει πολλές φορές εδώ, την ανάμνηση των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Αυτή η λογική της ισοπέδωσης, της ακύρωσης του έργου των προηγουμένων κυβερνήσεων, αυτή η λογική σύμφωνα με την οποία τίποτα καλό δεν έγινε στη χώρα και όλα εξ υπ’ αρχής γίνονται τώρα, είναι η λογική που οδηγεί στην απαξίωση και στην ηθική και πολιτική κρίση του πολιτικού συστήματος και άρα της Κυβέρνησης.

Χρειάζεται ειλικρίνεια, χρειάζεται άλλο δημοκρατικό ήθος, χρειάζεται άλλος πολιτικός πολιτισμός. Δεν αντιλαμβάνεται ο πολίτης αριθμούς και δημοσιονομικά μεγέθη. Δεν αντιλαμβάνεται μια μάχη εντυπώσεων με επίκληση αριθμών γιατί ξέρει πάρα πολύ καλά ποια ήταν η εισοδηματική του κατάσταση πριν μερικά χρόνια και ποια είναι η εισοδηματική του κατάσταση τώρα. Ξέρει πάρα πολύ καλά ποια ήταν η ατμόσφαιρα και το κλίμα της οικονομίας πριν μερικά χρόνια και ποια είναι η ατμόσφαιρα και το κλίμα τώρα.

Και στο κάτω-κάτω ποιο είναι το βασικό αντικείμενο της συζήτησής μας εδώ; Το βασικό αντικείμενο είναι η σχέση οικονομίας και πολιτικής. Ο ρόλος του κράτους, ο ρόλος των θεσμών, ο ρόλος της νομοθεσίας. Πώς μπορεί το κράτος να βοηθήσει την ανάπτυξη. Πώς μπορεί το κράτος να βοηθήσει το φτωχό και αδύναμο. Πώς μπορεί το κράτος να στηρίξει μια οικονομία που βασίζεται στη μικρή και μεσαία επιχείρηση, στην αυτοαπασχόληση. Πώς μπορεί το κράτος να δώσει προοπτική στα μεσαία εισοδήματα που δεν τα προσεγγίζεις με επιδόματα, γιατί θέλουν ένα περιβάλλον οικονομικό, αναπτυξιακό και αισιόδοξο για να αποκτήσουν προοπτική.

Γιατί η Κυβέρνηση μετέρχεται τέτοιων μεθόδων; Γιατί δεν μπορεί να πει κάτι καινούργιο, να απογειωθεί, να επικοινωνήσει με τους πολίτες; Διότι βρίσκεται πια σε μια βαθιά και οξεία κρίση ηθικής και πολιτικής νομιμοποίησης. Και όταν μια κυβέρνηση δεν έχει ηθικό κύρος και πολιτική νομιμοποίηση, δεν μπορεί να ασκήσει καμμία πολιτική και κυρίως δεν μπορεί να ασκήσει φορολογική πολιτική, δεν μπορεί να επιβάλει στον πολίτη επιβαρύνσεις χωρίς αντίκρισμα, χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς κοινωνική και αναπτυξιακή ανταπόδοση.

Είναι δυνατόν να συζητείται αυτό το φορολογικό νομοσχέδιο σαν να μην έχει μεσολαβήσει η εμφάνιση του κ. Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη; Το νομοσχέδιο αυτό είναι η νομοθετική επισημοποίηση της θλιβερής εικόνας που έδωσε ο κ. Καραμανλής, που επέλεξε να εμφανιστεί ως αρχηγός της αμυνόμενης Δεξιάς στη Θεσσαλονίκη, περιχαρακωμένος, αμήχανος, αδύναμος, συνένοχος των στελεχών που κατηγορούνται για διάφορα ζητήματα, ενώ θα μπορούσε να εμφανιστεί ως Πρωθυπουργός της χώρας και να δώσει μία εξήγηση και μία προοπτική.

Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Και δεν μπορεί να το κάνει αυτό, γιατί δεν ακούγεται πια από τους πολίτες. Δεν υπάρχει το ηθικό επιχείρημα το οποίο να επιτρέπει στην Κυβέρνηση να εισάγει τέτοιου είδους ρυθμίσεις, γιατί η νομιμοποίηση μιας κυβέρνησης στην οικονομική πολιτική εξαρτάται από τα αποτελέσματα, από την προσδοκία και τώρα πια δεν είναι μια παρθένα κυβέρνηση η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή. Επιτίθεται στο δημόσιο βίο, ασκεί την εξουσία για δεύτερη συνεχή περίοδο.

Και μια Κυβέρνηση με τέτοια ηθική αμφισβήτηση, μια Κυβέρνηση που περιλαμβάνει στους κόλπους της τον κ. Βουλγαράκη –και λυπάμαι που το λέω, διότι πια το πρόβλημά του είναι πρόβλημα θεσμικό, δεν είναι πρόβλημα πολιτικό- μια Κυβέρνηση που αδυνατεί να έλθει στη Βουλή όπως την προέτρεψα χθες και να ακυρώσει με νομοθετική ρύθμιση τις συμβάσεις και τις διοικητικές πράξεις σε σχέση με την υπόθεση του Βατοπεδίου και να διαφυλάξει το δημόσιο συμφέρον, να σεβαστεί την έννομη τάξη και να προστατεύσει και το πνευματικό κύρος του ίδιου του Αγίου Όρους, είναι μια Κυβέρνηση που δεν πείθει. Δεν μπορεί ενώ συμβαίνουν όλα αυτά στη χώρα, ενώ η χώρα ζει υπό συνθήκης κρίσης, ηθικής και πολιτικής, να συνεδριάζει το Υπουργικό Συμβούλιο και να μη δίνει απάντηση σε αυτού του είδους τις απαιτήσεις των πολιτών.

Και πότε συμβαίνουν αυτά; Αυτά συμβαίνουν περίπου ένα χρόνο μετά τις εκλογές που έδωσαν την οριακή κοινοβουλευτική Πλειοψηφία στον κ. Καραμανλή. Με ποια επαγγελία φορολογικής πολιτικής; Σειρά φορολογικών ελαφρύνσεων. Αυτή ήταν η σημαία του, οι φορολογικές ελαφρύνσεις. Και έρχεται τώρα, ένα χρόνο μετά και ομολογεί την αποτυχία της κυβερνητικής του πολιτικής συνολικά. Διότι εδώ δεν πρόκειται για μία ταμειακή κρίση, δεν πρόκειται για ένα δημοσιονομικό αδιέξοδο, πρόκειται για την ομολογία της συνολικής αποτυχίας των βασικών γραμμών της Κυβέρνησης του κ. Καραμανλή και όλων φυσικά των προεκλογικών του επαγγελιών και υποσχέσεων.

Είναι δυνατόν να κρυφτεί ο κ. Καραμανλής πίσω από τη διεθνή κρίση; Η διεθνής κρίση είναι αναμφισβήτητη, αλλά η διεθνής κρίση ήταν ένας από τους λόγους που επικαλέστηκε για την πρόωρη διάλυση της Βουλής πέρσι τέτοια εποχή. Η διεθνής κρίση εξελισσόταν πριν κατατεθεί το σχέδιο του προϋπολογισμού του 2008. Άρα, μια σοβαρή και υπεύθυνη κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει ενσωματώσει την εξελισσόμενη διεθνή κρίση στις προβλέψεις και τα μεγέθη του προϋπολογισμού του 2008. Μια κυβέρνηση με εικονικό προϋπολογισμό, μια κυβέρνηση με εικονικές προεκλογικές επαγγελίες, είναι μια εικονική κυβέρνηση, που βασανίζει την πραγματική οικονομία και τον πολίτη, ο οποίος βιώνει τελικά όλα αυτά τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής του κ. Καραμανλή και του κ. Αλογοσκούφη.

Γιατί αν δεν έχεις μοντέλο ανάπτυξης, αν δεν έχεις κάνει επιλογές οι οποίες να βοηθούν τη δυναμική οικονομία και τη δίκαιη κοινωνία, εάν δεν στηρίζεις το κοινωνικό κράτος, εάν αφήνεις να απαξιώνεται το δημόσιο νοσοκομείο, εάν αφήνεις να απαξιώνεται το δημόσιο σχολείο και να μη λειτουργεί το δημόσιο νηπιαγωγείο, εάν αφήνεις να τίθεται υπό αμφισβήτηση η βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, αν αφήνεις να καταρρέουν οι προνοιακοί μηχανισμοί, το «Βοήθεια στο Σπίτι», οι δομές ψυχικής υγείας, τότε βεβαίως ωθείς τον πολίτη στην απόγνωση. Διότι κανείς μισθωτός και συνταξιούχος δεν νιώθει εχθρός έναντι του αυτοαπασχολούμενου, του ελεύθερου επαγγελματία, του μικρού εμπόρου, γιατί γνωρίζει ότι ο ίδιος φορολογείται στην πραγματικότητα σκληρότατα καθημερινά μέσα από την ακρίβεια, μέσα από τον πληθωρισμό, που δεν είναι ο στατιστικός πληθωρισμός, αλλά είναι ο πραγματικός διογκωμένος πληθωρισμός του χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος και βεβαίως, μέσα από τους έμμεσους φόρους, μέσα από την αύξηση των τιμολογίων όλων των δημοσίων επιχειρήσεων και κυρίως μέσα από την κατάρρευση των δομών του κοινωνικού κράτους γιατί αν δεν μπορείς να απολαύσεις τη δημόσια υγεία, τη δημόσια παιδεία, θα αναγκαστείς να πληρώσεις στον ιδιωτικό τομέα.

Και αυτή είναι μια συνειδητή επιλογή του κ. Καραμανλή. Αυτό είναι το ζήτημα. Από ένα σημείο και μετά τα θέματα δεν είναι θέματα οικονομικής διαχείρισης και δημοσίου μάνατζμεντ. Εδώ δεν κατηγορούμε τον κ. Καραμανλή για ανικανότητα διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων. Εδώ πρόκειται για βαθύτατες αξιακές, φιλοσοφικές, ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις. Διότι οι επιλογές του κ. Καραμανλή είναι κοινωνικά άδικες ενσυνείδητα, είναι ταξικές. Θέλησε να ευνοήσει το συντελεστή κεφάλαιο, θέλησε να ευνοήσει στην πραγματικότητα διακόσιες μεγάλες επιχειρήσεις, θέλησε να οδηγήσει σε αδιέξοδο όλα τα μεγάλα συστήματα του κοινωνικού κράτους, γιατί αυτή είναι η επιλογή μιας αγοράς που λειτουργεί ανεξέλεγκτα, μιας αγοράς που λειτουργεί καρτελοποιημένα, μιας αγοράς που τελικά μειώνει την αγοραστική δύναμη και το διαθέσιμο εισόδημα του μέσου ελληνικού νοικοκυριού και πολύ περισσότερο του φτωχού, του χαμηλού εισοδήματος.

Άρα, κύριε Υπουργέ, αφήστε την επίκληση της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Σε όλες τις χώρες και κυρίως στη μεγάλη χώρα του παγκόσμιου καπιταλισμού, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διεθνής οικονομική κρίση ανάγκασε τις κυβερνήσεις να ξανα-ανακαλύψουν τις κεϊνσιανές πολιτικές, να βοηθήσουν. Κρατικοποίησαν τράπεζες και κυρίως διευκόλυναν το εισόδημα με έκτακτες επιστροφές φόρων, με επιταγές που πήγαν σε κάθε νοικοκυριό, για να ενισχυθεί η ζήτηση. Και ο κ. Αλμούνια, ο αρμόδιος Επίτροπος, θέτει το ζήτημα της ανάπτυξης χθες με την παρέμβασή του. Δεν θέτει το ζήτημα της διόγκωσης της φορολογικής επιβάρυνσης. Θέλει φορολογικές ελαφρύνσεις, θέλει ουσιαστικά ενίσχυση του εισοδήματος, για να μπορέσουμε να φύγουμε απ’ αυτόν το φαύλο κύκλο.
Ούτε θα κρυφτείτε πίσω από τους πλαστούς και παραπλανητικούς πίνακες που δώσατε προηγουμένως στη Βουλή, απ’ όπου έχετε εξαφανίσει ταχυδακτυλουργικά την περίοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη 1990-1993. Και προσπαθώντας να αντικρούσετε την επιχειρηματολογία μου για την αντισυνταγματικότητα των ρυθμίσεων, επικαλεστήκατε στη Βουλή μια σειρά από αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας, που είναι όλες άσχετες με το ζήτημα που έθεσα, απολύτως άσχετες. Και τις καταθέτω όλες, το πλήρες κείμενό τους, στα Πρακτικά, για να δείτε μια ακόμη προσπάθεια πολιτικής παραπλάνησης του Κοινοβουλίου από την Κυβέρνηση.

Αυτό έγινε και με το περιβόητο ζήτημα των συμβασιούχων, των ανθρώπων που αμείβονται με μπλοκάκι, κατά παράβαση της εργατικής νομοθεσίας και κατά παράβαση της σχετικής κοινοτικής οδηγίας. Έρχεται η Κυβέρνηση και κλείνει το μάτι στην καταστρατήγηση της νομοθεσίας, κλείνει το μάτι στη φοροδιαφυγή, κλείνει το μάτι στις πελατειακές σχέσεις. Και ισχυρίζεται ο κύριος Υπουργός ότι με τη ρύθμιση αυτή, που παραπέμπει στο άρθρο 48, παράγραφος 1, όσοι εργάζονται ως υπάλληλοι με σύμβαση έργου, χωρίς τις εγγυήσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, δεν εμπίπτουν στην κατάργηση των αφορολογήτων ορίων. Αυτό δεν προκύπτει όμως, γιατί η παράγραφος 3 του άρθρου 48 υπάγει κάθε άλλο εισόδημα στην παράγραφο 1 του άρθρου 48. Και αν δεν υπάρξει ρητή εξαίρεση αυτών των κατηγοριών, δεν θα έχουμε λύσει ούτε αυτό το προκλητικό ζήτημα.

Πέραν του ιδεολογικού ζητήματος που τίθεται, πού ακούσατε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, για συλλογική ευθύνη κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων; Είναι τόση η συμβολή των μισθωτών και συνταξιούχων στα έσοδα από τη φορολογία του εισοδήματος φυσικών προσώπων και πολύ μικρότερη η συμβολή των ελευθέρων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων. Τι σημαίνει αυτό; Η κοινωνική σύγκρουση διεξάγεται ανάμεσα στους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους από τη μια μεριά και τους μισθωτούς και συνταξιούχους από την άλλη; Αυτή είναι η διαφοροποίηση την οποία φαντάζεστε; Και υπάρχει συλλογική και ενιαία ευθύνη φτωχού και πλούσιου, ειλικρινούς και ανειλικρινούς φορολογούμενου, έντιμου και μη έντιμου; Η πραγματική διάκριση είναι ανάμεσα στο μέγεθος των εισοδημάτων, ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, ανάμεσα στους έχοντες και τους μη έχοντες. Ποιες τομές έχετε στο μυαλό σας; Πώς αντιλαμβάνεστε τη διαστρωμάτωση και τη λειτουργία της ελληνικής κοινωνίας;

Ο κοινωνικός αυτοματισμός δεν λειτουργεί έτσι όπως φαντάζεστε, κύριοι της Κυβέρνησης. Η οικονομική κρίση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι κρίση βαθιά πολιτική. Μέτρα έχει ακούσει ο κόσμος. Μέτρα υπάρχουν πάρα πολλά, υπάρχει ένα απόθεμα, ένα ταμείο ιδεών και ένα ταμείο διεθνών πρακτικών και σε σχέση με το φορολογικό σύστημα. Ο κόσμος θέλει πολιτική εμπιστοσύνη, θέλει ασφάλεια δικαίου, θέλει θεσμική σταθερότητα, θέλει διαφάνεια, θέλει έντιμη σχέση με το κράτος. Το πρόβλημα είναι η σχέση εμπιστοσύνης, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Φορολογικές προτάσεις έχει εκθέσει και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και βεβαίως μπορούμε να βρούμε τους αναγκαίους πόρους μέσα από ένα σύστημα που λειτουργεί και αναπτυξιακά με τη μορφή αυτομάτων κινήτρων, αλλά και αναδιανεμητικά. Δεν είναι η ώρα για τα μέτρα. Δεν θα μας εγκλωβίσει ο κ. Αλογοσκούφης με τον κ. Καραμανλή στη στενή και άδικη λογική του νομοσχεδίου. Το ερώτημα είναι πολιτικό. Ποιος μπορεί να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης, ασφάλειας και δικαιοσύνης, να δημιουργήσει κλίμα αισιοδοξίας, να ανοίξει παράθυρο προοπτικής;

Η χώρα έχει ανάγκη από άλλες πολιτικές προσεγγίσεις. Μια εθνική συμφωνία φορολογικής δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης χρειάζεται στον τόπο αυτό, ώστε ο καθένας να καταλάβει ότι η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία βολεύει καταστάσεις και επιτρέπει την επιβίωση, αλλά η θεσμική σταθερότητα, το δίκαιο και ενιαίο σύστημα φορολόγησης, η τυποποίηση ώστε να μην υπεισέρχεται ο ύποπτος ανθρώπινος παράγοντας κάνει τους καλούς λογαριασμούς μεταξύ των καλών φίλων και τελικά επιτρέπει την ανάπτυξη, επιτρέπει να απογειωθούν οι δυνατότητες μιας οικονομίας η οποία πρέπει να στηρίξει τη μικρή και μεσαία επιχείρηση, να στηρίξει την καινοτομία, την έρευνα, την επένδυση στην «πράσινη» οικονομία και κυρίως να στηρίξει τους νέους ανθρώπους. Και υπάρχουν οι μηχανισμοί.

Το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και πολύ Μικρών Επιχειρήσεων είναι ένα Ταμείο το οποίο θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί από τότε που το συλλάβαμε και το φτιάξαμε μέχρι σήμερα πολύ περισσότερο. Το Ταμείο Στήριξης της Νέας Γενιάς μπορεί να δώσει στους νέους ανθρώπους, επαγγελματίες, επιστήμονες, εργαζόμενους την ώθηση που χρειάζονται τη στιγμή που αρχίζουν, ώστε να μπορέσουν να φτιάξουν τη δουλειά τους, το σπίτι τους, τη ζωή τους, την προοπτική τους. Εάν ο πολίτης δεν αντιληφθεί ότι το φορολογικό σύστημα έχει ανταποδοτικότητα κοινωνική και αναπτυξιακή, δεν μπορεί να το ενστερνιστεί και να το σεβαστεί.

Νομικά, σε αντίθεση με τα τέλη που λειτουργούν ανταποδοτικά, οι φόροι λειτουργούν με βάση την αρχή της γενικότητας των εσόδων, διδάσκουμε στο φορολογικό δίκαιο. Αυτό, όμως, είναι μια φορμαλιστική προσέγγιση. Στη συνείδηση του πολίτη χρειάζεται ανταποδοτικότητα του φόρου. Να λειτουργεί το νοσοκομείο, να λειτουργεί το σχολείο, να υπάρχουν κίνητρα, να υπάρχει δικαιοσύνη και διαφάνεια. Μόνον έτσι μπορεί να φθάσουμε σε μια εθνική συμφωνία φορολογικής δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης.

Αυτά, όμως, χρειάζονται μια κυβέρνηση με ηθικό κύρος, μια κυβέρνηση με έρεισμα, μία κυβέρνηση η οποία να μπορεί να μιλήσει στους πολίτες και όχι μια κυβέρνηση ο Πρωθυπουργός της οποίας υποδύεται με τις μονολεκτικές απαντήσεις του τον Αναπληρωτή Κυβερνητικό Εκπρόσωπο. Όταν ο Πρωθυπουργός υποβιβάζει τον πολιτικό του λόγο στο επίπεδο του λόγου του Αναπληρωτή Κυβερνητικού Εκπροσώπου, τότε παραδέχεται ότι δεν έχει πλέον τι να πει. Γι’ αυτό, το ζήτημα είναι οι εκλογές, η αλλαγή της κατάστασης, ο απεγκλωβισμός της χώρας.

Υπάρχει στη χώρα μια μεγάλη προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία. Αυτή η μεγάλη προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία θέλει να εκφραστεί πολιτικά. Οφείλουμε να την εκφράσουμε πολιτικά στις εκλογές που πρέπει να γίνουν, για να απελευθερωθούν οι δυνάμεις και οι ελπίδες της χώρας.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008