19 Νοεμβρίου 2008

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και άλλες διατάξεις».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η διεθνής οικονομική κρίση είναι πρωτίστως μια κρίση εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέρρευσε. Η εμπιστοσύνη στις αγορές κατέρρευσε. Όλοι οι πολίτες, όλα τα τραπεζικά συστήματα, όλες οι αγορές, στρέφονται ξανά στο κράτος, στους διακρατικούς και διεθνείς θεσμούς και αναζητούν τη λύση του παγκόσμιου οικονομικού προβλήματος, που είναι τελικά πρόβλημα του κάθε νοικοκυριού και του κάθε πολίτη και στη χώρα αυτή. Στην πολιτική αναζητούν κάποιες εκδηλώσεις, κάποια δείγματα πολιτικής εμπιστοσύνης, πολιτικής στιβαρότητας.

Υπό συνθήκες κρίσης η κάθε οικονομία, αλλά και ο κάθε πολίτης, η κάθε οικογένεια, ζητά κάποιον που να του εμπνέει ασφάλεια, κάποιον που να του δίνει προοπτική, κάποιον που να τον εμπιστεύεται ως διαχειριστή της κρίσης. Γι’ αυτό λοιπόν η διεθνής οικονομική κρίση έχει αναδείξει ξανά το ρόλο του κράτους, αλλά και την ευθύνη της πολιτικής. Και γι’ αυτό τελικά, η διεθνής οικονομική κρίση είναι σε κάθε χώρα μια πολιτική κρίση. Είναι μια πολιτική δοκιμασία. Εδώ φαίνεται η ικανότητα των κυβερνήσεων, η ικανότητα των κομμάτων, η ικανότητα των πολιτικών προσώπων, θα έλεγα, να διατυπώσουν λόγο υπεύθυνο, υπερβατικό, αλλά και λόγο εφαρμόσιμο. Να προτείνουν και να εφαρμόσουν μέτρα, τα οποία μπορούν να αποδώσουν αποτελέσματα. Να αποκαταστήσουν τη σχέση εμπιστοσύνης. Και όταν αποκατασταθεί η σχέση κοινωνικής και πολιτικής εμπιστοσύνης, θα αποκατασταθεί και η οικονομική εμπιστοσύνη, η κατά κυριολεξία πίστη, η οποία έχει κλονιστεί, γιατί κλονίζεται ακριβώς η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Εδώ εντοπίζεται και η μεγάλη αδυναμία της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά του κ. Καραμανλή. Τώρα που καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί μια κρίση, τώρα φαίνεται αδύναμος, ανήμπορος, αμήχανος. Οι καθυστερήσεις, οι παλινωδίες, οι παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, δεν συνιστούν αποτελεσματική μέθοδο διαχείρισης της κρίσης. Τώρα πρέπει κάθε κυβέρνηση και κάθε κόμμα –και το ξέρουμε πολύ καλά αυτό εμείς στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. ως Αξιωματική Αντιπολίτευση- να κινηθεί στο ύψος των περιστάσεων. Τώρα χρειάζονται προτάσεις, οι οποίες να είναι προτάσεις υπέρβασης, εθνικής συναίνεσης, προτάσεις, οι οποίες μπορούν να γίνουν ευρύτατα αποδεκτές από την κοινωνία, να κινητοποιήσουν τις παραγωγικές δυνάμεις, να εμπνεύσουν ξανά τους κοινωνικούς εταίρους. Γιατί το πρόβλημα είναι τελικά πρόβλημα πραγματικής οικονομίας, πρόβλημα εργασίας, πρόβλημα σχέσεων μεταξύ του συντελεστή που λέγεται εργασία και του συντελεστή που λέγεται κεφάλαιο.

Χρειάζονται μεγάλες εθνικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές συμφωνίες. Για να το πετύχεις όμως αυτό πρέπει να έχεις μια Κυβέρνηση ικανή να διευθύνει πολιτικά τη χώρα, ικανή να κάνει τέτοιες προτάσεις, να τις εγγυηθεί πολιτικά. Αυτό σε ορισμένες χώρες γίνεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Στη δική μας χώρα, στην Ελλάδα, δεν γίνεται καθόλου. Η Κυβέρνηση, η οποία επιχείρησε και επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από τη διεθνή οικονομική κρίση και να αποδώσει στη διεθνή συγκυρία όλα τα εγχώρια προβλήματα, για τα οποία έχει την ευθύνη, δεν κατάφερε να πετύχει σε αυτό της το τέχνασμα. Να αναγνωρίσω δε, ότι πράγματι η διεθνής οικονομική κρίση είναι τεράστια και ότι ανεξάρτητα από τις ευθύνες της Κυβέρνησης, ανεξάρτητα από τα αδιέξοδα, στα οποία είχε οδηγηθεί η οικονομική και κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης, ούτως ή άλλως η Ελλάδα είναι, ως περιφερειακή χώρα της Ευρώπης, αλλά και ως χώρα που ανήκει στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, μέρος της κρίσης. Γιατί δεν κάνουμε αυτά που έγιναν σε άλλες χώρες; Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε ένα κλίμα αντίστοιχο με το κλίμα πολιτικής εμπιστοσύνης, που έχει επιτευχθεί σε χώρες με κυβερνήσεις σοσιαλδημοκρατικές ή εργατικές ή σε χώρες με κυβερνήσεις συντηρητικές και μάλιστα έντονα συντηρητικές, που έδειξαν όμως αντανακλαστικά, ρεαλισμό, που κατάφεραν να υπερβούν ιδεολογικές αγκυλώσεις νεοφιλελεύθερου ή μονεταριστικού χαρακτήρα και να αναλάβουν πρωτοβουλίες, οι οποίες δίνουν μια προοπτική, μιαν ελπίδα, παρέχουν ένα αίσθημα ασφάλειας;

Η απάντηση είναι: Γιατί δυστυχώς υπάρχει πολιτική ανεπάρκεια, αδυναμία και ανικανότητα του Πρωθυπουργού προσωπικά και της Κυβέρνησης συλλογικά, με κορυφαίο παράδειγμα τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης.

Θα ήμασταν έτοιμοι να συμπράξουμε σε μια τέτοια κοινή προσπάθεια εθνικού χαρακτήρα για να υπερβούμε την κρίση, αλλά όταν έχεις απέναντί σου μια Κυβέρνηση που δεν μπορεί να εκφραστεί πολιτικά, δεν μπορεί να πείσει τον πολίτη ότι έχει κάτι σκεφθεί και κάτι μπορεί να κάνει, δεν μπορούμε δυστυχώς κι εμείς ως Αντιπολίτευση να βοηθήσουμε στο βαθμό που θα θέλαμε, προκειμένου να υπάρξει μια πανεθνική προσπάθεια, όπως απαιτείται, για την αντιμετώπιση και την υπέρβαση της κρίσης.

Ποιας κρίσης μάλιστα; Μιας κρίσης που τώρα βλέπουμε μόνο τον επικοινωνιακό και ψυχολογικό πρόλογό της, με τεράστιες επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία: στο δανεισμό των επιχειρήσεων, στη δυνατότητα εξόφλησης επιταγών, στην αδυναμία άντλησης κεφαλαίων από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, στο πρόβλημα εξυπηρέτησης των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων από τα νοικοκυριά. Δεν έχουμε μπει ακόμη στο κυρίως θέμα.
Και σήμερα, που θα έπρεπε η Κυβέρνηση να εισηγηθεί ένα σχέδιο διαχείρισης της κρίσης, ένα σχέδιο ενίσχυσης, με ρευστότητα, της πραγματικής οικονομίας, έρχεται υπόλογη, με καθόλου πειστικές εξηγήσεις, να μας πει ότι δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση, ότι δεν ευθύνεται για τις παλινδρομίσεις, δεν ευθύνεται για όλα όσα συνέβησαν τον τελευταίο τουλάχιστον μήνα, που ήταν ένας μήνας τραγελαφικός για τη σχέση της Κυβέρνησης με το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Είναι αδιανόητο όλες αυτές τις εβδομάδες η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, να μην έχει ανακοινώσει για κάθε τράπεζα ποια έπρεπε να είναι η κεφαλαιακή της επάρκεια, τι προβλήματα έχει σε σχέση με τον ισολογισμό της και τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της, τι γίνεται με την έκθεσή της σε κινδύνους στα Βαλκάνια, τι γίνεται με τα ομολογιακά δάνεια που έχει συνάψει, τι γίνεται με κρυφά, επικίνδυνα στοιχεία του χαρτοφυλακίου της, τι πρέπει να κάνει κάθε τράπεζα, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις διεθνείς απαιτήσεις και με βάση τα λογιστικά πρότυπα και με βάση τις κοινοτικές Οδηγίες και με βάση τις οδηγίες ΒΑΣΙΛΕΙΑ Ι, ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ και ούτω καθ’ εξής. Αυτό δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Είναι μονομερής και υπεύθυνη πολιτική πράξη εποπτείας που έπρεπε να έχει γίνει. Κι έπρεπε κάθε τράπεζα να έχει κληθεί να συμμορφωθεί με τις δικές της δυνάμεις. Και αν δεν μπορεί να συμμορφωθεί, όπου απαιτείται με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή με άλλα μέτρα, το κράτος θα έπρεπε να επέμβει δια νόμου και να αναγκάσει τις τράπεζες, υποχρεωτικά και ταυτόχρονα να ενταχθούν σε ένα ορθολογικό και διαφανές σχέδιο, όχι σχέδιο εξυπηρέτησης των τραπεζών, αλλά σχέδιο υποστήριξης της πραγματικής οικονομίας.

Είναι σκανδαλώδης η διάταξη του άρθρου 5, που εναποθέτει στην καλή διάθεση των τραπεζών την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας μέσω στεγαστικών δανείων και δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις «με ανταγωνιστικούς όρους». Είναι πραγματικά ντροπή να περιλαμβάνεται μια τέτοια λευκή διάταξη στο πιο κρίσιμο νομοθέτημα για την αντιμετώπιση της κρίσης της πραγματικής οικονομίας. Έχω προτείνει κατ’ επανάληψη, στο πλαίσιο των γενικότερων προτάσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., πως πρέπει μέσα στο νομοσχέδιο αυτό -που ούτως ή άλλως είναι ανεπαρκές και το καταψηφίζουμε- να περιλαμβάνεται η σύνδεση της υποστήριξης του τραπεζικού συστήματος με τη διοχέτευση της ρευστότητας στα νοικοκυριά και την πραγματική οικονομία, κυρίως στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, μέσω των μηχανισμών που έχουμε στην ελληνική έννομη τάξη, όπως είναι ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας και τα στεγαστικά δάνεια που χορηγεί, όπως είναι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τα στεγαστικά δάνεια που χορηγεί και κυρίως όπως είναι το Ταμείο Εγγυοδοσίας μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, με σωστούς όμως και γενναιόδωρους όρους και όχι με το μίζερο γραφειοκρατικό τρόπο που ώς τώρα χρησιμοποίησε το Υπουργείο Ανάπτυξης, προκειμένου να θέσει σε κίνηση το Ταμείο αυτό.

Είναι αδιανόητο τέτοιοι λευκοί, ατελέσφοροι νόμοι, να έρχονται προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων τη στιγμή που θα έπρεπε η Κυβέρνηση να δώσει ένα δείγμα υπευθυνότητας, να αξιοποιήσει, αν θέλετε, προς δικό της όφελος την ευκαιρία, αλλά βουτηγμένη μέσα στη δίνη των σκανδάλων και μέσα στην πολιτική της ανεπάρκεια, δεν μπορεί να κάνει ούτε αυτό που στοιχειωδώς επιβάλλεται για κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση, για κάθε κυβέρνηση μιας χώρας μέλους της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Έχετε -κύριε Υπουργέ, να το διαβιβάσετε αυτό στον κ. Αλογοσκούφη- το περιθώριο να αποσύρετε το νομοσχέδιο, να το διαμορφώσετε σωστά ως ένα διαφανές, σύγχρονο και ολοκληρωμένο νομοθέτημα ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας και να το ξαναφέρετε ζητώντας τη στήριξη όλων των κομμάτων, ζητώντας τη στήριξη των παραγωγικών δυνάμεων και της ελληνικής κοινωνίας. Αν δεν το κάνετε αυτό, κινείστε ερήμην της ιστορικής σας ευθύνης. Δεν έχετε αίσθηση του μεγέθους του προβλήματος που καλείστε να διαχειριστείτε. Είστε κατώτεροι των περιστάσεων.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2008