Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση για την Αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος

 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, όπως είχα την ευκαιρία να τονίσω και στην έναρξη της διαδικασίας αυτής, στη συζήτηση που διεξήχθη στην Ολομέλεια όταν αποφασίστηκε η συγκρότηση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, η παρούσα διαδικασία είναι μία σπάνια και κορυφαία διαδικασία που ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής. Ατομικά της καθεμίας και του καθένα Βουλευτή που μετέχει στη διαδικασία αυτή έχοντας, όπως πρέπει, συνείδηση της Ιστορίας και του ιδιαίτερου βάρους της ψήφου του, γιατί η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι τροποποίηση ενός κοινού νόμου, είναι η μεταβολή του κανονιστικού χάρτη της χώρας που ρυθμίζει την κρίσιμη σχέση ανάμεσα στη συγκυρία και την Ιστορία. Γιατί, όπως λέμε πολύ συχνά, η Δημοκρατία είναι περιοδική, είναι συγκυριακή, βασίζεται στη συνεχή έκφραση της λαϊκής βούλησης, αλλά υπάρχουν περιορισμοί στην έκφραση της βούλησης αυτής, στις επιλογές της πλειοψηφίας. Οι περιορισμοί αυτοί αφορούν τα δικαιώματα της μειοψηφίας, των μειονοτήτων, των ατόμων, των κοινωνικών ομάδων. Υπάρχει, λοιπόν, ένα νομικό κείμενο που είναι κατάκτηση της νεωτερικότητας, το Σύνταγμα –το αυστηρό και γραπτό Σύνταγμα– προϊόν των δύο μεγάλων επαναστάσεων του 18ου αιώνα, της Γαλλικής και της Αμερικανικής Επανάστασης, που προσφέρει αυτήν την ευεργετική εγγύηση στη λειτουργία ενός δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης, ρυθμίζει τη σχέση της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου με την Ιστορία, με τον μακρύ χρόνο.

Αυτό όλο βασίζεται στον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, ο οποίος τώρα, με την κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης, τίθεται υπό αίρεση. Για αυτό χρειάζεται η μεγίστη προσοχή προκειμένου να μη συμβούν ατυχήματα σε αυτήν τη μεταβατική περίοδο της αναθεώρησης, που είναι μία περίοδος ηρτημένου του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος. Για αυτό και κάθε Σύνταγμα –ευρωπαϊκό ηπειρωτικό, όπως το δικό μας– προβλέπει πολύ αυστηρές προϋποθέσεις αναθεωρητικής συναίνεσης, προκειμένου να αποτραπεί ο ακραίος κίνδυνος για τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου, που είναι ο κίνδυνος του συνταγματικού λαϊκισμού, της προχειρότητας, της μυωπικής αντίληψης για το Σύνταγμα και την αναθεώρησή του.

Αυτές οι προϋποθέσεις της αναθεωρητικής συναίνεσης είναι, βεβαίως, πρωτίστως κοινωνικές και πολιτικές, αφορούν το κλίμα, την ατμόσφαιρα, τον πολιτικό πολιτισμό και δυστυχώς διανύουμε μία περίοδο δραματική και μίζερη από την άποψη αυτή, μία περίοδο παρακμιακή. Βλέπουμε τα προβλήματα που υπάρχουν στη λειτουργία της Βουλής, στη λειτουργία του θεσμού των πολιτικών κομμάτων, τα προβλήματα που υπάρχουν στο ρόλο των Βουλευτών, βλέπουμε την αναξιοπιστία όσων συμβαίνουν στο επίπεδο της πολιτικής σκηνής, αλλά επιπλέον βλέπουμε κάποιοι να επιχαίρουν για αυτό, κάποιοι να χρησιμοποιούν τις διαδικασίες τις κοινοβουλευτικές ως μοχλό γα να επιλύσουν μικροκομματικά προβλήματα, και αναφέρομαι βεβαίως στην κυβερνητική πλειοψηφία.

Για αυτό, πέρα από τις προϋποθέσεις, τις κοινωνικές και τις πολιτικές, οι οποίες δυστυχώς δεν υπάρχουν, έχουν σημασία οι προϋποθέσεις οι νομικές, οι θεσμικές. Το Σύνταγμα αξιώνει αυξημένη πλειοψηφία για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δηλαδή αναγκαστική συναίνεση μεταξύ των κομμάτων, μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Προϋποθέτει την παρεμβολή του εκλογικού σώματος, τη δοκιμασία του παρόντος συσχετισμού κοινοβουλευτικών δυνάμεων ενώπιον του εκλογικού σώματος. Προβλέπει, επίσης, ότι συμμετέχουν δύο Βουλές στη διαδικασία αυτή, ενώ πρέπει να υπάρχει και μία προθεσμία ώριμου χρόνου πέντε ετών, προκειμένου να μη γίνεται αλόγιστη χρήση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος.

Αυτό μας αποτρέπει από τον κίνδυνο της εύκολης συνταγματικής ρητορείας ή του εύκολου συνταγματικού βολονταρισμού, να δημιουργούμε στον λαό, στην κοινωνία, την ψευδαίσθηση ότι όλα μπορεί να λυθούν μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος, ότι όλα τα κενά, οι ελλείψεις, οι παθογένειες του πολιτικού συστήματος, οι αδυναμίες της κοινωνίας, οι αδυναμίες της δικαιοσύνης, οι αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, οι αδυναμίες του επιχειρηματικού κόσμου, ακόμη και οι αδυναμίες της ίδιας της κοινωνίας θα λυθούν ως δια μαγείας, με νομικό τρόπο, μέσα από την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Αντί να εκπέμπεται αυτό το ψευδεπίγραφο και επικίνδυνο μήνυμα, θα έπρεπε τώρα που γίνεται η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, μετά από την εμπειρία των τελευταίων δέκα ετών της δημοσιονομικής και αναπτυξιακής χρήσης, να συζητάμε για το κορυφαίο ζήτημα που είναι η αντοχή που επέδειξε το Σύνταγμα σε μεγάλες πιέσεις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές, αλλά και η έλλειψη που εμφάνισε σε διατάξεις σχετικές με τη λεγόμενη δημοσιονομική επίγνωση. Δηλαδή μηχανισμοί προειδοποίησης των κυβερνώντων, της Βουλής και της κοινής γνώμης για την πορεία των δημοσιονομικών πραγμάτων και για τον κίνδυνο του εκτροχιασμού, που τον πληρώνει τελικά ο λαός, τον πληρώνουν τελικά οι ασθενέστεροι, τον πληρώνει τελικά η οικονομία της χώρας, τον πληρώνει τελικά το έθνος, γιατί χάνει βαθμούς κυριαρχίας και ισότητας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσα στην Ευρωζώνη.

Αυτοί οι κανόνες δημοσιονομικής επίγνωσης δεν αφορούν μόνον την κυβέρνηση και το νομοθέτη, τα πολιτικά όργανα, αφορούν και τον δικαστή, ο οποίος ασκώντας τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων πρέπει να έχει, επίσης, επίγνωση του δημοσιονομικού πλαισίου, των δυνατοτήτων, των κινδύνων, και να μη νομίζει ότι μπορεί με έναν αφηρημένο τρόπο, με αμιγώς νομικές σκέψεις, να επιλύει ζητήματα τα οποία αφορούν την οικονομία και μάλιστα την οικονομία σε ένα ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή ακόμη και τη στάση των ίδιων των αγορών.

Η αναθεώρηση επίσης αυτή, δεν μπορεί να γίνεται ερήμην της μεγάλης συναινετικής αναθεώρησης του 2001, η οποία έχει προσφέρει στον τόπο τεράστια κοιτάσματα κανονιστικά, τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμη αναξιοποίητα. Για παράδειγμα ,στο κεφάλαιο των κοινωνικών, ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, στο κεφάλαιο των συμμετοχικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης, στο κεφάλαιο των σύγχρονων απειλών από την κοινωνία της πληροφορίας, στο κεφάλαιο των προβλημάτων βιοηθικής και τεχνοηθικής, στο κεφάλαιο της ψηφιακής εποχής και των ψηφιακών δικαιωμάτων και απειλών, το Ελληνικό Σύνταγμα είναι το πληρέστερο διεθνώς χάρη στην αναθεώρηση του 2001. Στην πραγματικότητα, στα ζητήματα αυτά δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω, χρειάζεται απλώς να υπάρχουν οι οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες εφαρμογής, χρειάζεται ο νομοθέτης να αξιοποιεί το Σύνταγμα και ο δικαστής να έρχεται επίσης να διορθώνει και να συμπληρώνει το νομοθέτη προς την κατεύθυνση της προστασίας των δικαιωμάτων.

Άλλωστε δεν μιλάμε για την αναθεώρηση ενός κλασικού κυρίαρχου Συντάγματος του 19ου ή των αρχών του 20ου αιώνα. Συζητάμε για την αναθεώρηση ενός Συντάγματος κράτους-μέλους που υπόκειται σε τεράστιους διεθνείς και ευρωπαϊκούς περιορισμούς, γιατί δίπλα στο Σύνταγμα βρίσκεται το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο, το Διεθνές Δίκαιο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κυρίως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δίπλα στη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων βρίσκεται η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το ίδιο το Σύνταγμα, το εθνικό, υπόκειται σε διεθνή δικαστικό έλεγχο από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρα, μερικές φορές ματαιοπονεί ο εθνικός αναθεωρητικός νομοθέτης, διότι υπάρχουν διεθνή επίπεδα προστασίας των δικαιωμάτων, διεθνή επίπεδα προστασίας του περιβάλλοντος, διεθνή επίπεδα προστασίας της οικονομικής διακυβέρνησης, τα οποία δεν μπορεί να τα παραβιάσει ο εθνικός αναθεωρητικός νομοθέτης.

Αντιθέτως το εθνικό Σύνταγμα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για αυτό και έχουμε ριζική μεταβολή στην ερμηνεία του άρθρου 14 παράγραφος 9, για το λεγόμενο βασικό μέτοχο στα μέσα ενημέρωσης και για αυτό έχουμε και ριζική μεταβολή του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 16 παράγραφος 8 του Συντάγματος για την απαγόρευση ίδρυσης ανωτάτων σχολών από ιδιώτες. Γιατί το Ευρωπαϊκό Δίκαιο επιβάλλει σε κάθε χώρα-μέλος να λειτουργούν και τα άλλα 27 συστήματα εκπαίδευσης των άλλων 27 κρατών-μελών. Άρα και η συζήτηση για το άρθρο 16 είναι μία συζήτηση παλαιάς κοπής μέσα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα θέματα αυτά.

Όπως αντιλαμβάνεστε, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα μία πρόχειρη συζήτηση για την αναθεώρηση του ίδιου του άρθρου 110, το οποίο έχει τρία διαρθρωτικά στοιχεία, την αυξημένη πλειοψηφία, την παρεμβολή του εκλογικού σώματος και την προθεσμία ωρίμου χρόνου που κανείς δεν μπορεί να θίξει, γιατί, εάν θιγούν τα στοιχεία αυτά, θίγεται ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος.

Υπάρχουν βεβαίως θέματα που ανήκουν στον λεγόμενο αταβισμό της αριστεράς στην Ελλάδα, όπως είναι οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Από την συζήτηση που κάναμε στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος φάνηκε ότι αρκεί μία σημειακή παρέμβαση στο άρθρο 3 για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, μία ερμηνευτική δήλωση που την έχω προτείνει από το 2006, με την οποία θα αποσαφηνίζεται ότι η επικρατούσα θρησκεία δεν είναι η επίσημη ή κρατική θρησκεία, αλλά περιγραφικά η θρησκεία της πλειοψηφίας της κοινωνίας και ότι το άρθρο 3 σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί εξαιρέσεις ή αποκλίσεις από το άρθρο 13, από την θρησκευτική ελευθερία και τη θρησκευτική ισότητα. Κατά τα λοιπά, το άρθρο 3 προστατεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως διεθνή νομική προσωπικότητα και τη σχέση της Ελληνικής Πολιτείας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Προστατεύει τα ιδιαίτερα νομικά καθεστώτα των νέων χωρών, της Κρήτης, της Δωδεκανήσου, και το άρθρο 105 το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να παίζει με το θέμα αυτό, όπως φάνηκε και από τις σημερινές προτάσεις για την ανανέωση της περιβόητης συμφωνίας του Πρωθυπουργού με τον Αρχιεπίσκοπο. Αυτή η συμφωνία, του κ. Τσίπρα και του κ. Ιερωνύμου, φάνηκε τώρα ότι είναι μία συμφωνία που έχει έναν και μόνο σκοπό, να δημιουργήσει την ψευδή εντύπωση ότι κενώνονται 10.000 θέσεις για προσλήψεις στο δημόσιο. Κάτι που αμφιβάλω εάν μπορεί να γίνει δεκτό, αλλά πάντως η αβεβαιότητα για τον εφημεριακό κλήρο διατηρείται όταν η μισθοδοσία του είναι προϊόν επιχορήγησης της πολιτείας σε ειδικό εκκλησιαστικό ταμείο και δεν είναι μία προσωπική σχέση του εφημερίου με το κράτος, έναντι του οποίου έχει αξίωση μισθοδοσίας, ως θρησκευτικός λειτουργός.

Βεβαίως, τώρα φάνηκε ότι το κορυφαίο ζήτημα γίνεται ξαφνικά κάποιο άλλο, ούτε τα πανεπιστήμια, ούτε οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, αλλά η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Γιατί η πρωτοβουλία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να πει «ψηφίζω την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αποσύνδεση της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την απειλή διάλυσης της Βουλής» είχε ως αποτέλεσμα να αναδειχθεί το πρόβλημα που θα δούμε αύριο το πρωί, σε παρεμπίπτουσα συζήτηση, όπως είπε σήμερα ο Πρόεδρος της Βουλής, αν δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης. Θα εξηγήσουμε αύριο ότι αυτή η θεωρία της δέσμευσης οδηγεί σε νομικό και πραγματολογικό παραλογισμό, αλλά τώρα η απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης θέτει επί τάπητος το ζήτημα αυτό και περιμένω να δω τις αντιδράσεις της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Η δική μας θέση είναι πάρα πολύ καθαρή, καμία διάταξη δεν πρέπει να συγκεντρώσει παραπάνω από 151 ψήφους, δηλαδή, πρακτικά, παραπάνω από 179 ψήφους στην παρούσα Βουλή. Όλες οι διατάξεις πρέπει να τύχουν επεξεργασίας και απόφασης από την επόμενη Βουλή, μετά τις εκλογές, μετά την απόφαση του εκλογικού σώματος, με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, προκειμένου να διατηρηθεί ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος. Άλλωστε 180 ψήφοι χρειάζονται και για την εκλογή ενός Προέδρου της Δημοκρατίας, συναινετικού, από μία νέα Βουλή, από μία νέα πλειοψηφία, μέσα σε ένα άλλο κλίμα λειτουργίας της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.

Η πρόταση αναθεώρησης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν αποδέχθηκε τελικά και δεν συμπεριέλαβε στις διατάξεις που είναι υπό αναθεώρηση καμία από τις προτάσεις που αφορούν κρίσιμα θέματα στο πεδίο στο οποίο έχει την πραγματική πρωτοβουλία το Σύνταγμα και δεν μπορεί να την έχει ο κοινός νόμος, που είναι το πεδίο της δικαιοσύνης. Δεν υπάρχουν προτάσεις οι οποίες να πάνε στην επόμενη Βουλή προς συζήτηση σε σχέση με τον έλεγχο της συνταγματικότητας και σε σχέση με την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο κενό, το οποίο θα έχουμε την ευκαιρία να το συζητήσουμε από διάφορα βήματα, αλλά πάντως είναι μία αναπηρία της διαδικασίας αυτής.

Όλα τα άλλα είχαμε την ευκαιρία, λίγο ή πολύ, να τα συζητήσουμε στην Επιτροπή Αναθεώρησης, τα ζητήματα που αφορούν το εκλογικό σύστημα, την ψήφο των αποδήμων, τα δημοψηφίσματα, τη διάλυση της Βουλής, τη λειτουργία της Βουλής, την ευθύνη των Υπουργών, τη βουλευτική ασυλία, τη δικαιοσύνη, την αυτοδιοίκηση, τις ανεξάρτητες Αρχές. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν είναι άλυτο χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, το πρόβλημα της χώρας φάνηκε όλα τα τελευταία χρόνια ότι είναι βαθιά πολιτικό, είναι αναπτυξιακό. Αν υπάρξουν οι προϋποθέσεις της πολιτικής αλλαγής, τότε και η ερμηνεία και η εφαρμογή του Συντάγματος θα γίνει με άλλον τρόπο, με έναν τρόπο προοδευτικό, αποτελεσματικό, κινητήριο για τη χώρα. Μπορεί να δώσει πραγματικά προοπτική στη χώρα, μέσα όμως από την εφαρμογή ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης προοδευτικού, συναινετικού, πρακτικού, εφαρμόσιμου. Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν υποκαθιστά την ανάγκη να έχει η χώρα ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης και ανάταξης. Αυτό προτείνουμε εμείς, αυτό θέλει ο τόπος, αυτή είναι η προτεραιότητα της πατρίδας μας. - 

12.2.2019, Ευ. Βενιζέλος: Καμία διάταξη δεν πρέπει να συγκεντρώσει παραπάνω από 179 ψήφους στην παρούσα Βουλή from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2019