8 Οκτωβρίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού: «Ίδρυση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία: «ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ»».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το Μουσείο της Ακρόπολης δεν είναι ένα απλό μουσείο, δεν είναι ούτε καν ένα πολύ σημαντικό μουσείο, είναι ένα διεθνές πολιτιστικό σύμβολο.

Η Μελίνα Μερκούρη όταν συνέλαβε και προώθησε την ιδέα του Μουσείου της Ακρόπολης τη συνέδεσε με τη μεγάλη προσπάθεια για τον επαναπατρισμό και την επανένωση των μαρμάρων του Παρθενώνα, των γλυπτών του Παρθενώνα. Το Μουσείο της Ακρόπολης είναι το πιο σημαντικό επιχείρημα που έχουμε απευθυνόμενοι στη διεθνή κοινή γνώμη και την παγκόσμια πολιτιστική κοινότητα για τον επαναπατρισμό και την επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα. Είναι μια υποχρέωσή μας αυτή, είναι μια ιστορική υποχρέωση να διεκδικήσουμε την επιστροφή των μαρμάρων.

Είναι σήμερα υποχρέωση της Βουλής των Ελλήνων να επιβεβαιώσει, να επαναλάβει και να επικυρώσει αυτήν μας τη στρατηγική που δεν είναι μία εθνική στρατηγική, ούτε πολύ περισσότερο μία εθνικιστικού ή υπερπατριωτικού χαρακτήρα στρατηγική, αλλά είναι μία υποχρέωσή μας έναντι του μνημείου της Ακροπόλεως, του μνημείου του Παρθενώνα που ανήκει όχι στην Ελλάδα και τους Έλληνες, αλλά στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Αυτή είναι μία πολύ μεγάλη στιγμή για τη Βουλή των Ελλήνων γιατί πρέπει απευθυνόμενη στα κοινοβούλια όλου του κόσμου, πρέπει απευθυνόμενη στους διεθνείς οργανισμούς, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να στείλει αυτό το καθαρό μήνυμα.

Πρέπει επίσης να στείλουμε έναν χαιρετισμό τιμής και αναγνώρισης σε όλες τις επιτροπές που λειτουργούν διεθνώς για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα και κυρίως να στείλουμε έναν χαιρετισμό τιμής και αναγνώρισης στη βρετανική επιτροπή για την επιστροφή των μαρμάρων που είναι ο κόμβος αυτής της προσπάθειας εδώ και δεκαετίες.

Η επιστροφή των μαρμάρων, το Μουσείο της Ακρόπολης και η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας ήταν το μεγάλο τρίπτυχο της Μελίνας Μερκούρη. Χαίρομαι γιατί επί χρόνια ως Υπουργός Πολιτισμού είχα τη δυνατότητα να συμβάλω στην προώθηση αυτού του στόχου να παραδώσω μία ολοκληρωμένη στρατηγική σε εξέλιξη για την επιστροφή των μαρμάρων που πρέπει να συνεχιστεί -θα αναφερθώ σ’ αυτήν-, να παραδώσουμε σε εξέλιξη το 2004 την κατασκευή του Μουσείου της Ακρόπολης που πέρασε όχι από σαράντα, αλλά από τετρακόσια κύματα και να παραδώσουμε εγκαινιασμένο τον ενιαίο αρχαιολογικό χώρο της Αθήνας.

Είναι κρίμα που η Κυβέρνηση δεν βρήκε τη γενναιοδωρία, έστω κατά τη δική της αντίληψη, για τη μορφή του μουσείου αυτού, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σύμφωνα με το νομοσχέδιο, να διατηρηθεί η εκπροσώπηση του Ιδρύματος «Μελίνα Μερκούρη», ως στοιχειώδης οφειλή απέναντι σε ένα ίδρυμα που και με τη Μελίνα Μερκούρη και με τον Ζυλ Ντασέν ήταν ο καταλύτης για την ανέγερση του νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Είναι δείγμα μικροψυχίας και έλλειψη ιστορικής μνήμης το γεγονός ότι απουσιάζει από το σχήμα διοίκησης και οργάνωσης του νέου μουσείου το Ίδρυμα «Μελίνα Μερκούρη».

Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό να επαναλάβουμε στην Αίθουσα αυτή πως το βασικό αίτημά μας στο όνομα του μουσείου για την επανένωση των στοιχείων, δηλαδή του γλυπτού διακόσμου της Ακρόπολης, δεν βασίζεται σε μια νομική ή πολύ περισσότερο νομικιστική βάση, αλλά στο όνομα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και της ακεραιότητας του μνημείου, θέλουμε να έρθουν τα Μάρμαρα στην Ελλάδα και να προβληθούν με ενιαίο τρόπο στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ακόμη και αν το Βρετανικό Μουσείο θεωρεί ότι έχει τυπικά την ιδιοκτησία, ακόμη και αν το Βρετανικό Μουσείο θεωρεί ότι παράρτημά του λειτουργεί στο εσωτερικό του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Μπορεί να επιλεγεί με ευελιξία οποιοδήποτε νομικό σχήμα, προκειμένου να ξεπεράσουμε επιφυλάξεις, αντιδράσεις ή προσχήματα, αρκεί να ενωθούν τα Μάρμαρα και να βρουν όλα μαζί τη θέση τους στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Η δε εκθεσιακή επιλογή να αναδεικνύονται τα κενά, να αναδεικνύεται ο ακρωτηριασμός του μνημείου, είναι μια σωστή επιλογή, που δεν γίνεται για λόγους προπαγάνδισης μιας εθνικής ή πολύ περισσότερο μιας εθνικιστικής θέσης, αλλά για λόγους επιστημονικής εντιμότητας και αξιοπιστίας. Πρέπει να στηρίξουμε και να προβάλλουμε αυτή τη βασική εκθεσιακή επιλογή.

Βεβαίως, όλα αυτά απαιτούν πολιτική αποφασιστικότητα, χειρισμούς και στη διεθνή διπλωματία της κοινωνίας των πολιτών και στη διεθνή διακρατική διπλωματία, απαιτούν σταθερότητα, επικοινωνιακή και επιστημονική υποστήριξη. Καλώ και παρακαλώ την Κυβέρνηση να συνεχίσει την προσπάθεια από το σημείο που τη βρήκε το 2004, γιατί αυτό συνιστά ιστορική και πολιτιστική υποχρέωση οποιουδήποτε τυχαίνει να είναι Πρωθυπουργός και οποιουδήποτε τυχαίνει να είναι Υπουργός Πολιτισμού της χώρας αυτής.

Θεωρώ παράδοξο το γεγονός ότι εισάγεται ένα νομοσχέδιο για την οργάνωση και διοίκηση του νέου Μουσείου της Ακρόπολης, χωρίς να αντιμετωπίζεται η τύχη του υφιστάμενου εδώ και χρόνια Οργανισμού για την Ανέγερση του νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Ο Οργανισμός αυτός που στηρίχθηκε στις πρωτοβουλίες του Ιδρύματος «ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ» υπάρχει, λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, επιτέλεσε το βασικό του καθήκον που ήταν η ανέγερση του Μουσείου, όμως, στο νομοσχέδιο δεν βλέπουμε ποια θα είναι η τύχη και το μέλλον του Οργανισμού. Δεν εκκαθαρίζονται αυτομάτως αυτά τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Είναι για εμένα εξαιρετικά παράδοξο το γεγονός ότι το νομοσχέδιο σιωπά σε σχέση με την τύχη, την εκκαθάριση ή το μελλοντικό ρόλο του Οργανισμού ανέγερσης του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Είναι, επίσης, απολύτως αναγκαίο να αλλάξουν οι κυβερνητικές αποφάσεις σε σχέση με το σχεδιασμό των εγκαινίων του νέου Μουσείου. Τα εγκαίνια του νέου Μουσείου πρέπει να προσλάβουν χαρακτήρα έντονα επιστημονικό και έντονα επίσης πολιτικό.

Το καλλιτεχνικό μέρος έχει πολύ μεγάλη σημασία, αλλά πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει η επαναπροβολή των επιστημονικών και πολιτικών, δηλαδή ιστορικών επιχειρημάτων που αφορούν στην επανένωση των μαρμάρων του Παρθενώνα.

Αντιλαμβάνομαι ότι χρειάζεται μία εκστρατεία προβολής. Η προκήρυξη που έχει γίνει δεν καλύπτει, παρά μόνο δύο μήνες. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει αυτή η εκστρατεία να είναι μακρά, να ενταχθεί στην ενιαία εκστρατεία για τον επαναπατρισμό και την επανένωση των μαρμάρων, να συνδεθεί με την ετήσια εκστρατεία τουριστικής προβολής της χώρας μας και με το σύνολο των δράσεων του Υπουργείου Πολιτισμού και του Οργανισμού Προβολής της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, του Ο.Π.Ε.Π..

Δεν υπάρχουν αυτά τα στοιχεία στην προκήρυξη. Η προκήρυξη γεννά ερωτηματικά και είναι «κολοβή». Πρέπει πρωτίστως να δοθεί βάρος σε αυτόν το συνολικό σχεδιασμό που αφορά τον κεντρικό ρόλο του Μουσείου, στη στρατηγική μας για την επανένωση των μαρμάρων.

Ένα νομοσχέδιο, λοιπόν, το οποίο δεν λύνει αυτά τα θέματα είναι ένα νομοσχέδιο εκ γενετής «κολοβό», ανεπαρκές και ως εκ τούτου είναι δικαιολογημένη η καχυποψία και η αντίρρηση σύσσωμης της Αντιπολίτευσης.

Αγωνιστήκαμε πολύ, για να γίνει το Μουσείο της Ακρόπολης. Πρέπει να ξέρει η Βουλή των Ελλήνων ότι η τελική δίκη στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την ανέγερση του Μουσείου κερδήθηκε με διαφορά μιας ψήφου. Υπήρξε σφοδρή αντιδικία. Και δεν υπήρξε μία σφοδρή αντιδικία μόνο στο όνομα αντιλήψεων -σεβαστών απολύτως- αισθητικού, αρχιτεκτονικού, πολεοδομικού ή αρχαιολογικού χαρακτήρα, αλλά υπήρξε και σύγκρουση με συμφέροντα, τα οποία είναι επενδεδυμένα με την αστική γη. Υπήρξε πολύ μεγάλη σύγκρουση. Και χαίρομαι πραγματικά, γιατί επί των ημερών μας και των ημερών μου ως Υπουργού Πολιτισμού διεξήχθη ο αρτιότερος και πληρέστερος διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, που ανέδειξε τη λύση Τσούμη–Φωτιάδη, η οποία επελέγη με απόλυτη διαφάνεια, με όλα τα σχέδια ανηρτημένα επί μέρες σε κοινή θέα και μέσα από μία επιτροπή διεθνούς πραγματικά σύνθεσης.

Είναι μακρά η συζήτηση για τη χωροθέτηση του Μουσείου. Όλες οι θέσεις είχαν πρόβλημα, αρχαιολογικό πρόβλημα. Και η θέση του σημερινού «Διόνυσου» και η Κοίλη και όλες οι άλλες ιδέες, οι οποίες κατά καιρούς προτάθηκαν. Θεωρώ, όμως, ότι η λύση που δόθηκε σε σχέση με τα αρχαία που βρέθηκαν «in situ», εκεί στον τόπο ανέγερσης του Μουσείου, είναι η καλύτερη. Φανταστείτε, να είχε αφεθεί αυτός ο αρχαιολογικός χώρος ακάλυπτος και αναξιοποίητος! Θα είχαμε οδηγηθεί σε αποσάρθρωση των ευρημάτων αυτών, όπως έχει γίνει δυστυχώς σε πολλά άλλα σημεία. Ακόμη προσπαθούμε να λύσουμε προβλήματα στην Πλατεία Διοικητηρίου ή στην οδό Λυκείου. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η επιλογή αυτή ήταν η καλύτερη δυνατή.

Σε σχέση με το οργανωτικό σχήμα και τις αντιρρήσεις κυρίως της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, της αρχαιολογικής κοινότητας, αλλά και των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, θέλω να πω με πολύ ειλικρινή τρόπο το εξής. Στη χώρα μας εδώ και δεκαετίες υπάρχει μια πολυτυπία νομική, σε σχέση με τους φορείς που ασχολούνται με την προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Υπάρχουν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ιδρυματικού χαρακτήρα, που επιτελούν πολύ σημαντικό ρόλο, όπως είναι το Μουσείο Μπενάκη ή το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Υπάρχουν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή υπάρχουν υβριδικά νομικά πρόσωπα, όπως το Μουσείο Κανελλοπούλου. Η Εθνική Πινακοθήκη είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Τα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης, το Εθνικό και το Κρατικό στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα, είναι κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν σταματάει κάπου. Συνεχίζεται, εισχωρεί στο χώρο της σύγχρονης τέχνης. Το θέμα είναι να υπάρχει μία ενιαία λογική. Και η ενιαία λογική που είχαμε επιλέξει, μετά από εκτενή δημόσια συζήτηση και είχαμε νομοθετήσει με τον αρχαιολογικό νόμο, με μεγάλη πλειοψηφία στη Βουλή αυτή, ήταν τα Αρχαιολογικά και Βυζαντινά Μουσεία του Υπουργείου Πολιτισμού, τα οποία όταν είναι μικρά, να είναι ταυτισμένα με τις οικείες αρχαιολογικές εφορείες των κλασικών και προϊστορικών αρχαιοτήτων ή βυζαντινών αρχαιοτήτων και όταν είναι μεγάλα, να ανεξαρτητοποιούνται με τη μορφή ειδικής περιφερειακής υπηρεσίας. Και έτσι έγινε με το Βυζαντινό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη, με το Αρχαιολογικό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη, με το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Και ήταν αυτό, ούτως ή άλλως, καθεστώς με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών, το Νομισματικό Μουσείο, όπως και με το Επιγραφικό Μουσείο.

Υπάρχει ένα σχήμα, το οποίο έχει μία λογική και η λογική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στην Ακρόπολη, γιατί εκεί έχουμε πολλές οντότητες και πολλές δράσεις. Έχουμε ούτως ή άλλως ένα μουσείο που είναι μουσείο αρχαιολογικού χώρου. Άρα, πρέπει να υπάρχει διοικητική και λειτουργική ενότητα του χώρου, του μουσείου και της Εφορείας. Έχουμε την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως, την Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως την Α΄ Εφορεία και το Μουσείο. Χωρίς τριβές, χωρίς προβλήματα. Άρα, ειδικά για την περίπτωση αυτή, η καλύτερη λύση είναι το ενιαίο οργανωτικό σχήμα, με τη μορφή μιας ειδικής υπηρεσίας περιφερειακής, που μπορεί να έχει ταυτόχρονα και την ευελιξία που έχει η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως και όλα τα ευεργετήματα των Επιτροπών του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων, για την εκτέλεση αρχαιολογικών έργων.

Σεβαστείτε τη γνώμη των αρχαιολόγων. Τιμώ τους Έλληνες αρχαιολόγους. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι ίσως η σημαντικότερη δημόσια υπηρεσία. Η επιστημονική στελέχωση, οι τίτλοι σπουδών, το επιστημονικό έργο, οι δημοσιεύσεις, συνθέτουν μία κοινότητα επιστημονική και όχι μία τυπική δημόσια υπηρεσία. Κάθε εφορεία και κάθε ειδική υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και κάθε μουσείο, είναι μία οντότητα που παράγει, είναι μία παραγωγική μονάδα με την καλή έννοια του όρου και θέλω από το Βήμα αυτό, επίσης, να τιμήσω τους Έλληνες αρχαιολόγους, για την αγωνία, τον αγώνα τους, τη γνώση τους, την ευαισθησία τους, την εμμονή τους και την αξιοπρέπειά τους.

Κύριε Υπουργέ, συζητούμε για τα θέματα αυτά, εν μέσω μιας διεθνούς οικονομικής κρίσης. Θεωρώ ότι έχει αυτοτέλεια η πολιτιστική πολιτική, αλλά για μία χώρα που περιμένει παραπάνω από το 20% του Α.Ε.Π. της από τον τουρισμό, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ό,τι κάνουμε να το εξετάζουμε και υπό το πρίσμα της θετικής επιρροής που μπορεί να έχει στην τουριστική μας πολιτική.

Ο τουρισμός μας έχει έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Και η οικονομική κρίση στην Ευρώπη θα προκαλέσει κρίση στην ελληνική πραγματική οικονομία και ο τομέας του τουρισμού είναι αυτός που θα δεχθεί πολύ έντονες πιέσεις ήδη από τη χρονιά αυτή. Είναι μία ωραία ευκαιρία, τουλάχιστον για το σκέλος του πολιτιστικού τουρισμού, να αξιοποιηθεί όλη αυτή η η συζήτηση, προκειμένου να δημιουργηθούν τα αναγκαία αντισώματα για να βοηθήσουμε την τουριστική μας βιομηχανία, για να βοηθήσουμε σε όλους τους κλάδους της οικονομίας τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Γιατί δεν είναι μόνον το χρηματοπιστωτικό σύστημα που δέχεται πιέσεις, δεν χρειάζεται μόνον εγγύηση της σταθερότητας του τραπεζικού και γενικότερα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μάλιστα εγγύηση νομοθετική, δεν αρκεί να αυξήσουμε το όριο των εγγυημένων καταθέσεων στα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και πρακτικά πρέπει το σύνολο των καταθέσεων να είναι εγγυημένο, εφόσον είναι εγγυημένη η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πρέπει να κοιτάζουμε την πραγματική οικονομία. Πρέπει να βλέπουμε τις επιχειρήσεις που αγωνίζονται να βρουν κεφάλαια κίνησης. Να σκεφτόμαστε ότι είναι δύσκολο να προεξοφληθούν επιταγές. Να βλέπουμε το πρόβλημα των επιτοκίων και των στεγαστικών δανείων και να βλέπουμε τομείς ευαίσθητους. Και ο κατ’ εξοχήν ευαίσθητος τομέας είναι για την ελληνική οικονομία που είναι μια οικονομία υπηρεσιών ο τουριστικός τομέας και εκεί χρειάζονται μέτρα, τα οποία να έχουν μία ευρηματικότητα, να έχουν έναν δυναμισμό, να σημαίνουν κάτι για την οικονομία και για τη χώρα.

Έχετε, λοιπόν, υποχρέωση να απαντήσετε, κύριε Υπουργέ. Σας καλώ να συμπληρώσετε το νομοσχέδιό σας, να επιφέρετε τις αναγκαίες αλλαγές και να το ξανακαταθέσετε στη Βουλή, διότι τώρα νομίζω ότι αδικείτε την κοινή υποχρέωση όλων μας, να υπηρετήσουμε την υπόθεση του Μουσείου της Ακρόπολης και της επανένωσης των μαρμάρων.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008