17 Οκτωβρίου 2008

Παρέμβαση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επίκαιρης επερώτησης Βουλευτών του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος προς τον Υπουργό Πολιτισμού, σχετικά με την ανταλλαγή κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων με τη Μονή Βατοπεδίου για την περαιτέρω εκχώρηση τους σε τρίτους.


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι προφανές ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, όπως εκπροσωπήθηκε σήμερα από τον κ. Παναγιωτόπουλο, δεν είχε το χρόνο, καθώς προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει την επόμενη φάση της κρίσης της, να παρακολουθήσει αυτά που είπαμε στην πρώτη φάση της συζήτησης εδώ.

Γιατί αν ο κ. Παναγιωτόπουλος δεν ήταν απασχολημένος με τη σύνταξη του πύρινου λόγου του, με τον οποίο πάλι επιχειρεί έναν ακραίο συμψηφισμό ευθυνών, μεταξύ ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέας Δημοκρατίας, θα είχε καταλάβει πως η επίσημη θέση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είναι ότι ψηφίζουμε και την εξεταστική επιτροπή και καλούμε τη Νέα Δημοκρατία και τα μικρότερα κόμματα της Αντιπολίτευσης, να υπερψηφίσουν και αυτά την προανακριτική επιτροπή.

Κάλεσα, επίσης, στην αρχική μου ομιλία τη Νέα Δημοκρατία, να πάρει πρώτη επίσημα θέση, εδώ μέσα στην Αίθουσα της Βουλής των Ελλήνων, ότι δεν πρόκειται να υπεκφύγει, ότι θα είναι παρούσα την Παρασκευή στη συζήτηση για την προανακριτική επιτροπή και δεν θα επιβάλλει την αποχώρηση των Βουλευτών της από τη ψηφοφορία. Γιατί η ψήφος του Βουλευτή σε μία μυστική ψηφοφορία ποινικού χαρακτήρα, είναι ψήφος κατά συνείδηση και δεν υπόκειται στους κανόνες της πολιτικής σκοπιμότητας και της κομματικής πειθαρχίας.

Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι υπάρχουν πάρα πολλοί συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας που θα κρίνουν κατά συνείδηση αναγκαία τη σύσταση και της προανακριτικής επιτροπής. Άρα υπάρχουν στη Βουλή των Ελλήνων οι αριθμητικές, πολιτικές και συνειδησιακές προϋποθέσεις, να συγκροτηθεί και η εξεταστική και η προανακριτική επιτροπή, έτσι ώστε να διερευνήσουμε τα πάντα, να μην είναι κανείς παραπονούμενος σε βάθος, αλλά και να ανακόψουμε τον κίνδυνο της παραγραφής, σεβόμενοι και τα όσα περιλαμβάνει στην παραγγελία του προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ο κύριος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος μ’ αυτήν του την παραγγελία, προσπαθώντας άτεχνα να προστατεύσει τους Υπουργούς της Κυβέρνησης του κ. Καραμανλή, ανοίγει διάπλατα το δρόμο της αναζήτησης των ποινικών ευθυνών των ίδιων των Υπουργών.

Δεν έλαβα απαντήσεις, άρα δεν υπάρχει οδός διαφυγής. Η Νέα Δημοκρατία είναι υποχρεωμένη να παραστεί. Θα είναι αστείο το θέαμα να αποχωρεί η Πλειοψηφία της Βουλής από την Αίθουσα και από την ψηφοφορία. Τι θα κάνουν άραγε τα μέλη του Προεδρείου και ο Πρόεδρος της Βουλής σ’ αυτήν την περίπτωση; Ως εκ τούτου, το πικρό ποτήριο είναι υποχρεωμένος ο κ. Καραμανλής να το πιει μέχρι το τέλος στη διαδικασία αυτή και νομίζω ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να συσταθεί τελικά και προανακριτική επιτροπή, κατά τη χθεσινή του συνέντευξη στις Βρυξέλλες.

Χαίρομαι επίσης και καλωσορίζω τη θέση του κ. Αλαβάνου πως ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς, με την Κοινοβουλευτική του Ομάδα, θα υπερψηφίσει τελικά και την πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής. Βεβαίως δεν παρουσίασε κατά τρόπο γνήσιο και αληθή τη θέση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Εμείς είχαμε πει ότι είναι μία συζήτηση άνευ αντικειμένου η συζήτηση για την εξεταστική επιτροπή, όσο ο κ. Καραμανλής διατύπωνε τη θέση ότι πρέπει να ολοκληρωθεί η δικαστική έρευνα, πριν φθάσουμε στην εξεταστική επιτροπή. Χωρίς τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας δεν θα μπορούσε η Αντιπολίτευση να επιβάλει τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής και απλώς θα υπήρχε ένα πυροτέχνημα μιας συζήτησης στην Ολομέλεια για λίγες ώρες καθώς η ανοικτή ονομαστική ψηφοφορία, δεν αφήνει περιθώριο στους Βουλευτές της Πλειοψηφίας να διαφωνήσουν.

Τώρα όμως ο κ. Καραμανλής, δεν παίρνει την πρωτοβουλία σύστασης εξεταστικής επιτροπής. Σύρεται αναγκαστικά στη σύσταση της εξεταστικής επιτροπής, γιατί αντιλαμβάνεται το τεράστιο πολιτικό κόστος που έχει ήδη καταβάλει και αντιλαμβάνεται ότι δίπλα στο σκάνδαλο του Βατοπαιδίου, υπάρχει πια ένα σκάνδαλο παρέμβασης στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να κάνει το λιγότερο που μπορεί να γίνει, που είναι η σύσταση της εξεταστικής επιτροπής.

Αντιλαμβάνομαι επίσης την ανάγκη που πολλές φορές νιώθει ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να επιτίθεται κυρίως στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ανέπτυξε επερώτηση προς τις προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αντί να συμβάλλει στην ανάπτυξη της επερώτησης προς την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Και επικαλέστηκε έγγραφα ενός καλού αρχαιολόγου της υπηρεσίας, της 12ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ο οποίος υπέβαλε την αναφορά του αυτή προς τον εαυτό του, ως ασκούντα χρέη προϊσταμένου της εφορείας. Αυτός και η υπηρεσία του είναι το Υπουργείο Πολιτισμού στην περιοχή, η αρμόδια περιφερειακή υπηρεσία, η αρμόδια εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων έπρεπε να έχει συγκροτημένο φάκελο και όλα τα τεκμήρια της επιστημονικής υποστήριξης των θέσεων του δημοσίου και το έκανε καλά ως μάρτυρας αυτό, ο συγκεκριμένος αρχαιολόγος. Αλλά όλα αυτά, λέγονται μετά την αναπομπή της υπόθεσης συνολικά στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, από τον κ. Φωτιάδη, η οποία έγινε στις 30 Οκτωβρίου 2003. Η δίκη διεξήχθη στις 5.11.2003 με σφοδρή αντιδικία εκ μέρους του δημοσίου και με υπεράσπιση όλων των θέσεων του δημοσίου από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τους δύο μάρτυρες, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού και η δική μου απάντηση στον κ. Δραγασάκη δίδεται στις αρχές Δεκεμβρίου, όπου λέω ρητά ότι το Υπουργείο Πολιτισμού δεν είχε ενημερωθεί ως τότε από το Υπουργείο Οικονομικών, αλλά είχε ήδη προηγηθεί η αναπομπή, η οποία εκδικάστηκε οκτώ μήνες αργότερα, επί των ημερών της Νέας Δημοκρατίας, τον Ιούνιο του 2004.

Όμως ο κ. Δούκας, έκανε αποδεκτή την υπ’ αριθμόν 26/2004 γνωμοδότηση του γνωμοδοτικού συμβουλίου, που απέρριψε την αναπομπή του κ. Φωτιάδη, που δεν έλαβε υπ’ όψιν όσα μεσολάβησαν στη δίκη, που δεν έλαβε υπ’ όψιν την εκκρεμοδικία, το φάκελο που είχε συγκροτηθεί, τα όσα είπαν οι αρχαιολόγοι του Υπουργείου Πολιτισμού και ως μάρτυρες και ως επιστήμονες και ως διοικητικά στελέχη και έτσι είχαμε και τη γνώμη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, να παραιτηθεί από την έκδοση απόφασης το ελληνικό δημόσιο, την οποία επίσης απεδέχθη ο κ. Δούκας. Αυτά όμως συνέβησαν οκτώ μήνες αργότερα. Τόσο πολύ χρειάστηκε το γνωμοδοτικό συμβούλιο, ενώ όλες οι άλλες διαδικασίες ήταν εντυπωσιακά ταχύρυθμες στη συνέχεια.
Θα παρακαλούσα, λοιπόν, τον κ. Αλαβάνο, τώρα που αντελήφθη ότι πρέπει το κόμμα του να ψηφίσει και την προανακριτική επιτροπή, να κατεβάσει τους τόνους και να προσανατολίσει σωστά την κριτική του προς τη Νέα Δημοκρατία, γιατί δεν έχει αντικείμενο αυτή η μονομερής και ετεροβαρής κριτική προς το ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Αντιλαμβάνομαι, επίσης, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται το Κ.Κ.Ε.. Είμαι βέβαιος ότι μετά τη δήλωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι θα ψηφίσει και την εξεταστική επιτροπή, μετά τη σαφή τοποθέτηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ότι θα ψηφίσει και την προανακριτική επιτροπή, μετά την εξ αρχής δεδομένη θέση του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού ότι θα ψηφίσει και την προανακριτική επιτροπή και λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις υπερψήφισης μέσω της μυστικής ψηφοφορίας και απ’ όσους Βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έχουν το αίσθημα του δικαίου ισχυρό, το Κ.Κ.Ε. θα συμπράξει, ώστε να έχουμε την Παρασκευή και την απόφαση του Σώματος για τη συγκρότηση προανακριτικής επιτροπής.

Έφτασε τώρα η ώρα της αλήθειας και επαναλαμβάνω και απ’ αυτό το Βήμα, αυτό που είχα την ευκαιρία εκ μέρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να διατυπώσω χθες στη Διάσκεψη των Προέδρων, το έχω πει όμως και στην Ολομέλεια αρκετές φορές ως τώρα. Υπάρχει πλέον από τον Κανονισμό και το Σύνταγμα, υποχρέωση αποστολής του φακέλου από τους εισαγγελικούς λειτουργούς που διενεργούν την προκαταρκτική εξέταση στη Βουλή, προκειμένου η Ολομέλεια της Βουλής, να λάβει υπ’ όψιν της τα στοιχεία του φακέλου όπως αυτός έχει συγκροτηθεί έως τώρα, για την απόφαση σύστασης της προκαταρκτικής επιτροπής.

Εάν οι αρμόδιοι εισαγγελικοί λειτουργοί δεν διευκολύνουν το μείζον πολιτειακό όργανο που είναι η Βουλή των Ελλήνων στην άσκηση της αρμοδιότητάς του αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος, τότε η Βουλή, θα ασκήσει αυτήν την αρμοδιότητά της, με το βασικό έγγραφο με το οποίο άρχισε η ποινική προδικασία, που είναι η παραγγελία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση πολύ σοβαρών εγκλημάτων, το σώμα τέλεσης των οποίων, είναι υπουργικές αποφάσεις και κοινές υπουργικές αποφάσεις και η επιτροπή με το πόρισμά της, θα εισηγηθεί στη Βουλή εάν πρέπει να ασκηθεί ή να μην ασκηθεί δίωξη και πάλι με πολύ μεγάλη συστολή και με πολύ μεγάλη προσοχή, διότι δεν είμαστε υπέρ της ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής αλλά είμαστε υπέρ της διαφάνειας και υπέρ του αισθήματος δικαιοσύνης και υπέρ του καθήκοντος σεβασμού προς τον πολίτη, γιατί ακόμη και αν ασκηθεί δίωξη, υπάρχει κύρια ανάκριση από αρεοπαγίτη και βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, εάν πρέπει να γίνει ή να μη γίνει κατηγορία. Έχει ολοκληρωθεί και εκσυγχρονισθεί το σύστημα με την αναθεώρηση του 2001. Άρα τίποτε δεν γίνεται βιαστικά και τίποτε δεν γίνεται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή πολύ περισσότερο, πολιτικής εκδίκησης. Ό,τι κάνουμε, το κάνουμε με αίσθημα θεσμικής ευθύνης και πολιτικής σοβαρότητας.

Γι’ αυτό καλούμε όλα τα κόμματα της Βουλής, να υπερψηφίσουν την πρόταση νόμου του ΠΑ.ΣΟ.Κ., για την άμεση εκκαθάριση της υπόθεσης με ακύρωση των διοικητικών πράξεων και των συμβάσεων εκ του νόμου και γι’ αυτό καλούμε και τη Νέα Δημοκρατία και τα κόμματα της Αντιπολίτευσης να ψηφίσουμε όλοι μαζί την Τετάρτη τη σύσταση της εξεταστικής επιτροπής και την Παρασκευή τη σύσταση της προανακριτικής επιτροπής.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008