Αθήνα 10 Ιανουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης για το αν στην αναθεωρητική διαδικασία η δεύτερη Βουλή δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της πρώτης

 

Στις 9 Μαΐου του 1995, στην Επιτροπή Αναθεώρησης εκείνης της Βουλής που δεν ολοκλήρωσε την διαδικασία της πρώτης φάσης γιατί διελύθη, είχα πει την άποψή μου επί του θέματος αυτού. Η οποία έχει ως εξής: Σας διαβάζω τα συμπεράσματα που διετύπωσα ως Γενικός Εισηγητής στο τέλος αυτής της συζήτησης: «Επιχείρησα να θεμελιώσω μια συγκεκριμένη πρακτική διαδικαστική πρόταση. Είπα ότι η ανάγκη της αναθεώρησης πρέπει να διαπιστώνεται με πλειοψηφία που φτάνει ή υπερβαίνει τις 180 ψήφους αν υπάρχει στοιχειώδης συναίνεση και ως προς την κατεύθυνση. Αν δεν υπάρχει στοιχειώδης συναίνεση ως προς την κατεύθυνση, είναι αναγκαίο να μην διαπιστώνεται η ανάγκη καθόλου ή να διαπιστώνεται με πλειοψηφία μικρότερη των 180, έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση η επόμενη Βουλή να έχει συγκεκριμένη διαδικαστική δέσμευση και να είναι αναγκασμένη να βρει 180 ψήφους, εφόσον δεν έχει διαμορφωθεί συναίνεση.» Λοιπόν, αυτή είναι η θέση μου.

Πώς προκύπτει η θέση αυτή, πολύ συνοπτικά, χωρίς να μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες, μπορείτε να δείτε, όσοι έχετε ενδιαφέρον, μια εκτενή μελέτη μου που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό του Ομίλου Μάνεση “Constitutionalism. gr” .

Η συζήτηση αυτή διεξάγεται για έναν αιώνα στη χώρα μας. Τέθηκε το ερώτημα όταν μετά την Επανάσταση στο Γουδή, η Βουλή του παλαιού συστήματος επιχείρησε να δεσμεύσει τη διπλή Αναθεωρητική Βουλή που επρόκειτο να εκλεγεί. Η διαδικασία δεν τηρήθηκε όπως προέβλεπε το Σύνταγμα του 1864, γιατί τότε έπρεπε η ανάγκη αναθεώρησης να διαπιστωθεί από δυο διαδοχικές κοινές Βουλές και στη συνέχεια να εκλεγεί διπλή Αναθεωρητική Βουλή. Εδώ, με την ανάγκη διαπιστωμένη από μια απλή Βουλή συνεκλήθη διπλή Αναθεωρητική Βουλή. Όμως η προηγούμενη Βουλή, η παλαιά, είχε προσδιορίσει με σαφήνεια τις κατευθύνσεις για να δεσμεύσει τον νέο συσχετισμό δυνάμεων, τον ανατρεπτικό, τον εκσυχρονιστικό που εξέφραζε, πρωτίστως, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Διεξήχθη, λοιπόν, εκτενής συζήτηση στην οποία κυριάρχησαν οι απόψεις του μετέπειτα Υπουργού Δικαιοσύνης των Κυβερνήσεων Βενιζέλου, του Δημητρακόπουλου και του ίδιου του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πρώτη Βουλή, - στην πρώτη διπλή αναθεωρητική δεν ήταν ακόμα Πρωθυπουργός, ήταν πάντα Πρωθυπουργός ο Στέφανος Δραγούμης- και στη δεύτερη διπλή Αναθεωρητική Βουλή και το συμπέρασμα των συζητήσεων αυτών είναι ότι δεσμεύεται η Αναθεωρητική Βουλή από τον κατάλογο που θέτει τα όρια των θεμάτων επί των οποίων διεξάγεται η αναθεώρηση, αλλά ότι δεν δεσμεύεται ως προς το περιεχόμενο και την κατεύθυνση. Αυτό το αποτύπωσε, με σαφέστατο τρόπο στο Συνταγματικό του Δίκαιο, ο Ν.Ν. Σαρίπολος, επικαλούμενος τις απόψεις και του Δημητρακόπουλου και του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αυτό συνέβη το 1914. Έκτοτε, ποτέ φυσικά οι πρωταγωνιστές εκείνης της συζήτησης, ούτε η επιστημονική κοινότητα, αμφισβήτησε το δεδομένο αυτό.

Στη συνέχεια, καμία Αναθεώρηση του Συντάγματος δεν ήταν κατά κυριολεξία αναθεώρηση, διότι με πρόσχημα την αναθεωρητική διαδικασία, η χώρα αποκτούσε νέο Σύνταγμα, επρόκειτο για πρωτογενής συντακτική εξουσία υπό το σχήμα της διαδικασίας αναθεώρησης η οποία δεν ετηρείτο. Αυτό έγινε και το 1952, όπως ξέρετε, όπου είχαμε αλλεπάλληλες Βουλές οι οποίες διατηρούσαν, χωρίς αυτό να προβλέπεται από το Σύνταγμα, την αναθεωρητική τους δικαιοδοσία. Και βέβαια, μετά, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαίωσε ότι μεταβλήθηκε το Σύνταγμα και ισχύει εκ των πραγμάτων επειδή αυτό επιβάλλεται ως νέο Σύνταγμα, όχι επειδή τηρήθηκε η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος του 1911.

Πραγματικές διαδικασίες αναθεώρησης έχουμε μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, το 1986, το 2001, το 2008 και τώρα. Στις τρείς   προηγούμενες διαδικασίες αναθεώρησης, η Βουλή η πρώτη που διαπίστωσε την ανάγκη, κατέγραψε τον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων με μνεία του αριθμού τους, αλλά δεν προσδιόρισε κατεύθυνση. Η πρακτική η κοινοβουλευτική των 45 ετών της μεταπολίτευσης είναι ότι η πρώτη Βουλή μνημονεύει τις προς αναθεώρηση διατάξεις , αλλά δεν καθορίζει κατεύθυνση.

Η καινοτομία του Συντάγματος του 1975 είναι η εναλλαγή των πλειοψηφιών. Μπορεί το180 να χρησιμοποιηθεί στην πρώτη ή στη δεύτερη, αυτό γιατί είναι κρίσιμο; Είναι κρίσιμο, γιατί παραδόξως, μέχρι το 1975 τα Συντάγματά μας προέβλεπαν αυξημένη πλειοψηφία στην πρώτη Βουλή, όχι στη δεύτερη. Ενώ, φυσικά, το σωστό και το λογικό είναι η αυξημένη πλειοψηφία να υπάρχει υπέρ της δεύτερης Βουλής, της αναθεωρητικής. Άρα το Σύνταγμα του 1975 κάνει ένα σωστό αλλά ατελές βήμα γιατί επιτρέπει την εναλλαγή των πλειοψηφιών.    

Άρα είναι προφανές ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη στη συνταγματική ιστορία της χώρας υπέρ της άποψης ότι η κατεύθυνση δεσμεύει την αναθεωρητική Βουλή, το αντίθετο. Η ιστορία η συνταγματική είναι σαφής και η πρακτική η συνταγματική της μεταπολίτευσης σαφής. Και οι θέσεις της θεωρίας βεβαίως τώρα διαπλάθονται διότι υπάρχουν επιστήμονες οι οποίοι υποστηρίζουν την άποψη που εξέθεσε ο κ. Κατρούγκαλος και το ερώτημα το οποίο τίθεται κατά βάθος, γιατί από εκεί ξεκινάνε όλα, είναι εάν η απόφαση της πρώτης Βουλής να ορίσει κατεύθυνση, είναι δικαστικά ελέγξιμη στο πλαίσιο ενός δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Πράγματι υπάρχουν δύο σύντομες, αφαιρετικές, καθόλου αναλυτικές και τεκμηριωμένες σκέψεις σε μια απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών και σε μία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά από αίτηση ακυρώσεως συμβούλου επικρατείας που δεν προήχθη στο βαθμό του Αντιπροέδρου. Τα δικαστήρια κινούνται με βάση την οικονομία της συγκεκριμένης δίκης, δεν επρόκειτο να κάνουν δεκτό τέτοιον ισχυρισμό. Δικονομικά όμως δεν τον θεώρησαν απαράδεκτο, τον απέρριψαν όμως μονολεκτικά. Δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει αιτιολογία, τεκμηρίωση, θα έλεγα δικαστική συνείδηση περί ποιου πράγματος πρόκειται.

Άλλωστε τα ζητήματα αυτά είναι κατεξοχήν ζητήματα ,όπως λέμε, εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας, αφορούν την εσωτερική λειτουργία της Βουλής. Το Σύνταγμα προβλέπει δικαστικό έλεγχο για το «περιεχόμενο» του νόμου, λέει το άρθρο 93 παράγραφος 4, ή για την «ουσιαστική» αντισυνταγματικότητα, λέει το άρθρο 100. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει δικαστικό έλεγχο της τυπικής συνταγματικότητας των νόμων, πολύ περισσότερο της τυπικής συνταγματικότητας του ίδιου του Συντάγματος και αλλοίμονο εάν τέτοιο μείζονα ζητήματα για την υπόσταση του Συντάγματος αυτή καθ’ αυτήν, γίνονταν αντικείμενο παρεμπίπτοντος και διάχυτου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, πέραν του ότι παραβιάζεται η αρχή της εσωτερικής αυτονομίας του Κοινοβουλίου που εδράζεται στη διάκριση των εξουσιών.

Υπάρχουν όμως τα ερωτήματα τα πολιτικά και τα λογικά, του κ. Κατρούγκαλου. Πώς θα θεμελιωθεί η συναίνεση; Πρέπει να μπορεί να θεμελιωθεί η συναίνεση. Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι και πρέπει ο πολίτης να ενημερώνεται και να αποφασίζει, έστω έμμεσα, στις εκλογές που παρεμβάλλονται. Ενημερώνεται λοιπόν με τις συζητήσεις, τις τοποθετήσεις των κομμάτων και την ψηφοφορία. Εάν υπάρχει εμπιστοσύνη και συναίνεση μεταξύ των κομμάτων, μπορεί να έχουμε 180 και παραπάνω ψήφους. Εάν δεν υπάρχει αυτό, πρέπει η αυξημένη πλειοψηφία των 180 να διατηρείται για τη δεύτερη Βουλή προκειμένου ή να επιτευχθεί εκεί συναίνεση, ή να ματαιωθεί η αναθεώρηση. Γι’ αυτό έχω πει κατ’ επανάληψη ότι πρακτικά δύο πράγματα διασφαλίζουν το κύρος της διαδικασίας.

Πρώτον, να σεβαστούμε την πρακτική, την πρακτική των τριών προηγουμένων αναθεωρητικών διαδικασιών, που δεν προσδιόρισαν κατεύθυνση.

Δεύτερον, να μην ψηφιστεί ,εάν δεν υπάρχει πραγματική συναίνεση, καμία διάταξη ως έχουσα ανάγκη αναθεώρησης με πλειοψηφία μεγαλύτερη των 179 ψήφων, ώστε να διασφαλιστεί το 180 ως αναγκαία πλειοψηφία στην αναθεωρητική Βουλή.

Αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε αυτό που πετύχαμε το 2001. Το 2001, η ΝΔ ως αντιπολίτευση, είχε ψηφίσει από το 1998 πολλές διατάξεις με πλειοψηφία 180, εμπιστευόμενη την πλειοψηφία της Βουλής που εκλέχθηκε το 2000. Δεν είχε δώσει όμως αυτή την ευχέρεια για το ζήτημα του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και έτσι δεν αναθεωρήθηκε η διάταξη του άρθρου 32 και αυτό τώρα μας απασχολεί και έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Αλλά, εκεί που ήθελε να συναινέσει, υπερψήφισε με 180. Εκεί που ήθελε να επιφυλαχθεί, επιφυλάχθηκε και έτσι αναζητήθηκε πλειοψηφία 180 στην επόμενη Βουλή.

Δεν θέλω να σας κουράζω με λεπτομέρειες, θα βρείτε στο κείμενο αυτό που θα δώσω στην Γραμματεία προς αναπαραγωγή - πλην του παραρτήματος το οποίο είναι τα πρακτικά της Βουλής του 1995, τα οποία τα είχα δώσει σε προηγούμενη φάση και τα έχετε-, ώστε εκεί να δείτε και την πλήρη τεκμηρίωση στη σχετική νομολογία, βιβλιογραφία, τα συγκριτικά δεδομένα και τη συζήτηση η οποία έχει διεξαχθεί επί δεκαετίες.

Στο δε προαναφερθέν ζήτημα- και κλείνω κ. Πρόεδρε - εάν μπορεί να εγκαταλείψει την αναθεώρηση η αναθεωρητική Βουλή. Ο Ν.Ν. Σαρίπολος είναι εξαιρετικά προβλεπτικός από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα και λέει, η Βουλή «δύναται να λάβει τοιαύτην ή τοιαύτην απόφασιν». Δηλαδή λέει, ότι δεν μπορεί σιωπηρά να εγκαταλείψει την αναθεώρηση, αλλά μπορεί να την απορρίψει. Στην περίπτωση αυτή βεβαίως δεν έχει συντελεστεί αναθεώρηση, οπότε δεν ισχύει η προθεσμία των πέντε ετών του άρθρου 110, γιατί η προθεσμία διασκέψεως των πέντε ετών άρχεται από τη δημοσίευση της αναθεώρησης, εδώ δεν έχουμε ούτε αναθεώρηση, ούτε δημοσίευση, ούτε πενταετία. Σας ευχαριστώ πολύ.

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2019