30 Ιουνίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση επί των άρθρων των τροπολογιών και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών «Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις».


 

Κύριε Πρόεδρε, παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες μια πολύ ενδιαφέρουσα και ζοφερή, θα έλεγα, κλιμάκωση της συζήτησης γύρω από το ασφαλιστικό των τραπεζών, αλλά εν τέλει και γύρω από το συνολικό ασφαλιστικό ζήτημα που αντιμετωπίζει και η χώρα μας και όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην αρχή είχαμε να αντιμετωπίσουμε μία ρύθμιση, που την κατακρίνουν όλοι ως αντισυνταγματική, κραυγαλέα, αντικοινωνική και ανεφάρμοστη. Αυτό, όμως, δεν είναι τίποτε μπροστά στο επόμενο πρόβλημα που προέκυψε, που είναι η συνολική παγίδευση των εργαζομένων και των συνταξιούχων με όχι την ένταξη, αλλά τη στοίβαση των ταμείων στο ΙΚΑ. Όλοι στοιβάζονται στο ΙΚΑ. Όλα υποτίθεται ότι παραπέμπονται στον κρατικό προϋπολογισμό.

Ανοίγει τυφλά η Κυβέρνηση τη συζήτηση για το ασφαλιστικό, χωρίς αναλογιστικές μελέτες, χωρίς πρόταση. Ενσταλάζει, όπως είπα και χθες, την ιδεολογική αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι οι ίδιοι και οι συνταξιούχοι από τις σάρκες τους θα δώσουν εσωτερική λύση στο μακροπρόθεσμο ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας και βέβαια όλα επαφίενται σε μία μελλοντική νομοθετική ρύθμιση, όπως πολύ ωραία είπε ο κ. Ανδρουλάκης προηγουμένως.

Αυτό βέβαια είναι κάτι που το αναμέναμε από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία τώρα προσχώρησε στις γνωστές κλασικές αντιλήψεις της ελληνικής Δεξιάς στη φιλελεύθερη εκδοχή της, στην εκδοχή του κ. Μητσοτάκη, και πορεύεται με μεγαλύτερη «αυτοπεποίθηση», με μεγαλύτερη «άνεση», με μεγαλύτερο «δυναμισμό».

Από τότε που ο κ. Καραμανλής εγκατέλειψε τις θεωρίες του για μετριοπάθεια και κοινωνικό κέντρο, έχει βρει τον εαυτό του, το ρυθμό του. Είναι ένας Πρωθυπουργός της ελληνικής Δεξιάς παράταξης, που εφαρμόζει με αταβισμό αυτά που επιχείρησε να εφαρμόσει η Κυβέρνηση του κόμματός του κατά την παράδοξη και τραγική τελικά για την οικονομία της χώρας τριετία 1990-1993.

Αυτά τα είπαμε όλες αυτές τις μέρες. Τώρα προκύπτει, από χθες έως σήμερα, μείζον ηθικό και θεσμικό ζήτημα. Προκύπτει ότι η Κυβέρνηση δεν κάνει απλώς μια βλαπτική και αντιλαϊκή ρύθμιση. Προκύπτει ότι διαπραγματεύεται ή για την ακρίβεια εκχωρεί τη νομοθετική της πρωτοβουλία και ουσιαστικά τη νομοθετική αρμοδιότητα της Βουλής σε συγκεκριμένες τραπεζικές επιχειρήσεις. Αυτό είναι μείζον ζήτημα συνταγματικής τάξης. Τίθεται ουσιαστικά πρόβλημα δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.

Ο κ. Αλογοσκούφης έχει μείνει άφωνος μπροστά στα θέματα που θέτει ο πρώην Αρχηγός της παράταξης στην οποία ανήκει και εκτοξεύει βέλη χωρίς κανένα λόγο και χωρίς καμία σημασία σε στελέχη και Βουλευτές της Αντιπολίτευσης, γιατί δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το τεράστιο ηθικό ζήτημα που έχει προκύψει.

Αποδεικνύεται πλέον, όχι απλά και μόνο με παρατηρήσεις στους ισολογισμούς ή με σκέψεις βασισμένες στην κοινή λογική που μπορεί να κάνει ο καθένας, ότι υπήρξε συναλλαγή όχι προσωπικού χαρακτήρα, αλλά πολιτική συναλλαγή σκανδαλώδης, η οποία πλήττει τα θεμέλια της διαφάνειας, της δημοκρατίας, της ισονομίας και του κράτους δικαίου. Αυτό φαίνεται από τη στάση που έχει επισήμως η Κυβέρνηση σε σχέση με το νομοσχέδιο μέχρι και την υστάτη ώρα.

Με την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια ο κ. Αλογοσκούφης με προφορική προσθήκη στο άρθρο 59 περίπτωση γ΄, διευκόλυνε ακόμη περισσότερο τις τράπεζες σε σχέση με τις υποχρεώσεις που έχουν ως προς τα επικουρικά ταμεία. Σε σχέση με τα κύρια ταμεία, είναι δεδομένη η διευκόλυνση. Την αποτίμησε ο κ. Βαρθολομαίος σε εννέα δισεκατομμύρια.

Έρχεται τώρα και απαντά διά της υπεκφυγής στο θέμα που έθεσε στην αρχή της συνεδρίασης ο κ. Έβερτ για το αν η δαπάνη του ΕΤΕΑΜ λόγω της ένταξης των ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων θα καλυφθεί από τις τράπεζες -όχι σε δέκα, αλλά σε τριάντα χρόνια με τη ρύθμιση που έκανε ο κ. Αλογοσκούφης- τουλάχιστον εντόκως. Και τι μας λέει ο κ. Αλογοσκούφης; «Γιατί να πω «εντόκως»; Ειδική οικονομική μελέτη θα προσδιορίσει το ύψος της δαπάνης».

Μα, η λέξη «δαπάνη» είναι μια πονηρή υπεκφυγή. Θα έπρεπε η διάταξη αυτή στο άρθρο 59 περίπτωση γ’ να αναφέρεται στην κάλυψη του αναλογιστικού ελλείμματος που θα προκύψει από την ένταξη των επικουρικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων. Αν έχει σθένος η Κυβέρνηση, ας αντικαταστήσει τη λέξη «δαπάνη» στην περίπτωση γ’ του άρθρου 59 με τον όρο «αναλογιστικό έλλειμμα», για να αποδειχθεί ποιο είναι το συγκεκριμένο οικονομικό όφελος του τραπεζικού συστήματος και λόγω μη εγγραφής στους ισολογισμούς και λόγω της χρηματοοικονομικής εκμετάλλευσης μεγάλων ποσών για μεγάλο χρονικό διάστημα και λόγω της μετατροπής του συστήματος σε σύστημα εγγυημένων εισφορών από σύστημα εγγυημένων παροχών.

Υπάρχει, όμως, κύριε Πρόεδρε, και άλλο εξίσου σημαντικό ζήτημα ηθικής, πολιτικής και οικονομικής τάξης. Ποιο είναι το βασικό επιχείρημα της Κυβέρνησης; Ότι όλα αυτά γίνονται για να καλυφθεί η ανάγκη υποστήριξης και διάσωσης της Εμπορικής και της Αγροτικής που τώρα ανήκουν κατά πλειοψηφία στο ελληνικό δημόσιο. Παρακολουθούμε όμως μία συστηματική και καλά οργανωμένη επιχείρηση χρηματιστηριακής και οικονομικής απαξίωσης της Εμπορικής Τράπεζας, που είναι κατά βάθος η λεία του όλου σχεδίου με το νέο κύμα συγχωνεύσεων και εξαγορών στον τραπεζικό τομέα.

Η απαξίωση γίνεται, όταν διεκτραγωδεί ο ίδιος ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών από του Βήματος της Βουλής τα οικονομικά στοιχεία της Εμπορικής Τράπεζας, όταν δημιουργεί αυτήν την εικόνα πανικού, όταν ουσιαστικά απαξιώνει τη μετοχή και την πιέζει προς τα κάτω. Άρα, από τη μια το ελληνικό δημόσιο αναλαμβάνει τα βάρη, δηλαδή ο φορολογούμενος και ο ασφαλισμένος, από την άλλη η μετοχή απαξιώνεται, ώστε η λεία της Εμπορικής Τράπεζας να είναι και καθαρή και φθηνή.

Ε, όχι, κύριε Πρόεδρε! Η Κυβέρνηση δεν θα προσφέρει σε αυτούς που εξυπηρετεί μία λύση η οποία είναι και καθαρή και φθηνή. Και όπως αντιστέκεται ο κ. Έβερτ, έτσι καλούνται όλοι οι Βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να συνειδητοποιήσουν ότι καθίστανται χωρίς τη βούλησή τους συμμέτοχοι σε αυτό το τεράστιο ηθικό, θεσμικό και οικονομικό πρόβλημα που δημιουργείται.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005