4 Απριλίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών: «Κύρωση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η συζήτηση για την κύρωση της Συνθήκης που θεσπίζει το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα στη Βουλή των Ελλήνων επικαλύπτεται και επικοινωνιακά και πολιτικά από την επικαιρότητα που αναδεικνύει την εντυπωσιακή αδυναμία της Κυβέρνησης να διαχειριστεί μία σειρά από κρίσιμα θέματα εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής, που συνδέονται άμεσα με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και με την κύρωση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Ή για να το πω καλύτερα και ακριβέστερα, η συζήτηση μας επικαλύπτεται από τις κραυγαλέες και ανεξήγητες, από ένα σημείο και μετά, αντιφάσεις των πολιτικών επιλογών και πρακτικών της Κυβέρνησης.

Ο κατάλογος είναι μακρύς. Αυτό που συνέβη με το έγγραφο του κ. Νίμιτς για το διεθνές όνομα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι ενδεικτικό της αδυναμίας να διαχειριστεί η Κυβέρνηση όχι μόνο την ουσία αλλά και την προβολή του θέματος αυτού.

Στα ελληνοτουρκικά έχουμε την παράδοξη εικόνα ο Υπουργός των Εξωτερικών να επισκέπτεται την Τουρκία και παράλληλα να βρίσκεται σε εξέλιξη αν όχι μία κρίση, μία οργανωμένη εστία έντασης στο Αιγαίο παράλληλα με την επίσκεψη του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, προφανώς προκειμένου η Τουρκία να υπομνήσει με όσο γίνεται μεγαλύτερη έμφαση τις θέσεις της, θα έλεγα τις πάγιες αντιλήψεις της γύρω από τα θέματα αυτά.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η αντίφαση που αναδεικνύεται με τη διπλή γλώσσα που χρησιμοποιεί η Κυβέρνηση αφ’ ενός μεν στο εσωτερικό της χώρας, αφ’ ετέρου δε στην έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις Βρυξέλλες, γύρω από το περιβόητο ζήτημα του βασικού μετόχου.

Γύρω από το θέμα του «Βασικού Μετόχου» ο κ. Καραμανλής με τον κ. Παυλόπουλο δίνουν τη μάχη του «συνταγματικού πατριωτισμού», της «εθνικής κυριαρχίας» και της «εθνικής ανεξαρτησίας» -χρησιμοποιώ τους όρους μέσα σε εισαγωγικά- ενώ στο κορυφαίο ζήτημα της απογραφής ευχαρίστως και οικειοθελώς ο κ. Καραμανλής θέτει υπό επιτήρηση την ελληνική οικονομία, την υποτάσσει στην πολυμερή εποπτεία και χαίρεται γιατί η χώρα του έχασε όλο το διπλωματικό της κεφάλαιο, όλο το απόθεμα αξιοπιστίας που με κόπο είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Στο ζήτημα του «Βασικού Μετόχου» η Κυβέρνηση δίνει τη μάχη υπέρ μίας αντικοινοτικής ή αδιάφορης για το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού Συντάγματος.

Στο ζήτημα όμως των συμβασιούχων ο κ. Παυλόπουλος και φυσικά ο Πρωθυπουργός είναι υποχρεωμένοι να αποδεχθούν μία σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος και των παγίων και των μεταβατικών διατάξεων, προκειμένου να διασωθεί το κύρος του προεδρικού διατάγματος και να υλοποιηθεί, έστω αποσπασματικά, η δέσμευση για την τακτοποίηση κάποιων λίγων από τους πολλούς προεκλογικά δεδηλωμένους συμβασιούχους του κ. Καραμανλή.

Βέβαια, εκεί που έπρεπε να δοθεί η μεγάλη μάχη, το Δεκέμβριο στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών για τα ελληνοτουρκικά, για την προοπτική ένταξης της Τουρκίας σε σχέση με την πολιτική λύση του Κυπριακού, εκεί έχουμε τις δειλές διατυπώσεις των συμπερασμάτων που δεν μπορούν καν να συγκριθούν με το κείμενο συμπερασμάτων του Ελσίνκι.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία ευρωπαϊκή πολιτική, ότι δεν υπάρχει καμία στρατηγική και ότι υπάρχει ένας -κατά τη γνώμη μου- επικίνδυνος πνευματικός και πολιτικός «επαρχιωτισμός» της Κυβέρνησης που βιάζεται να κυρώσει με μία αμφίβολης συνταγματικότητας κοινοβουλευτική διαδικασία τη Συνθήκη για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Λες και το πρόβλημα είναι η γρήγορη κύρωση της Συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και όχι η διαμόρφωση και η εφαρμογή μιας συνολικής ευρωπαϊκής στρατηγικής που αφορά όχι μόνο τη χώρα και τα στενά εθνικά της συμφέροντα, πολιτικά και οικονομικά, αλλά την αντίληψή μας για την Ευρώπη που πρέπει να έχει στίγμα, που πρέπει να έχει προσανατολισμό, γιατί το μεγάλο ιδεολογικό και πολιτικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει πάρα πολύ συχνά από το γεγονός ότι μεσαία και μικρά κράτη δεν μπαίνουν στον κόπο να διαμορφώσουν και να διατυπώσουν ευθαρσώς τη δική τους συνολική αντίληψη για την Ευρώπη. Αυτό δυστυχώς κάνει η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή, σε αντίθεση μ’ αυτό που έκανε με πολύ κόπο αλλά και με αποτελεσματικότητα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Το σημαντικότερο όμως είναι, όπως σας είπα και προηγουμένως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το ζήτημα της διγλωσσίας. Ο κ. Καραμανλής στις 29 Οκτωβρίου 2004 έζησε μία μεγάλη στιγμή της πολιτικής του ζωής. Υπέγραψε στη Ρώμη τη Συνθήκη για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Στη Συνθήκη αυτή περιλαμβάνεται μία θεμελιώδης διάταξη, το άρθρο I-6 που προβλέπει ρητά ότι το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και το κοινοτικό δίκαιο υπερέχουν του δικαίου των κρατών-μελών στο πεδίο της αρμοδιότητας της Ένωσης.

Ο κ. Καραμανλής γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει και κωδικοποιεί το ισχύον πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επειδή ξενίζει η λέξη «υπεροχή» και κινητοποιεί αντανακλαστικά συνταγματικού πατριωτισμού σε κράτη-μέλη, όπως και σε μας, πρέπει να πω ότι πράγματι η λέξη δεν είναι κατάλληλη γιατί το ζήτημα δεν είναι η υπεροχή, αλλά είναι ο σεβασμός του πεδίου των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και άρα του πεδίου στο οποίο ισχύει η έννομη τάξη της Ένωσης με το πρωτογενές και το παράγωγο δίκαιό της.

Δεν αλλάζει τίποτα με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, απλώς τα πράγματα λέγονται ρητά και πανηγυρικά. Πώς διαμορφώνεται το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, άρα της λεγόμενης υπεροχής του; Διαμορφώνεται μέσα από μία απόφαση που λαμβάνουν οικειοθελώς τα κράτη-μέλη, που τη λαμβάνουν διαρκώς εδώ και δεκαετίες και που την επιβεβαιώνουν με τη Συνθήκη για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα.

Λέει το άρθρο 28, παράγραφος 2 του Ελληνικού Συντάγματος που αποσαφηνίστηκε με την Αναθεώρηση του 2001 -γιατί το άρθρο 28 θεωρείται η βάση για τη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση- ότι η Ελλάδα όπως και όλα τα κράτη-μέλη οικειοθελώς μπορεί να παραχωρεί αρμοδιότητες στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και λέει το άρθρο 28, παράγραφος 3, ότι η Ελλάδα οικειοθελώς προβαίνει σε ανάλογους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής της κυριαρχίας. Γιατί αυτό προωθεί το εθνικό συμφέρον, διασφαλίζει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, και γίνεται πάντα με τον όρο της ισότητας και της αμοιβαιότητας.

Αντίστοιχες διατάξεις σε όλες τις συνταγματικές τάξεις των κρατών-μελών διαμορφώνουν το πεδίο της Ένωσης, δοτά, κατά παραχώρηση. Αλλά αφ’ ης στιγμής το κάνουμε αυτό και το υπογράφουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να σεβαστούμε την υπογραφή μας.

Εάν ο κ. Καραμανλής ήθελε να θέσει επιφύλαξη για κάποια συνταγματική διάταξη όπως το άρθρο 14 για τα Μέσα Ενημέρωσης και τις δημόσιες συμβάσεις, όφειλε να το διαπραγματευτεί και αν μπορούσε να το πετύχει στη Ρώμη πριν από την υπογραφή, όπως έκανε η Ιρλανδία με το άρθρο 40 του δικού της Συντάγματος, για την απαγόρευση των αμβλώσεων, επειδή θεωρούσε λόγω καθολικής αντίληψης και παιδείας ότι αυτό είναι σημαντικό για την κοινωνία της. Δεν το έκανε όμως αυτό ο κ. Καραμανλής. Εδώ δεν επανέλαβε ούτε καν τη δήλωση για το άβατο του Αγίου Όρους, με κίνδυνο να έχουμε ερμηνευτικά προβλήματα ακόμα και γι’ αυτό και να πρέπει να κάνουμε μία πολύπλοκη διαδρομή ερμηνευτική για να επιβεβαιώσουμε τη δήλωση αυτή η οποία είχε διατυπωθεί το 1980 στη Συνθήκη ένταξης της Ελλάδος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το εθνικό Σύνταγμα, κύριοι συνάδελφοι, υποβαθμίζεται ή υποτάσσεται σε μία ετερόνομη, εξωγενή δύναμη, την Ευρώπη, η οποία έρχεται να επιβληθεί ως κατακτητής στα εδάφη της Ελλάδος. Είναι αποτέλεσμα της δικής μας θεμελιώδους συνταγματικής επιλογής, την οποία εξέφρασε ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, να είμαστε μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να είμαστε μέτοχοι του σκληρού πυρήνα της πορείας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε υπογράψει ως χώρα διά του κ. Καραμανλή το Πρωτόκολλο για την αρχή της επικουρικότητας που αναθέτει τελικά στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την κρίση, την αμετάκλητη και τελική, για το ποια αρμοδιότητα ανήκει στην Ένωση και ποια αρμοδιότητα ανήκει στα κράτη-μέλη όταν αντιδρούν τα εθνικά κοινοβούλια; Μα, η ίδια η αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων να προβαίνουν σε έλεγχο συνταγματικότητας με βάση το ελληνικό Σύνταγμα και του κοινοτικού δικαίου για τα θέματα αυτά, ως αρμοδιότητα που μπορεί να παραχωρηθεί κατά το άρθρο 28 παράγραφος 3, παραχωρήθηκε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Υπάρχει λοιπόν εδώ και ζήτημα ουσίας πάρα πολύ σοβαρό. Γιατί τονίσαμε και στην Επιτροπή ότι το ΠΑΣΟΚ υπερψηφίζει στην κοινοβουλευτική διαδικασία το κυρωτικό νομοσχέδιο, αλλά θεωρεί ότι εφαρμόζεται ο συνδυασμός των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 28, που είναι η συνταγματική βάση για την κύρωση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, δηλαδή απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία εκατόν ογδόντα Βουλευτών επί συνόλου τριακοσίων. Και φυσικά, αφού η κυβέρνηση δεν έστερξε να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 44, παράγραφος 2α, για την προκήρυξη ενός δημοψηφίσματος «συμβουλευτικού» χαρακτήρα για ένα κρίσιμο εθνικό θέμα όπως αυτό, το ΠΑΣΟΚ και τα άλλα κόμματα της Αντιπολίτευσης θέτουν το θέμα κατά το άρθρο 116 του Κανονισμού της Βουλής για τη διεξαγωγή κυρωτικού δημοψηφίσματος, μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, αλλά πριν την έκδοση και τη δημοσίευσή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Γιατί η συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και το νέο σχήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως το προσδιορίζει το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, συνιστούν και σπουδαίο κοινωνικό ζήτημα, όπως προβλέπει το άρθρο 44 παράγραφος 2, εδάφιο β΄ του Συντάγματος.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Γαλλία οργανώνει ένα μεγάλο οριακό, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, δημοψήφισμα. Τα δημοψηφίσματα δεν λειτουργούν μόνο τυπικά και νομιμοποιητικά. Λειτουργούν και διαβουλευτικά, επιμορφωτικά. Μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε μια ενσυνείδητη, ολοκληρωμένη και σύγχρονη αντίληψη για την Ευρώπη. Οι Έλληνες πιστεύουν –και δικαίως- ότι Ευρώπη σημαίνει ό,τι σήμαινε και το 1974 μετά τη δικτατορία, δηλαδή δημοκρατία, κράτος-δικαίου, ασφάλεια των συνόρων, σταθερότητα της περιοχής. Όλα αυτά είναι σωστά. Σημαίνει η Ευρώπη και κοινωνικό κράτος, αλλά σημαίνει και σκληρή διαπραγμάτευση, σημαίνει και μια σκληρή σύγκρουση ανάμεσα στα πολιτικά όργανα, όπως το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών -το ECOFIN- και το σύστημα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Είπα και στην επιτροπή ότι στην ερώτηση αν το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι προοδευτικό ή συντηρητικό, σοσιαλδημοκρατικό ή μονεταριστικό, η απάντηση είναι: Το ελληνικό Σύνταγμα τι είναι; Προοδευτικό ή συντηρητικό; Είναι ένα θεσμικό κέλυφος που επιτρέπει και στη Νέα Δημοκρατία να ασκεί την πολιτική της και στο ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση να ασκήσει τη δική του πολιτική. Έτσι, και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Σύνταγμα είναι πάντα κείμενο διπλής ανάγνωσης, γιατί πρέπει να είναι μακρόβιο και ευρύχωρο. Και εναπόκειται στον πολιτικό συσχετισμό των δυνάμεων και στις προοδευτικές δυνάμεις της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος των κρατών-μελών να προσδώσουν χαρακτήρα και προσανατολισμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρα θα κυρώσουμε με τη διαδικασία αυτή μια συνθήκη, που δεν είναι μόνο συνθήκη, όπως οι προηγούμενες μέχρι τη Νίκαια, αλλά προσχωρεί στη μορφή, στην έννοια και τους συμβολισμούς του Συντάγματος. Όχι ενός Συντάγματος ίδιου με τα εθνικά, αλλά ενός κειμένου που παραπέμπει στις μεγάλες αξίες και τους μεγάλους κανόνες ερμηνείας των συνταγματικών κειμένων. Άλλωστε, με διεθνή σύμβαση έχουν προκύψει και εθνικά συντάγματα, όπως το κυπριακό ή το Σύνταγμα της Σερβίας - Ερζεγοβίνης.

Είναι λοιπόν πάρα πολύ σημαντικό να βλέπουμε αυτήν τη διπλή εικόνα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος: και Συνθήκη και Σύνταγμα, και προοδευτική ανάγνωση και συντηρητική ανάγνωση. Γι’ αυτό χρειάζεται εκτός από το Σύνταγμα, να βλέπουμε πώς καλύπτεται το μεγάλο πολιτικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μιας Ένωσης που δεν παύει να είναι μια ένωση κρατών και λαών με δοτές αρμοδιότητες, με αρμοδιότητες που παραχωρούν τα κράτη-μέλη, αλλά, όταν παραχωρούν αρμοδιότητες, σέβονται την παραχώρηση και την υπογραφή τους και αρκούνται στους μηχανισμούς της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, που προβλέπει η ίδια η Σύμβαση και τα σχετικά της πρωτόκολλα.

Αυτή η Συνθήκη για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα συγκεφαλαιώνει όλη την ύλη του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου και αναδεικνύει τα τρία συστήματα που συνυπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα πολύπλοκο και αντιφατικό φαινόμενο. Εμπεριέχει ένα σύστημα διακυβερνητικών διακανονισμών. Τα πάγια εθνικά συμφέροντα είναι πανίσχυρα. Ο διακυβερνητικός, δηλαδή ο διακρατικός, συσχετισμός λειτουργεί και επικαθορίζει πολλά πράγματα. Λειτουργεί όμως και ένα σύστημα κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών, πολύ σημαντικό και καθόλου ευκαταφρόνητο, με επίκεντρο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκεί όπου πρέπει να δοθεί η μάχη για την κοινωνική Ευρώπη και για την προοδευτική αντίληψη. Και βέβαια ένα σύστημα διοικητικών και δικαστικών διευθετήσεων, με βασικά όργανα την επιτροπή και το δικαστήριο, που είναι και θεματοφύλακες του κοινοτικού συμφέροντος.

Άρα έχουμε πάντα τη διπλή αυτή κίνηση μέσα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτή η κίνηση μας οδηγεί σε ένα τελικό ερώτημα: Το βήμα που γίνεται με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι πράγματι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό; Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μπορεί επί της ουσίας βήματα που έγιναν με προγενέστερες συνθήκες, όπως του Μάαστριχτ, να ήταν σημαντικότερα, αλλά το συμβολικό, πολιτικό και τελικά κοινωνικό βήμα που γίνεται με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα -επειδή μιλάμε για Σύνταγμα- είναι τεράστιο και μοναδικό. Η ίδια η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης, διαδικασία έντονα κοινοβουλευτικού χαρακτήρα, νομιμοποιεί διαφορετικά το Σύνταγμα. Το γεγονός ότι δέκα χώρες στις οποίες πρέπει να προσθέσουμε και άλλες επτά που ενετάχθησαν το 2003 με δημοψήφισμα, δηλαδή συνολικά δεκαεπτά χώρες οργανώνουν δημοψήφισμα, σημαίνει κάτι πολύ σημαντικό για το κείμενο αυτό. Λέει όμως μία άλλη αντίληψη, που ασκεί μία αριστερή και μαξιμαλιστική κριτική στο Σύνταγμα: Ας το καταψηφίσουμε για να επαναδιαπραγματευτούμε ένα καλύτερο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι μία θέση που πρέπει να μας προβληματίσει.

Η καταψήφιση, όμως, του Συντάγματος αυτού θα οδηγήσει στην παράταση της ισχύος της Συνθήκης της Νίκαιας, η οποία δεν νομίζω ότι είναι πιο προοδευτική ή πιο ανοικτή από τη νέα Συνθήκη της Ρώμης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και, εν πάση περιπτώσει, θα οδηγήσει σε μία νέα διακυβερνητική διάσκεψη, σε μία επαναδιαπραγμάτευση.

Η εκτίμησή τους είναι ότι ο διακρατικός συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο πολιτικός συσχετισμός μεταξύ κυβερνήσεων και κομμάτων θα οδηγήσει σε μία πιο καθαρή, προοδευτική, δηλαδή σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης, διατύπωση των σχετικών διατάξεων; Πιθανότατα όχι.

Γι’ αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι η λογική του ευρωπαϊκού φαινομένου, η φιλοσοφία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βασίζεται στη διαρκή κίνηση. Η ακινησία και η παλινδρόμηση είναι αυτή που μπορεί να υπονομεύσει την Ευρώπη συνολικά, άρα και την κοινωνική Ευρώπη. Γιατί η εισφορά της κοινωνικής Ευρώπης όχι με παροχές, όχι με αναδιανεμητικούς μηχανισμούς –γιατί αυτά ανήκουν στο κράτος και την κρατική οικονομική και κοινωνική πολιτική- αλλά με το ρυθμιστικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους είναι πάρα πολύ σημαντική. Δεν θα είχαμε την οδηγία για τους συμβασιούχους, για παράδειγμα, χωρίς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρα, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ενσυνείδητα πρέπει να κάνουμε το βήμα της κύρωσης χωρίς να έχουμε ψευδαισθήσεις, αλλά με μία πραγματιστική και συγκροτημένη αντίληψη. Και αυτή η αντίληψη πρέπει να εγκριθεί και από τον ελληνικό λαό, ο οποίος πρέπει να έχει πλήρη αίσθηση του διαβήματος που κάνουμε με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005