13 Ιουνίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης: «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του ν. 2472/1977».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο εισηγητής μας κ. Κοσμίδης δήλωσε τη θέση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που είναι θετική επί της αρχής.

Το νομοσχέδιο εμφανίζεται ως τεχνικό, ως μεταφορά μίας κοινοτικής οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη. Εν τούτοις, πίσω και από τα πιο απλά και τεχνικά ζητήματα, κρύβονται, πελώρια πολλές φορές, πολιτικά ερωτηματικά.

Είναι προφανές ότι η κατάθεση αυτού του τεχνικού νομοσχεδίου καθυστέρησε υπέρμετρα. Δεν πρόκειται όμως, για μία τεχνικού και γραφειοκρατικού χαρακτήρα καθυστέρηση. Ο χρόνος της καθυστέρησης είναι το κρίσιμο διάστημα του μεγάλου σκανδάλου των υποκλοπών και του εξίσου μεγάλου σκανδάλου των Πακιστανών. Η Κυβέρνηση και προσωπικά ο παριστάμενος Υπουργός Δικαιοσύνης, ήταν απολύτως ενήμεροι και για τα δύο ζητήματα. Η ίδια δε η Κυβέρνηση είναι ο αυτουργός του σκανδάλου της συγκάλυψης των υποκλοπών, εάν θέλουμε να μείνουμε σ’ αυτό που είναι ήδη αποδεδειγμένο και προφανές. Τα άλλα θα προκύψουν στη συνέχεια της έρευνας.

Άρα, το γεγονός ότι η Κυβέρνηση καθυστέρησε τη μεταφορά αυτής της κρίσιμης οδηγίας στο εσωτερικό μας δίκαιο, είναι απόδειξη ενοχής στο μεγάλο σκάνδαλο της συγκάλυψης των υποκλοπών και ως ένα βαθμό και γύρω από το ζήτημα των Πακιστανών, τα προσωπικά δεδομένα των οποίων, επίσης, παραβιάστηκαν κατά τρόπο βάναυσο.

Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι το διάστημα της καθυστέρησης στην κατάθεση και ψήφιση αυτού του δήθεν τεχνικού νομοσχεδίου, είναι το διάστημα της συστηματικής αγνόησης εκ μέρους της Κυβέρνησης, μιας ολόκληρης, συνταγματικά προβλεπόμενης, ανεξάρτητης αρχής, της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Η Α.Δ.Α.Ε. προσβλήθηκε και υποτιμήθηκε από την Κυβέρνηση. Χαρακτηρίστηκε ανώριμη. Αποκλείστηκε από την άσκηση των συνταγματικά και νομοθετικά προβλεπομένων αρμοδιοτήτων της. Και έρχεται τώρα δήθεν η Κυβέρνηση, να ισχυριστεί με το νομοσχέδιο ότι αναβαθμίζει, προστατεύει, εξοπλίζει και κατοχυρώνει το ρόλο της Α.Δ.Α.Ε.. Η Α.Δ.Α.Ε. μπήκε στη σκηνή σε σχέση με τις υποκλοπές, διαμέσου της Βουλής, της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας και της Αντιπολίτευσης.

Και έκανε σε λίγους μήνες όσο έργο δεν μπόρεσε να κάνει η Αστυνομία, η Ε.Υ.Π. και η δικαστική εξουσία, η οποία είναι υπεύθυνη γι’ αυτή την πρωτοφανή καθυστέρηση και εξέλιξη μιας μακρόσυρτης προκαταρκτικής εξέτασης υπό την προσωπική εποπτεία του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος ήταν από τη δεύτερη μέρα ενήμερος. Η Α.Δ.Α.Ε. έχει καταθέσει εκθέσεις τα προηγούμενα χρόνια. Έχει ζητήσει συγκεκριμένες νομοθετικές συμπληρώσεις, έχει ζητήσει προσωπικό, έχει ζητήσει εξοπλισμό, έχει ζητήσει να διασφαλιστούν οι δυνατότητες άσκησης του έργου της. Η Κυβέρνηση αγνόησε όλα αυτά, αγνόησε τις εκθέσεις και άρα αγνόησε το Σύνταγμα, το προσέβαλε.

Και μη νομίζετε ότι η κατάσταση είναι καλύτερη σε σχέση με την Αρχή Προστασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Αυτή είναι μια πιο παλιά αρχή, έχει πιο γνωστά μέλη, έχει επιδείξει έργο, πριν εμφανιστεί με τεράστιο έργο και προσφορά η Α.Δ.Α.Ε., και δεν μπορεί να την υποτιμήσει ευθέως η Κυβέρνηση. Αλλά και τις εκθέσεις αυτής τις αγνοεί η Κυβέρνηση.

Υπάρχει, λοιπόν, επιτακτικό ζήτημα όχι ψήφισης ενός τεχνικού νομοσχεδίου δήθεν μεταφοράς μιας οδηγίας, αλλά επιτακτικό ζήτημα σεβασμού του Συντάγματος της χώρας, του άρθρου 9α και του άρθρου 19, δύο διατάξεων που μαζί με το άρθρο 5α είναι σημαντικά κεφάλαια του κεκτημένου της Αναθεώρησης του 2001. Και με την ευκαιρία αυτή πρέπει να διακηρύξει η Βουλή ότι με την Αναθεώρηση του 2001 και με την κοινή ψήφο των κομμάτων της Βουλής κινηθήκαμε κόντρα στο ρεύμα. Και ενώ το διεθνές και το ευρωπαϊκό ρεύμα τείνει προς την περιστολή των ελευθεριών και των δικαιωμάτων και προς τη μείωση των εγγυήσεων του απορρήτου, το ελληνικό Σύνταγμα κινήθηκε προς την κατεύθυνση της μείζονος διασφάλισης και του απορρήτου των επικοινωνιών και του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων και του ιδιωτικού βίου με διατάξεις καινοτομικές, πληρέστερες.

Και υπάρχει και πρόβλημα Κοινοτικού Δικαίου και δεν πρέπει να έχουμε αυτή την αφελή προσέγγιση ότι οτιδήποτε εκπορεύεται από τις Βρυξέλλες και τις κοινοτικές διαδικασίες είναι αυτόχρημα θετικό και προστατευτικό, διότι μπορεί υπό το πρόσχημα μιας δήθεν προστατευτικής οδηγίας να έχουμε κατά βάθος μείωση της προστασίας και προσβολή των δικαιωμάτων. Θα επικαλεστώ ένα κορυφαίο παράδειγμα. Πριν από μία εβδομάδα το δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με συντριπτική πλειοψηφία ακύρωσε τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών για τη διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων των επιβατών των υπερατλαντικών πτήσεων από την Ευρώπη προς την Αμερική. Και την ακύρωσε μεν για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά κατ’ ουσίαν την ακύρωσε, γιατί προσβάλλεται ο ευρωπαϊκός συνταγματικός πολιτισμός, οι κοινές αρχές των συνταγμάτων των κρατών-μελών, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και βεβαίως ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι κόλαφος για τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και για την επιτροπή και για το Συμβούλιο Υπουργών, αυτή η απόφαση του δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Και θα υπάρξουν και ανάλογες αποφάσεις του Στρασβούργου. Και αν δεν αντισταθούν αυτά τα δικαιοδοτικά όργανα πανευρωπαϊκού χαρακτήρα, θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση ως άτομα και ως πολίτες.

Και πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι εδώ δεν έχουμε μόνο να λύσουμε τεχνικά θέματα που αντιμετωπίζονται εύκολα, τι θα γίνει με τις σχέσεις των δύο αρχών. Το Σύνταγμα τα πάντα επιτρέπει, και μία ενιαία αρχή με πολλά τμήματα και κοινή ολομέλεια των αρχών όπου υπάρχει κοινό πεδίο αρμοδιότητας.

Πολλά μπορούν να γίνουν με ευελιξία και ευρηματικότητα, όταν έχουμε στόχο. Ο στόχος ποιος είναι; Ο στόχος είναι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του πολίτη στο κράτος - δικαίου. Εν έτει 2006, στην αυγή του 21ου αιώνα, εκεί που θεωρούσαμε αυτονόητο ότι σε ένα ευρωπαϊκό κράτος, όπως η Ελλάδα, δεν υπάρχει πρόβλημα εγγυήσεων κράτους - δικαίου και θεμελιωδών δικαιωμάτων, προκύπτει ζήτημα προσωπικής ασφάλειας και προσωπικής ελευθερίας, προκύπτει ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 6 με συλλήψεις και κατακρατήσεις παρά το Σύνταγμα, προκύπτει ζήτημα με το άρθρο 9 και τα προσωπικά δεδομένα, με το άρθρο 19 και το απόρρητο των επικοινωνιών για πολλοστή φορά. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη του πολίτη στο κράτος - δικαίου, και άρα η Κυβέρνηση έχει τεράστια ευθύνη. Και ο μιθριδατισμός, η σταδιακή δηλητηρίαση του φρονήματος του πολίτη, που γίνεται ηττοπαθής και συμβιβάζεται με την ιδέα ότι δεν μπορεί να προστατευθεί ό,τι και να γίνει, είναι το μαλακό υπογάστριο μιας κοινωνίας της διακινδύνευσης και της ανασφάλειας, η οποία δεν μπορεί με αξιοπρέπεια να διεκδικήσει τα στοιχειώδη και παραδοσιακά δικαιώματά της, πριν διεκδικήσει τα πιο σύγχρονα δικαιώματα.

Άρα η ευθύνη της Κυβέρνησης είναι τεράστια και δεν καλύπτει τα κενά και τις ευθύνες με τεχνικού χαρακτήρα μερεμέτια. Υπάρχει ευθύνη υψίστου πολιτικού επιπέδου, η οποία πρέπει να αναληφθεί και θα αναληφθεί όχι βεβαίως με τη διαδικασία του νομοθετικού έργου, αλλά και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας και στα άλλα όργανα ελέγχου που προβλέπει το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, γιατί αν μη τι άλλο οφείλετε, κύριε Υπουργέ –και απευθύνομαι και στον Πρωθυπουργό διά του αρμοδίου Υπουργού- να παραδώσετε τη χώρα από πλευράς προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων στο σημείο που την παραλάβατε, όχι πολύ πιο πίσω όπου και την πήγατε.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006