20 Απριλίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς».

 


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, το νομοσχέδιο που συζητούμε, αφορά, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του τίτλου του, την προστασία και άρα την αξιοπιστία της κεφαλαιαγοράς. Πρόκειται πράγματι για ένα νομοσχέδιο, που στα βασικά του σημεία το διαπραγματεύτηκε στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το επεξεργάστηκε η προηγούμενη κυβέρνηση, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο συμβατικού περιεχομένου. Τέτοιες ρυθμίσεις υπάρχουν, πρέπει να υπάρχουν και να λειτουργούν. Αλλά είναι δυνατόν να μιλούμε για προστασία και αξιοπιστία ενός τμήματος της οικονομίας, της κεφαλαιαγοράς, εάν δεν έχουμε ένα κλίμα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης συνολικά στην εθνική οικονομία;

Προφανώς και ματαιοπονούμε όταν ασχολούμαστε με τέτοιου επιπέδου ρυθμίσεις, όταν, δηλαδή, διυλίζουμε τον κώνωπα και έχουμε καταπιεί και καταπίνουμε καθημερινά την κάμηλο του προβλήματος αναξιοπιστίας, δυσπιστίας, απαισιοδοξίας και απογοήτευσης, που έχει διαμορφωθεί στο χώρο της ελληνικής οικονομίας.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, παρακολούθησα και εγώ χθες από τα Μέσα Ενημέρωσης τη βαρυσήμαντη, υποτίθεται, ομιλία του κυρίου Πρωθυπουργού στο συνέδριο του «ECONOMIST». Άκουσα μία ομιλία που ήταν η επιτομή των ίδιων και των ίδιων πραγμάτων. Άκουσα έναν Πρωθυπουργό να επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά τα ίδια αόριστα, γενικόλογα, κοινότοπα πράγματα, τις ίδιες διαπιστώσεις που κάνει οποιοσδήποτε Έλληνας συζητά με τους φίλους του στο σαλόνι του σπιτιού του ή στο καφενείο. Άκουσα τις ίδιες και τις ίδιες εξαγγελίες, αλλά δεν άκουσα τον ενσυνείδητο, συγκεκριμένο και υπεύθυνο λόγο ενός Πρωθυπουργού, που αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει στη χώρα που έχει υποχρέωση να κυβερνήσει και στην οποία έχει την υποχρέωση να προσφέρει κάτι, σεβόμενος αυτό που παρέλαβε από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Ο κ. Καραμανλής, δυστυχώς, ως Αρχηγός της Αντιπολίτευσης, δεν κατανόησε και δεν σεβάστηκε τις δυσκολίες των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, που είχαν μεγάλους στόχους και ως Πρωθυπουργός δεν κατανόησε τι παρέλαβε και βεβαίως ούτε σέβεται ούτε διασφαλίζει το κεκτημένο της χώρας, γιατί εάν οικοδομούσε πάνω σ’ αυτό, θα είχε προόδους και η Κυβέρνησή του και ο ίδιος, ενώ εδώ κινδυνεύει με καταρράκωση η Κυβέρνηση του, αλλά και με υποβάθμιση και με έκπτωση, που θα κοστίσει πολλά χρόνια δουλειάς, η εθνική οικονομία και η χώρα.

Αναρωτιέμαι: Ο επιχειρηματικός κόσμος, που άκουσε τη χθεσινή ομιλία του κ. Καραμανλή, τι αντελήφθη; Αντελήφθη ότι υπάρχει μία κυβέρνηση, η οποία μπορεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο αναπτυξιακής λειτουργίας της οικονομίας; Όχι βεβαίως! Νομίζω ότι όλα αυτά προκαλούν απλώς ανία, αμηχανία και φοβία στην ελληνική οικονομία.

Ο καταναλωτής, ο απλός πολίτης, το νοικοκυριό, τι μήνυμα εισέπραξε από την τοποθέτηση του κ. Καραμανλή; Ότι υπάρχει μία κυβέρνηση που δίνει τη μάχη της ακρίβειας, που δίνει τη μάχη για το πραγματικό εισόδημα του κάθε νοικοκυριού; Όχι βεβαίως! Εδώ ο καθένας είναι δύσπιστος απέναντι στα δεδομένα της Στατιστικής Υπηρεσίας, γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι οι τιμές του πληθωρισμού, που εμφανίζονται επισήμως, έχουν κάποια σχέση με την πραγματικότητα της αγοράς, με την πραγματικότητα της ακρίβειας.

Ο μισθωτός, ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, ο ασφαλισμένος τι εισέπραξε από την ομιλία του κ. Καραμανλή ή και από την τοποθέτηση του κ. Αλογοσκούφη διά των εφημερίδων τις τελευταίες μέρες, μέσω της διαμάχης του με τον κ. Παναγιωτόπουλο και με τη σημερινή του αγόρευση πριν από λίγο εδώ, από το Βήμα αυτό; Ότι η μείζον διαρθρωτική αλλαγή της εθνικής οικονομίας, είναι να ανοίξει η Κυβέρνηση ξανά τη μακρόπνοη συζήτηση για το ασφαλιστικό, δηλαδή, να δημιουργήσει αίσθημα βαθιάς ανασφάλειας στους ασφαλισμένους και να ανοίξει και τη συζήτηση για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, δηλαδή, για την επιδείνωση των όρων εργασίας.

Εάν αυτά είναι οι βασικές παραδοχές του κ. Καραμανλή και του κ. Αλογοσκούφη, ότι το πρόβλημα του αδιεξόδου της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης, που επιδεινώθηκε με την περιβόητη απογραφή και με τη μάχη του «Βασικού Μετόχου», θα το λύσει ο κ. Καραμανλής μειώνοντας τις αποδοχές, ή επιδεινώντας τους όρους εργασίας ή δημιουργώντας ανασφάλεια στους εργαζομένους, τότε και ο κ. Καραμανλής και το οικονομικό του επιτελείο είναι μακριά νυχτωμένοι και πάρα πολύ γελασμένοι.

Φαίνεται η διβουλία, η αμφιθυμία και η αμηχανία της Κυβέρνησης. Η Κυβέρνηση θέλει να συνεχίζει τον ωραίο προεκλογικό της λόγο που υπόσχεται κοινωνικές παροχές, θέλει, δηλαδή, να εμφανίζεται ως ένα κόμμα της λαϊκής δεξιάς, ενώ βεβαίως οι βαθύτερες σκέψεις, οι βαθύτερες πεποιθήσεις και οι ουσιαστικοί σχεδιασμοί σε όλα τα πεδία -φορολογικό, ασφαλιστικό, εργασιακά- είναι σχεδιασμοί βαθύτατοι νεοφιλελεύθεροι.

Η νεοφιλελεύθερη απειλή υπάρχει. Τη συγκαλύπτει ο κ. Καραμανλής. Προσπαθεί να διασφαλίσει τη ρητορεία ενός φιλολαϊκού συντηρητικού ηθικίζοντος προσώπου της δεξιάς, αλλά τα γενετικά χαρακτηριστικά της ελληνικής συντηρητικής παράταξης υπάρχουν, αποκαλύπτονται και θέλουν να αναδυθούν, θέλουν να έρθουν στην επιφάνεια και έρχονται στην επιφάνεια με αυτού του είδους τις πρωτοβουλίες και αυτού του είδους τις εξαγγελίες.

Άρα λοιπόν, κύριοι της Κυβέρνησης, ασχοληθείτε μ΄ αυτό που σας λείπει. Σας λείπει αναπτυξιακό μοντέλο, σας λείπει σχέδιο και σας λείπει κυρίως η πολιτική ικανότητα αποτελεσματικής διαχείρισης των καταστάσεων και των κρίσεων. Η αγορά έχει ένστικτο. Ο πολίτης έχει ένστικτο. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής, της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής οικονομίας, είναι η πολιτική ανεπάρκεια της Κυβέρνησης. Όταν μια κυβέρνηση δεν έχει σχέδιο, δεν έχει χρονοδιάγραμμα, δεν έχει έλεγχο των χειρισμών της, δεν έχει έλεγχο του εαυτού της και των εσωτερικών της σχέσεων, δεν μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, όχι στην κεφαλαιαγορά, αλλά φυσικά εμπιστοσύνη στην πραγματική οικονομία και στους κοινωνικούς εταίρους.
Διότι, τι μας λέει η Κυβέρνηση; Υπό το πρόσχημα του δήθεν κοινωνικού διαλόγου και της δήθεν αλληλογραφίας του κ. Αλογοσκούφη με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, έρχεται και εκφράζει όχι απλώς τη δυσπιστία του αλλά την απέχθειά του προς τα αποτελέσματα του κοινωνικού διαλόγου και της συλλογικής διαπραγμάτευσης.

Αντί να σεβαστεί και να εφαρμόσει συγκεκριμένους όρους της ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, τα αγνοεί όλα αυτά και ανοίγει συζητήσεις και μέτωπα, τα οποία δεν λαμβάνουν υπόψη ένα βασικό δεδομένο, ότι χωρίς κοινωνική ειρήνη δεν διασφαλίζεις την εφαρμογή καμιάς μεγάλης απόφασης. Και αυτό που κινδυνεύει να πάθει ο κ. Καραμανλής είναι να χάσει αυτό το νήμα της κοινωνικής ειρήνης στη χώρα μας. Γιατί όλα αυτά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αφορούν φυσικά τον πυρήνα της πραγματικής οικονομίας.

Ο κ. Αλογοσκούφης έκανε μια συμβατική ομιλία δεκαπέντε λεπτών προηγουμένως, δήθεν για να παρουσιάσει τα πλεονεκτήματα και τα κύρια σημεία του νομοσχεδίου που εισηγείται, ενώ αυτό που θέλησε να κάνει είναι να απαντήσει στις δηλώσεις του κ. Σουφλιά στη χθεσινή ομιλία του στο Τεχνικό Επιμελητήριο.

Ο κ. Σουφλιάς, που χειρίζεται τον κύριο όγκο των δημοσίων επενδύσεων, που ξέρει τι σημαίνει ροή χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που νιώθει στο πετσί του τις επιπτώσεις από την αδιέξοδη τακτική της Κυβέρνησης και στην απογραφή και στο λεγόμενο «Βασικό Μέτοχο», ουσιαστικά είπε χθες, μιλώντας στη νύφη για να το ακούσει η πεθερά ή το αντίστροφο, ότι φυσικά το πρόβλημά του είναι η έλλειψη μακροοικονομικού σχεδιασμού, η έλλειψη σχεδίου ανάπτυξης. Δηλαδή, ουσιαστικά το πρόβλημά του στο ΥΠΕΧΩΔΕ είναι η σχέση του με το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης, με έναν Πρωθυπουργό απόντα, ο οποίος θεωρεί ότι είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας και μπορεί να κάνει ψυχωφελείς και ηθικολογικές παρατηρήσεις ή να εκφράζει κατά καιρούς, άμεσα ή έμμεσα, την ψυχική του κατάσταση και τις αντιδράσεις του απέναντι στα φαινόμενα, ωσάν να είναι τουρίστας που επισκέπτεται τη χώρα.

Ο Πρωθυπουργός όμως δεν είναι στη θέση του προκειμένου να καταγράφει και να εκδηλώνει με ρητορικό τρόπο την ψυχική του κατάσταση σε σχέση με τα συμβαίνοντα στη χώρα, αλλά είναι εκεί που είναι ως εντολοδόχος του ελληνικού λαού προκειμένου να διαμορφώνει καταστάσεις και όχι να περιγράφει καταστάσεις.

Είναι μέσα στο γήπεδο. Δεν είναι ένας συντάκτης που περιγράφει τον αγώνα που δίνει η χώρα στην οικονομία, στην κοινωνία, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Νομίζω ότι υπάρχει, λοιπόν, ένα τέτοιο πρόβλημα ρόλου και αίσθησης ρόλου της Κυβέρνησης και βεβαίως αντιλαμβάνομαι με πολύ μεγάλη συμπάθεια το πρόβλημα του κ. Σουφλιά, το πρόβλημα του κ. Αλογοσκούφη, τα αδιέξοδα τα οποία έχει ο κάθε Υπουργός. Αλλά το πρόβλημα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, της οικονομίας και το πρόβλημα του κοινού αισθήματος της χώρας είναι ότι ο Πρωθυπουργός παρέλαβε μια χώρα αισιόδοξη, με ρυθμό ανάπτυξης, πριν από δεκατέσσερις μήνες, είχε μπροστά του εκπληκτικές, μοναδικές δυνατότητες, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες, είχε μια εκτεταμένη και γενναιόδωρη περίοδο χάριτος στα χέρια του και κατάφερε μετά από δεκατέσσερις μήνες να έχει μία χώρα η οποία είναι βαθιά απαισιόδοξη, βαθιά απογοητευμένη, χωρίς ορίζοντα, χωρίς προοπτική. Δεν υπάρχει χειρότερο πολιτικό ζήτημα, πιο επικίνδυνο για μια κυβέρνηση, απ΄ αυτήν τη διάχυτη απαισιοδοξία και απογοήτευση. Αυτό είναι ένα πρόβλημα ουσιαστικής κοινωνικής και πολιτικής νομιμοποίησης της Κυβέρνησης.

Το αίσθημα του κόσμου είναι πολύ ισχυρότερο και πολύ πιο σαρωτικό, όταν εκδηλωθεί από την πολιτική και εκλογική βούληση της κοινωνίας.
Κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης, το πρόβλημα είναι πρόβλημα δικό σας, πρόβλημα σχεδίου, πρόβλημα ικανότητας, πρόβλημα αίσθησης ευθύνης. Αν αυτά δεν τα διορθώσετε –που δεν μπορείτε να τα διορθώσετε- μην ασχολείστε με την κεφαλαιαγορά και με δευτερεύοντα πράγματα.
Το πρόβλημα είναι πρωτεύον. Αφορά τον Πρωθυπουργό, την πολιτική του, την αίσθηση ευθύνης που δυστυχώς δεν έχει. Το πρόβλημα δεν είναι συμβατικές ρυθμίσεις, όπως αυτές που ψηφίζουμε με το παρόν νομοσχέδιο. Ευχαριστώ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005