3 Οκτωβρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση επί της αρχής, των άρθρων, των τροπολογιών και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Οργάνωση συστήματος ελέγχου για τη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του Κρατικού Προϋπολογισμού και των εκτός του Κρατικού Προϋπολογισμού φορέων και άλλες διατάξεις».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, το γεγονός ότι η Κυβέρνηση εισάγει ένα νομοσχέδιο για τη δήθεν χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού παράλληλα και ταυτόχρονα με τη διάχυτη σκανδαλολογία που δηλητηριάζει το δημόσιο βίο, την επομένη ημέρα της κατάθεσης αυτού του προσχεδίου δήθεν προϋπολογισμού και λίγες ημέρες μετά τη ξαφνική εξαγγελία της ραγδαίας και εφάπαξ αύξησης του Α.Ε.Π. κατά 25% περίπου –κάτι που αλλοιώνει όλα τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας- συνιστά μία πολιτική πρόκληση.

Είναι προκλητική η ενέργεια της Κυβέρνησης να ανοίξει στη Βουλή μια συζήτηση για «δημοσιονομική χρηστή διαχείριση» ενός μη υφιστάμενου προϋπολογισμού, γιατί από τότε που ανέλαβε η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας –και αυτός είναι κατ’ ουσίαν ο τέταρτος προϋπολογισμός που διαχειρίζεται- έχει καταφέρει να καταστήσει την Ελλάδα τη μόνη ίσως ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει πραγματικό προϋπολογισμό. Έχει έναν εκ γενετής εικονικό προϋπολογισμό.

Για τον προϋπολογισμό του 2006 σας θυμίζω ότι οι βασικές παραδοχές του προσχεδίου άλλαξαν τρεις φορές πριν φθάσουμε στο οριστικό σχέδιο του προϋπολογισμού. Και τώρα έχουμε ένα προσχέδιο προϋπολογισμού εξ ορισμού και εκ γενετής ανακριβές και θνησιγενές γιατί όλα τα μεγέθη του υπολογίζονται με βάση το παλιό Α.Ε.Π., ενώ ήδη έχει εξαγγελθεί και επιδιώκεται ως πολιτικός στόχος της Κυβέρνησης η αναπροσαρμογή εφάπαξ κατά 25% εν έτει 2007, ενώ κάλλιστα αυτό θα μπορούσε να έχει γίνει μόλις ανέλαβε, από το 2004, μια που η διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη.

Συνιστά πολιτική πρόκληση να έρχεται η Κυβέρνηση και να ομολογεί ότι πριν από δυόμισι χρόνια εν ψυχρώ προέβη σε μία πολιτική εξαπάτηση, όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της EUROSTAT, αλλά της ελληνικής κοινωνίας με κριτήρια καθαρά μικροκομματικά προκειμένου να υπονομεύσει το έργο, τα πεπραγμένα και την πολιτική μνήμη των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ κάνοντας το εξής κορυφαίο ως πολιτική απάτη: Προέβη σε «απογραφή», δηλαδή σε αναπροσαρμογή, δηλαδή σε διόγκωση του δημοσιονομικού ελλείμματος των προηγουμένων ετών. Φυσικά το δημοσιονομικό έλλειμμα αποτυπώνεται ως κλάσμα, ως ποσοστό επί του Α.Ε.Π. Και έκανε αναπροσαρμογή, δηλαδή δήθεν «απογραφή» του αριθμητή του κλάσματος αυτού αφήνοντας σταθερό τον παρανομαστή του κλάσματος, το Α.Ε.Π.. Το οποίο ήξερε εκείνη τη στιγμή που το έκανε αυτό ότι τελεί υπό αναπροσαρμογή, με βάση τον ισχύοντα Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις έρευνες πεδίου που οργάνωνε η Στατιστική Υπηρεσία και βέβαια τα διαρθρωτικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία δεν προέκυψαν στο μεταξύ, υπήρχαν προ πολλού. Άλλωστε έτος βάσης είναι το 2000.

Πάνω σ’ αυτήν, όμως, την πολιτική απάτη της δήθεν “απογραφής”, οικοδομήθηκε ένας γιγαντιαίος μηχανισμός αρνητικής αναδιανομής του εθνικού εισοδήματος εις βάρος όχι μόνο των φτωχότερων και αδύναμων στρωμάτων που προσφεύγουν σε επιδόματα, αλλά εις βάρος, κυρίως, των μεσαίων στρωμάτων που είναι το μεγάλο θύμα της κυβερνητικής πολιτικής.

Και, βεβαίως, το μεγάλο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας και το μεγάλο πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής της χώρας, εκεί εντοπίζεται, δηλαδή, στη δυσπραγία των μεσαίων στρωμάτων που βλέπουν τα εισοδήματά τους να μην επαρκούν με βάση τις ανάγκες τους και τις προδιαγραφές ζωής που έχουν διαμορφώσει, ζώντας σ’ αυτήν την «καταραμένη», σύμφωνα με την αντίληψη της Κυβέρνησης, Ελλάδα των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση ψεύδεται όταν συζητά για δήθεν χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του κρατικού προϋπολογισμού, γιατί αυτό που κατάφερε να κάνει είναι η απατηλή και κοινωνικά σκανδαλώδης διαχείριση του προϋπολογισμού. Αυτό που χρειάζεται είναι χρηστή κοινωνική διαχείριση του προϋπολογισμού. Και αυτό δεν υπήρξε σε κανέναν προϋπολογισμό, ούτε του 2005 ούτε του 2006 ούτε πολύ περισσότερο στο προσχέδιο του 2007.
Ας δεχθούμε τη συλλογιστική της Κυβέρνησης και ας υποθέσουμε ότι, πράγματι, το Α.Ε.Π. είναι αυξημένο κατά 25%. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι όλες οι εισοδηματικές, κοινωνικές, περιφερειακές και αναπτυξιακές ανισότητες στην Ελλάδα είναι και αυτές διογκωμένες, τουλάχιστον, κατά 25%. Τώρα αναδεικνύονται ανάγλυφα αυτές οι ανισότητες και τώρα καθίσταται πολύ πιο έκθετη κοινωνικά και πολιτικά η Κυβέρνηση που υποσχέθηκε προεκλογικά, αφειδώς και δημαγωγικά, μέτρα άρσης των ανισοτήτων και διόγκωσε τα τρία τελευταία χρόνια τις ανισότητες κατά τρόπο πρωτοφανή και προκλητικό.
Τώρα δεν θα φανεί ότι οι συνολικές κοινωνικές μας δαπάνες ως ποσοστό του Α.Ε.Π. είναι πολύ μικρότερες; Δεν θα φανεί ότι είναι πολύ μικρότερες από το μέσο ευρωπαϊκό όρο; Τώρα δεν θα φανεί ότι οι δαπάνες για υγεία είναι πολύ μικρότερες; Τώρα δεν θα φανεί ότι οι δαπάνες για την εκπαίδευση είναι συντριπτικά μικρότερες και πολύ απέχουν από τις προεκλογικές υποσχέσεις του κ. Καραμανλή;

Με ποιο επιχείρημα θα απαντήσει η Κυβέρνηση τώρα στα αιτήματα του διδασκαλικού και, γενικότερα, του εκπαιδευτικού κόσμου, όταν και αριθμητικά είναι μειωμένο το ποσοστό δαπανών για την παιδεία σε σχέση με το Α.Ε.Π., χωρίς προσαρμογή του Α.Ε.Π. στο προσχέδιο του προϋπολογισμού; Και φυσικά, αν ενσωματωθεί η αύξηση του Α.Ε.Π., οι δαπάνες για την παιδεία ως ποσοστό του θα είναι ακόμα μικρότερες.

Πώς θα λειτουργήσουν τα σχολεία και πώς θα γυρίσουν οι δάσκαλοι με αξιοπρέπεια στους μαθητές τους, για να διδάξουν τις αρχές της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και ευαισθησίας; Πώς θα επενδύσετε και πώς θα επενδύσουμε όλοι στη νέα γενιά και στο διανοητικό κεφάλαιο της χώρας;
Με τέτοιου είδους ενέργειες που διαμορφώνουν το περιβάλλον, τα συμφραζόμενα αυτού του νομοσχεδίου, το να συζητάμε τώρα για δημοσιονομική γραφειοκρατία και για τυπικές διαδικασίες στο Υπουργείο των Οικονομικών, είναι πραγματικά όχι απλώς περιττό, αλλά είναι πρόκληση και σκάνδαλο.

Θα μου πείτε το εξής: Το νομοσχέδιο, πράγματι, αυτό το σκοπό έχει; Όχι. Είναι το όχημα για τις αυξήσεις της φορολογίας, στις οποίες αναφέρθηκαν προηγουμένως οι συνάδελφοί μου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ο κ. Μάνος, για τα τσιγάρα, για την κινητή τηλεφωνία, για όλα όσα συνιστούν εκδήλωση της δημοσιονομικής ανεπάρκειας της Κυβέρνησης και του δημοσιονομικού της πανικού, αλλά κυρίως εκδήλωση της εμμονής της Κυβέρνησης σ’ αυτήν τη μεγάλη δημοσιονομική εισοδηματική, αναπτυξιακή και κοινωνική αδικία που συντελείται χωρίς λόγο στον τόπο αυτό.
Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006