Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στη Βουλή κατά τη συζήτηση για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών

 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, τα πρακτικά της σημερινής συνεδρίασης της Βουλής των Ελλήνων, είναι κρίσιμο τμήμα της κοινοβουλευτικής και διπλωματικής ιστορίας της χώρας. Θα μιλήσω λοιπόν έχοντας πλήρη επίγνωση αυτού του γεγονότος.

Η χώρα μας είχε διαμορφώσει, μέσα από μία σταδιακή επεξεργασία των θέσεων της εξωτερικής μας πολιτικής, μία ενιαία εθνική γραμμή για το ζήτημα των Σκοπίων που συνίστατο στην αποδοχή, ως θεμιτής λύσης, της σύνθετης ονομασίας, με γεωγραφικό προσδιορισμό, για κάθε χρήση, έναντι πάντων. Για κάθε χρήση σημαίνει εσωτερική και εξωτερική, διμερή και πολυμερή, χωρίς καμία εξαίρεση, και το έναντι πάντων, είναι το περιβόητο erga omnes, όπως το εννοούμε στην προκειμένη περίπτωση.

Η θέση αυτή είχε διαμορφωθεί από τον Απρίλιο του 1993, όταν επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η γειτονική χώρα εντάχθηκε με την προσωρινή σύνθετη ονομασία της στον ΟΗΕ, μέχρι περίπου το Βουκουρέστι το 2008 επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή, με ενδιάμεσο κρίσιμο σταθμό το εμπάργκο και την ενδιάμεση συμφωνία του 1995 επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου.

Αυτό ήταν ένα εξαιρετικά καλό σημείο εκκίνησης για την παρούσα κυβέρνηση, προκειμένου να επιτευχθεί μία λύση ευρύτατης αποδοχής και συναίνεσης, όταν θα υπήρχε το momentum.

Το momentum υπήρξε, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, υπήρξε με την ήττα του κ. Gruevski και των αντιλήψεών του, με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Zaev, με την εντυπωσιακή ενίσχυση του ρόλου και της επιρροής της αλβανικής κοινότητας και των δύο κομμάτων της, κυρίως του μεγαλύτερου αλλά και του μικρότερου και νεότερου. Η συγκυρία αυτή διαμορφώθηκε από τα προβλήματα που προκάλεσε η ένταξη του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ, προβλήματα εσωτερικά, αλλά κυρίως προβλήματα συνιστάμενα στην έντονη, δημόσια, κατηγορηματική αντίδραση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως προς την ένταξη του Μαυροβουνίου και άλλων χωρών των δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ, που δεν είναι μέλη. Άρα αναφερόμαστε κυρίως στη γειτονική μας χώρα και τη Σερβία, με δεδομένο ότι η Σερβία δεν επιθυμεί την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Αυτό είναι το μέτρο του εντονότατου, του διαρκούς, αλλά εντονότατου ενδιαφέροντος Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως Ηνωμένων Πολιτειών, για την πλήρη ένταξη της γειτονικής μας χώρας στις Ευρωπαϊκές και Ατλαντικές δομές. Αυτό το ενδιαφέρον οξύνθηκε και εντάθηκε, λογικά, μετά και την αντίδραση της Ρωσίας που την είδαμε να επαναλαμβάνεται πολύ πρόσφατα. Άρα η Ελλάδα κρατούσε και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κρατά ένα από τα πολύ σημαντικά κλειδιά της ένταξης της γειτονικής μας χώρας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό ήταν ένα εξαιρετικό momentum για τη χώρα μας.

Επιπλέον, έχουμε μία πολύ ενδιαφέρουσα καμπύλη στις σχέσεις Πρίστινας-Βελιγραδίου, με το περιβόητο ζήτημα της ανταλλαγής εδαφών, και Πρίστινας-Τιράνων όπου έχουμε de facto ομοσπονδιοποίηση και de facto κατάργηση των συνόρων.

Την εθνική όμως συναίνεση, που ήταν απολύτως εφικτή και απολύτως αναγκαία, δυστυχώς δεν τη θέλησε και δεν την επεδίωξε ποτέ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Και λέω σήμερα, πάλι, κυβέρνηση ΣΥΡΖΑ-ΑΝΕΛ, παρά την αποχώρηση του κ. Καμμένου, γιατί ο κ. Καμμένος και οι ΑΝΕΛ κράτησαν το στυλό με το οποίο υπογράφθηκε η συμφωνία αυτή, που σε πολλά σημεία δεσμεύει τη χώρα από μόνης της υπογραφής της, γιατί εμπεριέχει και μία λανθάνουσα νέα ενδιάμεση Συμφωνία που ίσχυσε από της υπογραφής.

Ο στόχος της κυβέρνησης δεν ήταν, δυστυχώς, η διαχείριση ενός εθνικού θέματος υπεράνω κομματικών αντιθέσεων και σκοπιμοτήτων, αλλά η μετατροπή ενός εθνικού θέματος σε μοχλό εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων. Ήξερε πάρα πολύ καλά, και ξέρει, ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του ότι το ζήτημα του ονόματος είναι ζήτημα ταυτοτικό, δηλαδή ένα ζήτημα που κινείται σε ένα πεδίο εξαιρετικά ευαίσθητο για κάθε κοινωνία, και ιδίως για μία τραυματισμένη και κουρασμένη κοινωνία λόγω της οικονομικής κρίσης.

Το ήξερε πολύ καλά, και το ξέρει ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του, γιατί σε αυτήν την ταυτοτική ευαισθησία οικοδόμησε την απλουστευτική δημαγωγική και εθνικολαϊκιστική πολιτική του από το 2010 και μετά. Έτσι έφθασε στην εξουσία και οδήγησε τη χώρα στη δευτερογενή οικονομική κρίση από το 2015 έως τώρα, και Κύριος οίδε τι θα συμβεί στο πεδίο της οικονομίας μέχρι τις εκλογές.

Ήθελε, λοιπόν, να χρησιμοποιήσει εξαρχής το ζήτημα του ονόματος ως εργαλείο για τη μετατόπισή του από την αδελφική συνεργασία με τον κ. Καμμένο, που έγινε δήθεν σε αντιμνημονιακή βάση, στο πεδίο της δήθεν νέας κεντροαριστεράς. Ποιας κεντροαριστεράς, και μάλιστα νέας; Της βασισμένης στην ενδοκυβερνητική αποστασία τεσσάρων βουλευτών των ΑΝΕΛ και στην κα. Παπακώστα. Αυτά είναι τα κοινοβουλευτικά θεμέλια της νέας κεντροαριστεράς του κ. Τσίπρα.

Δεν τον ενδιέφερε, και δεν τον ενδιαφέρει η ταυτότητα της Μακεδονίας, αλλά η ψευδής ταυτότητα της δήθεν νέας κεντροαριστεράς. Ποιας; Υπό την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ με πρόθυμες ουρές, πρόθυμους συνοδοιπόρους της ύστερης παρακμιακής φάσης της κυβερνητικής του θητείας.

Έχουμε, λοιπόν, ενώπιόν μας την πραγματική στάθμιση των εθνικών συμφερόντων. Έχουμε μία εξωτερική πολιτική που ασκείται με όρους μικροκομματικής σκοπιμότητας, από τη μία μεριά, χωρίς να προστατεύονται προστατεύσιμα συμφέροντα της χώρας. Από την άλλη, έχουμε μείζονα ζητήματα εθνικού συμφέροντος, την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, έχουμε το πρόβλημα του ευτελισμού της κοινοβουλευτικής και δημοκρατικής τάξης. Η στάθμιση είναι καθαρή, σαφής και επιβεβλημένη. Πρέπει να προστατεύσουμε τη λειτουργία των θεσμών, τη δημοκρατική και κοινοβουλευτική και δικαιοκρατική υπόσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η δική μας στάση –και η δική μου προσωπικά– ενίσχυσε εξαρχής, εδώ και μήνες, τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Τα έχουμε πει σε εκδηλώσεις και, κυρίως, σε δημόσια εκδήλωση του Υπουργείου Εξωτερικών από κοινού με τον κ. Κοτζιά, στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Μέρτζου. Όμως θυμόσαστε τι είπα από το βήμα αυτό, όταν ήρθε στη δημοσιότητα το απίθανο της «Μακεδονίας του Ίλιντεν», που ήταν η επιτομή του αλυτρωτισμού. Θυμάστε ότι την αναθεώρηση του Συντάγματος, όχι ως υποκατάσταση της ισχύος του Διεθνούς Δικαίου, αλλά ως απόδειξη συμμόρφωσης των γειτόνων στο Διεθνές Δίκαιο, την επέβαλε, επίσης, η αντιπολίτευση με νηφάλιες και δημιουργικές φωνές της, γιατί αυτό είχε γίνει και το 1995, η Ενδιάμεση Συμφωνία οδήγησε σε σειρά αναθεωρήσεων του Συντάγματος της γειτονικής μας χώρας.

Εξακολουθεί το βασικό ζήτημα να είναι η ισχύς του Διεθνούς Δικαίου. Επειδή, πράγματι, από τη ρηματική διακοίνωση προκύπτουν ασάφειες, αμφιβολίες, υπαναχωρήσεις, μη σεβασμός όλων των προϋποθέσεων σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος και επειδή βλέπω να συγκεντρώνεται πλειοψηφία για την κύρωση της Συνθήκης, λέω, για να το ξέρουν οι επόμενες κυβερνήσεις και για να είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της Βουλής, ότι δεν μπορεί η γειτονική μας χώρα να επικαλεσθεί εσωτερικές διατάξεις της, όπως λέει η Συνθήκη της Βιέννης σχετικά –αυτό είναι ρητή διάταξη του άρθρου 27 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών– δεν μπορεί να επικαλεστεί ούτε το εθνικό της Σύνταγμα, προκειμένου να απομακρυνθεί από υποχρεώσεις που απορρέουν ρητά από το Διεθνές Δίκαιο.

Αυτό όμως θα μπορούσε να μην μας το αφήσει κανείς ως ένα ανοικτό πρόβλημα, ως μία πληγή στο εθνικό σώμα, γιατί ήταν, λόγω του momentum και του συσχετισμού που εξήγησα, απολύτως εφικτό η Συμφωνία να προβλέπει πραγματικά σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις, erga omnes και όχι διπλή ονομασία, γιατί το άρθρο 7, που είναι η μοιραία διάταξη δίπλα στη σύνθετη ονομασία «Βόρεια Μακεδονία», επιτρέπει τη χρήση των όρων «Μακεδονία», «Μακεδονικός», με το αφήγημα και την ιδεολογική χρήση της ιστορίας που θέλει το δεύτερο μέρος της Σύμβασης. Βεβαίως θα μπορούσε και θα όφειλε, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες, η ιθαγένεια –εγώ δέχομαι ότι το nationality είναι ιθαγένεια, η εξωτερική όψη της ιθαγένειας, αυτό το βλέπουμε πάρα πολύ καλά στο Ηνωμένο Βασίλειο που έχει μία nationality αλλά πολλές μορφές citizenship– πρέπει να είναι βορειομακεδονική. Τις διευκρινίσεις της ρηματικής διακοίνωσης τις ζήτησαν και τις επέβαλλαν οι Αλβανοί, ενώ έπρεπε να τις ζητήσει και να τις επιβάλλει η ελληνική κυβέρνηση. Το ίδιο και για τη γλώσσα, γιατί τους ενδιαφέρει τους Αλβανούς η χρήση της αλβανικής γλώσσας, η άλλη γλώσσα δεν είναι η γλώσσα του κράτους τους, είναι η γλώσσα της σλαβικής κοινότητας, της πλειονότητας, άρα είναι σλαβομακεδονική ή μακεδονοσλαβική, όπως τη λέγαμε σε όλες τις κρίσιμες απογραφές.

Για να μη μιλήσω για τις αφηγήσεις. Εγώ δέχομαι την καλύτερη ερμηνεία του άρθρου 7, ότι παραιτούνται του εξαρχαϊσμού και της διεκδίκησης της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, αλλά παίρνουν την ιστορική αφήγηση των μεσαιωνικών και νεώτερων χρόνων, που είναι η κρίσιμη, γιατί είναι αυτή που έχει εκβολές μέχρι το σήμερα.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν ήθελε εθνική συναίνεση από τους πολιτικούς αντιπάλους, ήθελε μόνον υποστηρικτές, χειροκροτητές και ουρές. Ήθελε να προκαλέσει εσωτερική ρήξη στη Νέα Δημοκρατία, υποταγή του ΚΙΝΑΛ διά μέσου πρόθυμων συνοδοιπόρων, εξαέρωση του Ποταμιού. Μεταχειρίσθηκε δε ο κ. Τσίπρας τον κ. Καμμένο όπως αρμόζει σε μία σχέση πολιτικών συνενόχων που αλληλοκαρφώνονται. Η μεταχείριση του κ. Καμμένου είναι πολύ διδακτική και προειδοποιητική για τους νέους συνοδοιπόρους.

Η ισορροπία της συμφωνίας είναι, δυστυχώς, ετεροβαρής, γιατί η Ελλάδα δίνει την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα άλλαξε ο συγχρονισμός των ενεργειών, ενώ έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί η αναθεώρηση και η κύρωση και η θέση σε ισχύ της Συμφωνίας από το πρώτο μέρος και να ακολουθήσει το δεύτερο, μάλλον αντίστροφα, το δεύτερο που είναι τα Σκόπια και να ακολουθήσει η Αθήνα, τώρα προηγείται η Αθήνα σε όλα, και στην πλήρη κύρωση και στην ένταξη στο ΝΑΤΟ, και ακολουθεί η έναρξη ισχύος του Συντάγματος. Αλλά τι πήραν; Πήραν την ιθαγένεια, τη γλώσσα και το αφήγημα του άρθρου 7 και, όπως είπαμε, η σύνθετη ονομασία έχει συνοπτική εκδοχή ή μονολεκτική του άρθρου 7, η δε πλήρης εφαρμογή, όπως μας λέει και ο εφαρμοστικός νόμος της αναθεώρησης του Συντάγματος, έχει μία μεγάλη μεταβατική περίοδο που για την εσωτερική χρήση συναρτάται με τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή επ’ αόριστον. Μιλάμε τώρα για πολλά χρόνια, για δεκαετίες, και δεν μιλώ για σήματα, ονομασίες προέλευσης, τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης και όλα τα άλλα.

Η ρηματική διακοίνωση βεβαίως και η αλλαγή του συγχρονισμού των ενεργειών δείχνει ότι, παρά τις επαγγελίες της Συμφωνίας, η Συμφωνία ήταν και είναι δεκτική βελτιώσεων και άρα και η εφαρμογή της, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.

Θα ήθελα, λοιπόν, όσοι απευθύνονται σε εμάς, και στον ομιλούντα, και θέτουν ζητήματα σύγχρονου πατριωτισμού και ευθύνης, να είναι πάρα-πάρα πολύ προσεκτικοί. Καταδικάζω απερίφραστα τις ύβρεις, τους προπηλακισμούς, τις βόμβες μολότοφ, τις απειλές, τις αφίσες. Δεν ξεχνώ όμως, κυρίες και κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, τις δικές σας ύβρεις, τους δικούς σας προπηλακισμούς, τις απειλές, τις βάρβαρες έως γελοιότητος απόπειρες δολοφονίας χαρακτήρων που αμετανόητοι συνεχίζετε μέχρι σήμερα, οδηγώντας σε βιασμό των θεσμών, όπως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης όπου έχουμε πρωτοφανείς καταστάσεις διαδοχικών καταγγελιών εισαγγελικών λειτουργών για πιέσεις.

Διχάζετε την κοινωνία εν ψυχρώ, την κάνετε να νιώθει αποκομμένη από τους δημοκρατικούς και κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Εκτρέφετε πάντα τον εθνολαϊκισμό, άλλοτε ως έκφρασή του και άλλοτε ως δήθεν αντίπαλός του. Εναλλάσσεστε στους ρόλους με εκπληκτική άνεση, την άνεση του κυνικού πολιτικού τυχοδιώκτη. Όχι λοιπόν μαθήματα πατριωτισμού και ευθύνης σε εμάς, και σε εμένα προσωπικά.

 

24.1.2019, Ευ. Βενιζέλος, Βουλή: Όχι μαθήματα πατριωτισμού και ευθύνης σε εμάς from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2019