13 Οκτωβρίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επερώτησης Βουλευτών του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού προς τον Υπουργό Εσωτερικών, σχετικά με την έξαρση της εγκληματικότητας και την κυβερνητική αναποτελεσματικότητα.


 

Κύριε Πρόεδρε, παρατηρώ, κατά τη διάρκεια της συζήτησης της επερώτησης αυτής, μια πολύ ενδιαφέρουσα μετατόπιση ρόλων. Η Κυβέρνηση απαντά σε βασικά θέματα, όπως είναι για παράδειγμα η μεταναστευτική πολιτική και η αντιμετώπιση του εγκλήματος, με έναν πολιτικό λόγο που τον χρησιμοποιούσαν και οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Τότε, όμως, το κόμμα της σημερινής Πλειοψηφίας, η Νέα Δημοκρατία, διατύπωνε τον πολιτικό λόγο που διατυπώνει τώρα ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί υπάρχει αυτή η παράδοξη, φαινομενικά, αλλαγή ρόλων; Γιατί επί δεκαετίες, αυτό που λέγεται δημόσια τάξη και ασφάλεια ήταν το προνομιακό πεδίο της Δεξιάς, το προνομιακό πεδίο της συντηρητικής αντίληψης για την κοινωνία, το κράτος και την πολιτική;
Ουσιαστικά, η καλλιέργεια του φόβου, η καλλιέργεια της ανασφάλειας ήταν η δημαγωγική πύλη που ήθελε να μετατρέψει τον πολίτη σε έμφοβο, ήθελε να καλλιεργήσει τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά του.

Γι’ αυτό παρατήρησα με προσοχή την απάντηση που έδωσε ο κ. Παυλόπουλος προηγουμένως, ο οποίος έκανε μία φιλότιμη, πράγματι, προσπάθεια να αντισταθεί σε ορισμένες αντιλήψεις, να διατυπώσει ένα λόγο ευρωπαϊκό, ένα λόγο δικαιοκρατικό, ένα λόγο που απηχεί το σεβασμό προς το Σύνταγμα, προς το κράτος δικαίου, προς τα δικαιώματα του πολίτη και του ανθρώπου.

Από την άλλη μεριά, αντιλαμβάνομαι πάρα πολύ καλά και την επιλογή που κάνει ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός, ο ιδεολογικός τιμητής και ο πολιτικός κηδεμόνας της Κυβέρνησης του κ. Καραμανλή. Ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός βλέπει να παραπαίει η Κυβέρνηση, να διέρχεται μία περίοδο οξύτατης κρίσης νομιμοποίησης.

Και βέβαια, με τις επισημάνσεις αυτές, με αφορμή κάθε θέμα σχεδόν –αυτό, όμως, είναι ένα προνομιακό θέμα για τη δική του αντίληψη, για την αντίληψη του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού- έρχεται και λέει, να, «εδώ η αυθεντική Δεξιά, εδώ ο καθαρός λόγος, ελάτε να σας καθοδηγήσω, να σας σύρω και να σας στηρίξω».

Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πολιτικό παίγνιο, το οποίο, όμως, έχει πολύ μικρή σημασία για την καθημερινότητα του πολίτη. Διότι ο πολίτης, πράγματι, ζει μέσα σε μία διάχυτη ανασφάλεια, η οποία τον πιέζει και τον πολιορκεί πανταχόθεν. Γιατί αυτό που λέγεται «αίσθημα ασφάλειας», είναι ένα σύνθετο ζήτημα. Είναι ένα ζήτημα πρωτίστως κοινωνικό, θεσμικό, αναπτυξιακό. Και είναι και ένα ζήτημα αστυνομικής αντιμετώπισης του προβλήματος, είναι ένα ζήτημα δημόσιας τάξης.

Θα ήταν, όμως, επιπόλαιο και αβαθές να ξεκινά κανείς την προσέγγισή του από αυτή την οπτική γωνία. Όχι γιατί όταν λύνονται τα προβλήματα της κοινωνικής συνοχής, του κοινωνικού κράτους, του εισοδήματος, των προκλητικών ανισοτήτων, παύει να υπάρχει έγκλημα. Όχι. Δεν παύει. Είναι ανθρωπολογικό φαινόμενο το έγκλημα, που δεν αντιμετωπίζεται μέσα από μία καθαρά θεσμική και αναπτυξιακή προσέγγιση. Είναι, όμως, διαφορετικό το υπόστρωμα στη μία περίπτωση και διαφορετικό το υπόστρωμα στην άλλη.

Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία, η Κυβέρνηση να αντιληφθεί ότι αυτό που ονομάζεται «αντιμετώπιση της εγκληματικότητας», κινείται σε πολλά επίπεδα.

Ας ξεκινήσουμε από το επίπεδο, το πιο απλό, το πιο τεχνικό μιας Αστυνομίας που πρέπει να είναι οργανωμένη με βάση τις αρχές του κράτους δικαίου, που πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει με τη μέριμνά της για τη νομιμότητα, για τα δικαιώματα των πολιτών, για την τήρηση του Συντάγματος, των νόμων και ιδίως του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Χρειάζεται όμως και μία Αστυνομία επαγγελματικά οργανωμένη, καλά στελεχωμένη, καλά εκπαιδευμένη, καλά εξοπλισμένη.

Χρειάζεται μία αστυνομία στην οποία να επικρατούν κανόνες και πρακτικές αξιοκρατίας και διαφάνειας. Εάν δεν έχεις αυτά τα προσόντα, τότε δεν μπορείς να έχεις στα χέρια σου τη δημόσια δύναμη που απαιτείται. Και έχουμε ασκήσει κριτική με πολλές αφορμές τελευταία για το καθεστώς των μεταθέσεων, για το πειθαρχικό δίκαιο, για τον τρόπο με τον οποίο εντάχθηκαν οι ειδικοί φρουροί και συνοριαφύλακες με διάφορες νομοθετικές πρωτοβουλίες και επιλογές της Κυβέρνησης.

Στην Ελληνική Αστυνομία αυτή τη στιγμή δεν είναι διαμορφωμένες οι συνθήκες της αξιοκρατίας, του επαγγελματισμού και της διαφάνειας. Η φροντίδα της πολιτικής ηγεσίας για το σεβασμό της νομιμότητας πρέπει να είναι εντονότερη, διαρκέστερη, εμφανέστερη, γιατί συνεχώς έχουμε κρούσματα προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Χρειάζεται, βεβαίως και επαγγελματική επάρκεια και ικανότητα να συγκρουστείς με το φαινόμενο της βίας και του εγκλήματος επί του πεδίου, γιατί πολλές φορές αναγκάζονται ανεκπαίδευτοι αστυνομικοί, αστυνομικοί που ξέρουν ότι θα κληθούν να πληρώσουν αυτοί το όποιο κόστος της αποτυχίας, ενώ δεν θα πιστωθούν με την επιτυχία τους, να αποφεύγουν να αναλάβουν τον κίνδυνο.

Δεν αρκεί, όμως, αυτό. Χρειάζεται να γίνουν και όλα τα άλλα. Χρειάζεται να μην ενδίδουμε ούτε σε ένα μικρό ίχνος αυτού που λέγεται ρατσιστική και ξενοφοβική αντίληψη για τη μεταναστευτική πολιτική και για το φαινόμενου του άλλου, για το φαινόμενο της ετερότητας. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλη η πραγματική πίεση που υπάρχει, ιδίως στις μικρές τοπικές κοινωνίες. Είναι αδιανόητο, ο πολίτης και μέσα στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, να βλέπει περιοχές γκετοποιημένες, όμως σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να διολισθαίνουμε σε ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις, γιατί αυτή είναι η εύκολη μετατόπιση του προβλήματος, η εύκολη ανάδειξη του άλλου, του ξένου ως εχθρού.

Χρειαζόμαστε μία ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, αλλά μην περιμένουμε να μας τη φέρει κανείς έτοιμη στο πιάτο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μία πολύ σκληρή διαρκής διακρατική διαπραγμάτευση. Το είδαμε αυτό και στα προβλήματα που είχε η αντιμετώπιση της κρίσης μέχρι τη χθεσινή αισιόδοξη αντίδραση της Συνόδου Κορυφής της ζώνης του ευρώ στο Παρίσι.

Άρα, πρέπει η ελληνική Κυβέρνηση να προτείνει ένα ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό σχέδιο για τη μεταναστευτική πολιτική και δεν είναι επαρκές κείμενο το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση που είδε το φως της δημοσιότητας μετά την τελευταία συνάντηση των Υπουργών Εσωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και, βεβαίως, όλα αυτά συνδέονται με το μεγάλο πρόβλημα της εποχής, που είναι το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης, της εσωτερικής, της ενδογενούς, των μεγάλων ανισοτήτων, των εισοδηματικών ανεπαρκειών, της ακρίβειας. Όλα αυτά συνδέονται βέβαια και με τις επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης, με το φόβο που δημιουργεί αυτό το φαινόμενο της κατάρρευσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ούτε, λοιπόν, ιδεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα, νευρικότητες και πιέσεις και υπερβολές ούτε κυβερνητικού χαρακτήρα αυταρέσκειες διαμορφώνουν το πεδίο μιας ολοκληρωμένης, σύμφωνης με το Σύνταγμα και τον ευρωπαϊκό πολιτικό και νομικό πολιτισμό αντιμετώπισης του φαινομένου της εγκληματικότητας.

Δεν είχα τον καιρό να αναφερθώ στο παρελθόν, δεν είχα τον καιρό να αντικρούσω τα γνωστά επιχειρήματα για τις στατιστικές. Δεν έχουν σημασία όλα αυτά. Σημασία έχει να προσδιορίσουμε το ηθικό και πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινούμαστε. Και αυτό το πλαίσιο μάς το προσφέρει, όπως είπα και προηγουμένως, το Σύνταγμά μας και ο ευρωπαϊκός νομικός και πολιτικός πολιτισμός.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008