20 Ιανουαρίου 2005

 

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης: «Μέτρα για τη διασφάλιση της διαφάνειας και την αποτροπή καταστρατηγήσεων κατά τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων».


 

Κύριε Πρόεδρε, σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δικαίου δεν πρέπει ποτέ και για καμία περίπτωση η δημοκρατικά νομιμοποιημένη κυβέρνηση να δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει καταστήσει πολιτικό της αντίπαλο έναν επιχειρηματία και συγκρούεται μαζί του. Το θέαμα αυτό μπορεί να είναι θέαμα το οποίο προκαλεί το ενδιαφέρον του κοινού, μπορεί να διευκολύνει τον Πρωθυπουργό στην κατασκευή πολιτικών εντυπώσεων, μπορεί μερικές φορές οι εντυπώσεις αυτές να κερδίζονται, αλλά στον πυρήνα της η δημοκρατία και το κράτος δικαίου, συμπεριλαμβανομένης και της πολυφωνίας πλήττονται και πληγώνονται.Το νομοσχέδιο ακολουθεί μία ερμηνευτική αντίληψη για το Σύνταγμα, που ουσιαστικά αποδυναμώνει και υποβαθμίζει τον καταστατικό χάρτη της χώρας, γιατί του στερεί την αναγκαία γενικότητα, ευρύτητα, διορατικότητα και μακροβιότητα.

Ψηφίσαμε, κύριε Πρόεδρε, ομόφωνα στη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή μια συνταγματική διάταξη που θέλαμε, όπως όλες οι συνταγματικές διατάξεις, να ρυθμίσει, με τη μεγαλύτερη δυνατή νομική ισχύ και για το μεγαλύτερο δυνατό χρονικό διάστημα, τα σοβαρότερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα μ’ ένα τρόπο γενικό, επαφιέμενη η διάταξη αυτή στον κοινό νομοθέτη για τη ρύθμιση όλων των θεμάτων που προκύπτουν από μία ραγδαίως εξελισσόμενη τεχνολογία της ενημέρωσης και της πληροφορίας και από μία ραγδαίως εξελισσόμενη και ευρηματική διεθνή αγορά.

Ακολουθείτε τώρα μία ερμηνεία, η οποία είναι άκαμπτη, μονολιθική και την οποία, δυστυχώς, ακολούθησε και το Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ξέρει όμως πολύ καλά η Κυβέρνηση -και ιδίως ο αγαπητός μου συνάδελφος κ. Προκόπης Παυλόπουλος- ότι η Αναθεωρητική Βουλή αφαίρεσε από τα Τμήματα των Ανωτάτων Δικαστηρίων, άρα και από το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, την αρμοδιότητα να κρίνουν διάταξη νόμου ως αντισυνταγματική.

Αυτό έγινε ακριβώς επειδή θέλαμε αυτή η καίρια αρμοδιότητα να συγκεντρωθεί στις ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων και να ασκείται μετά λόγου γνώσεως, σε περιπτώσεις που πράγματι είναι πρόδηλη και τεκμηριωμένη η αντισυνταγματικότητα αυτή.

Ξέρει η Κυβέρνηση ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, με πράξη του VI΄ Τμήματος έχει κρίνει συνταγματικό το ν. 3021/2002 και έχει ερμηνεύσει σωστά τη συνταγματική διάταξη επί τη βάσει μιας εμπεριστατωμένης γνωμοδότησης τεσσάρων συναδέλφων μας, καθηγητών του Δημοσίου Δικαίου.

Ξέρει η Κυβέρνηση ότι στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, των Τμημάτων του της τελευταίας περιόδου, υπάρχουν αποφάσεις, όπως η 247/1997 με εισηγητή τον νυν Αντιπρόεδρο κ. Πέτρο Παραρά, που δέχονται χωρίς κανένα ενδοιασμό την υπερσυνταγματική ισχύ του Κοινοτικού Δικαίου, της κοινοτικής έννομης τάξης.

Ξέρει η Κυβέρνηση ότι συνεχώς τα συνταγματικά και τα ανώτατα δικαστήρια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγκάζονται να υποκλιθούν προ της πραγματικότητας, που λέγεται ευρωπαϊκή έννομη τάξη και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Γνωρίζει πάρα πολύ καλά η Κυβέρνηση ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης, που ομόφωνα ψήφισε το άρθρο 14, παράγραφος 9, ψήφισε μια ισόκυρη διάταξη, αυτήν του άρθρου 28, στο οποίο περιέχεται πια μια αναμφισβήτητη ερμηνευτική δήλωση, ότι είναι η βάση για τη συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πώς θα είναι απερίσπαστη και ακώλυτη η συμμετοχή στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με τόσο νωπή συνταγματική βάση, εάν δεν αναγνωρίζουμε την υπεροχή της κοινοτικής έννομης τάξης;

Γνωρίζει από τα Πρακτικά της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής και της Επιτροπής Αναθεώρησης η Κυβέρνηση –δηλαδή από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Συντάγματος- ότι ο όρος «παρένθετα πρόσωπα» παραπέμπεται να εξειδικευθεί στον κοινό εκτελεστικό νόμο. Γνωρίζει ότι εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος, εάν θέλουμε να πετύχουμε εναρμόνιση των δύο εννόμων τάξεων, της εθνικής και της ευρωπαϊκής, είναι και η κοινοτική νομοθεσία.

Γνωρίζει πολύ καλά η Κυβέρνηση ότι το επίθετο «βασικός» προτάχθηκε στην Ολομέλεια της λέξης «μέτοχος», ακριβώς για να μην ισχυριστεί κανείς ερμηνευτικά ότι και με μία μετοχή μπορεί να εμπίπτει στα ασυμβίβαστα. Και όσοι τώρα μέμφονται τη λέξη αυτή, τη λέξη «βασικός», αντιφάσκουν εάν πιστεύουν ότι έτσι προτείνουν μία περισσότερο ήπια και ελαστική ερμηνεία, ενώ απλώς παραπέμπουν σε μια ερμηνεία, η οποία θα ήταν ασφυκτική, αλλά εσφαλμένη. Γιατί ακόμη και αν υπήρχε μόνον η λέξη «μέτοχος», χωρίς το επίθετο «βασικός», η παραπομπή στο νόμο θα επέτρεπε στο νομοθέτη να θέσει όρους και περιορισμούς.

Η Κυβέρνηση, κύριε Πρόεδρε, εισηγείται ένα νομοσχέδιο, που παρά τις νομοτεχνικές τροποποιήσεις που υπέστη, διέπεται από μία αντιφατική αντίληψη ως προς την ερμηνεία του Συντάγματος και της σχέσης Συντάγματος και εκτελεστικού νόμου. Ή δεχόμαστε ότι τα δύο κρίσιμα εδάφια για τις ασυμβίβαστες ιδιότητες και τα παρένθετα πρόσωπα είναι ανεπίδεκτα νομοθετικής εξειδίκευσης και ακολουθούμε αυτήν την αδιέξοδη, αντικοινοτική και αντίθετη προς την επιστήμη αντίληψη ή δεχόμαστε, όπως δέχεται το νομοσχέδιο, ότι ο νομοθέτης μπορεί να εξειδικεύσει, να θέσει κριτήρια, να διαφοροποιήσει αδέλφια και ξαδέλφια, να χρησιμοποιήσει το στοιχείο της οικονομικής αυτοτέλειας, για συγγενείς τετάρτου βαθμού εκ πλαγίου. Αν, όμως, μπορεί να χρησιμοποιήσει το κριτήριο αυτό για κάποιους, γιατί όχι και για κάποιους άλλους; Ή δεν επιδέχεται εξειδίκευσης ή επιδέχεται εξειδίκευσης η συνταγματική διάταξη.

Τι σημαίνουν όλα αυτά, κύριε Πρόεδρε; Όλα αυτά σημαίνουν ότι η χώρα θα αποκτήσει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μια νομοθετική ρύθμιση, η οποία είναι εμπαθής, η οποία είναι δήθεν άκαμπτη και μονολιθική, αλλά κατ’ ουσίαν ανεφάρμοστη, θα προκαλέσει μια σειρά από αντιδικίες και από προβλήματα, μια σειρά από δυσλειτουργίες στην αγορά, μια σειρά από προβλήματα που δεν έχουν προκύψει τώρα κατά τη συζήτηση, αλλά θα προκύψουν στην εφαρμογή και ανυποψίαστοι άνθρωποι θα προσφύγουν στη δικαιοσύνη και η δικαιοσύνη θα κληθεί και στο επίπεδο των εθνικών δικαστηρίων και στο επίπεδο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αποφανθεί για τη διάταξη αυτή.

Η Κυβέρνηση πιστεύει, όμως, ότι θα έχει το περιθώριο, το δικονομικό περιθώριο, με μία ενδεχόμενη προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο δικαστήριο του Λουξεμβούργου, να περάσει ο χρόνος, να ασκήσει τις πιέσεις, τις απειλές, τους εκβιασμούς, να αλλάξει το τοπίο των μέσων ενημέρωσης, να το κάνει πιο φιλικό γι’ αυτή και έχει ο Θεός!

Δεν είναι, όμως, έτσι, γιατί -όπως εξήγησα- υπάρχουν σε γενικές γραμμές τρεις δικονομικές δυνατότητες να αχθεί μία υπόθεση στο δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με προδικαστική παραπομπή από εθνικό δικαστήριο -μπορεί να γίνει, μπορεί να μη γίνει- με προσφυγή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο δικαστήριο και βέβαια με πράξη που θα εκδώσει η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία θα εφαρμόζει την κοινοτική λογική για το Κοινοτικό Δίκαιο, την υπεροχή του δηλαδή.

Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να μπλοκάρονται έργα, να μπλοκάρονται χρηματοδοτήσεις, να δημιουργούνται οξύτατα προβλήματα στην απορρόφηση του Γ΄ και στη διαπραγμάτευση του Δ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και αν θέλει η ελληνική Κυβέρνηση ή αν θέλει κάποιος ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας, να προσφύγει στο δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Εξηγούμε, κύριε Πρόεδρε, επί χρόνια τώρα ότι μία αντιδικία ενώπιον όχι του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, αλλά ενώπιον των υπηρεσιακών οργάνων των Βρυξελλών προκάλεσε μία τεράστια καθυστέρηση σε μεγάλα δημόσια έργα, όπως το μετρό της Θεσσαλονίκης.

Εάν για ένα τέτοιο θέμα -και με το καθεστώς που ίσχυε τότε και που ισχύει ακόμα σήμερα- μπορούν να προκληθούν τέτοιες καθυστερήσεις και τέτοια προβλήματα, φανταστείτε τι μπορεί να γίνει. Φάνηκε να αμφιβάλλει για την έκβαση η Κυβέρνηση ή ακόμη και να εκφράζει την ευαρέσκειά της, επειδή ο ονομαστικός στόχος αυτού του νομοσχεδίου, μια συγκεκριμένη εφημερίδα, ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας κάνει κινήσεις, οι οποίες θα του επιτρέψουν να απεμπλακεί από έναν κλάδο της οικονομίας. Δεν αντιλαμβάνεται η Κυβέρνηση ότι έτσι υποβαθμίζει τη θεσμική διάσταση της πρωτοβουλίας της, και έτσι η πρωτοβουλία της χάνει το θεσμικό της χαρακτήρα και γίνεται μία μικροκομματική κίνηση, η οποία επιτρέπει στον Πρωθυπουργό να κυβερνά επί έντεκα μήνες με συνεχείς επικοινωνιακούς αντιπερισπασμούς, με εντυπώσεις, χωρίς να παράγεται ουσιαστικό έργο.

Οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται σε αυτά, κύριοι της Κυβέρνησης. Οι κυβερνήσεις κρίνονται στο ουσιαστικό κοινωνικό και αναπτυξιακό έργο, που παράγουν και αυτό θα το καταλάβετε, αλλά θα είναι αργά.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005