Αθήνα, 20 Δεκεμβρίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση για τα άρθρα 51-86

 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, σε σχέση με την δέσμη που συζητείται, προσπάθησα να κάνω μία ταξινόμηση η οποία δυστυχώς δεν μπορεί να συμπυκνώσει τις διατάξεις σε λιγότερες από επτά ενότητες. Οι κρισιμότερες είναι οι δύο πρώτες.

Η πρώτη ενότητα αφορά το εκλογικό σύστημα, όπου έχουμε συγκρουόμενες προτάσεις, του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας. Η βασική ιδέα βεβαίως, είναι να υπάρξει συνταγματική πρόβλεψη, λεπτομερέστερη και ειδικότερη της ισχύουσας, ως προς την ουσία του εκλογικού συστήματος.

Η αντίρρησή μου αφορά αυτό το ζήτημα. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται τα Συντάγματα να προσδιορίζουν ειδικότερα τους κανόνες διεξαγωγής των εκλογικών αναμετρήσεων. Πρέπει να έχει ο κοινός εκλογικός νομοθέτης ευρεία ει δυνατόν ευχέρεια, η οποία ούτως ή άλλως περιορίζεται από τις γενικές αρχές που διέπουν το πολίτευμά μας.

Για να το πω δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, η ίδια η δημοκρατική αρχή και ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος αποκλείουν ,κατά τη γνώμη μου, τα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα, τα οποία καθίστανται αντισυνταγματικά. Απορρέει από τις θεμελιώδεις αρχές και διατάξεις του Συντάγματος.

Όπως ξέρετε, ορισμένοι εξ ημών σίγουρα για λόγους επιστημονικούς, ο Σαρίπολος είχε αφιερώσει την ιστορική διδακτορική του διατριβή στο Παρίσι στο αναλογικό εκλογικό σύστημα και είχε προτείνει μια θεμελιώδη διάκριση της εκλογικής διαδικασίας σε εκλογή-απόφαση που λαμβάνει το εκλογικό Σώμα, η οποία δικαιολογεί τα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα, τα οποία εκλέγονται με κατά πλειοψηφία απόφαση του εκλογικού Σώματος και σε εκλογή-αντιπροσώπευση, όπου τελικά το κοινοβουλευτικό όργανο είναι ένας καθρέπτης του συσχετισμού των δυνάμεων στο εκλογικό Σώμα με αποκλίσεις οι οποίες εξυπηρετούν άλλους συνταγματικά θεμιτούς σκοπούς, όπως είναι, για παράδειγμα, η κυβερνητική σταθερότητα.

Η κυβερνητική σταθερότητα αποτυπώνεται στο Σύνταγμά μας σε μια σειρά από διατάξεις που διέπουν κυρίως τον διορισμό και την παύση της Κυβέρνησης. Η κοινοβουλευτική αρχή στο άρθρο 84 του Συντάγματος οικοδομείται στην ανάγκη προστασίας της κυβερνητικής σταθερότητας με μια σειρά από διατάξεις. Και η αρχή της δεδηλωμένης είναι η αντανάκλαση της κοινοβουλευτικής αρχής στη φάση του διορισμού της κυβέρνησης, για την ακρίβεια, στη φάση του διορισμού του Πρωθυπουργού.

Δεν ήταν ποτέ μια απλή συνθήκη του πολιτεύματος. Τώρα πια είναι αναλυτικός κανόνας του Συντάγματος. Ήταν πάντα κατά τη γνώμη μου συνταγματικός κανόνας συνδεόμενος με τον θεμελιώδη κανόνα της κοινοβουλευτικής αρχής, δηλαδή, την εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής, που είναι -αν θέλετε- ο πυρήνας του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, μαζί με το δικαίωμα της κυβέρνησης να διαλύει την Βουλή, γιατί αυτό είναι το θεσμικό αντίβαρο.

Υπό την έννοια αυτή ούτε η πρόταση για αναλογικό εκλογικό σύστημα με μεγίστη απόκλιση 10% μεταξύ ψήφων και εδρών, που παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η πρόταση για ρητή αναφορά σε εύλογη αντιπροσώπευση και κυβερνησιμότητα πρέπει να ενταχθούν στο Σύνταγμα.

Η μέγιστη απόκλιση 10% σημαίνει ότι ένα κόμμα με 40% παίρνει αναλογικά 120 έδρες με μέγιστη απόκλιση 12 εδρών, δηλαδή, 132 έδρες. Αυτό είναι μία υπέρμετρη δέσμευση του κοινού νομοθέτη. Προσπαθούμε διά της αναθεωρήσεως να λύσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τη συγκυρία, τη συζήτηση για το εκλογικό σύστημα.

Η συζήτηση για το εκλογικό σύστημα, όμως, διέπεται από εγγυήσεις εφάμιλλες ή και αυστηρότερες της αναθεώρησης. Γιατί η άμεση τροποποίηση του εκλογικού συστήματος προϋποθέτει πλειοψηφία 2/3, μεγαλύτερη από την αναθεωρητική πλειοψηφία.

Τώρα εξίσου σημαντικό είναι και το ζήτημα της ψήφου της εκτός επικρατείας πολιτών, που προτείνει η Νέα Δημοκρατία. Το ζήτημα αυτό ταξινομείται σε δύο επιμέρους ζητήματα. Είναι άλλο θέμα η πρακτική συμμετοχή των εκτός επικρατείας πολιτών στην εκλογική διαδικασία με βάση την εγγραφή τους στα δημοτολόγια και την εκλογική τους προτίμηση, χωρίς να επηρεάζεται η έννοια του νόμιμου πληθυσμού και η κατανομή των εδρών στις περιφέρειες, και άλλο ζήτημα η εισαγωγή συνταγματικών αποκλίσεων από την κατανομή των εδρών στις περιφέρειες και από την αρχή του νόμιμου πληθυσμού.

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας εισάγει παρόμοια απόκλιση. Η απόκλιση αυτή θα ήταν δικαιολογημένη, εάν αυτοί οι Βουλευτές ήταν Βουλευτές -παρατηρητές με συμβουλευτική ψήφο και δικαίωμα λόγου, που δεν επηρεάζουν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Εάν επηρεάζουν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων, πρέπει να ακολουθείται η αρχή του νόμιμου πληθυσμού.

Εν πάση περιπτώσει πρέπει να ακολουθήσουμε τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γιατί αυτές οι συνταγματικές διατάξεις ελέγχονται σαν να είναι κοινές διατάξεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Υπάρχουν δύο θεμελιώδεις αποφάσεις. Η πρώτη είναι η Σίντλερ κατά Ηνωμένου Βασιλείου και η δεύτερη η Σιταρόπουλος-Γιακουμόπουλος κατά Ελληνικής Δημοκρατίας.

Τι μας λέει το Δικαστήριο; Μπορεί ο εθνικός νομοθέτης να θεσπίσει κανόνες ελέγχου της πραγματικής σχέσης ενός απόδημου με το κράτος. Ο περιορισμός της δεκαπενταετίας -όταν κάποιος είναι απόδημος πέραν της δεκαπενταετίας- κρίθηκε θεμιτός. Επίσης, κρίθηκε θεμιτή από την ολομέλεια του Δικαστηρίου, από το μεγάλο τμήμα, στην υπόθεση Σιταρόπουλος-Γιακουμόπουλος, η αδράνεια του εθνικού νομοθέτη στην Ελλάδα να ενεργοποιήσει την ψήφο των εκτός επικρατείας.

Εγώ είμαι υπέρ της ενεργοποίησης, αλλά πρέπει να το κάνουμε αυτό με σοβαρότητα και με βάση την τυπολογία αποδήμων. Δεν είναι όλοι οι απόδημοι ίδιοι. Δεν είναι ίδιος ο νέος που φεύγει με το brain drain και πηγαίνει να ζήσει στην Ελβετία ή στην Γερμανία. Δεν είναι ίδιος αυτός που ζει εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης με κανόνες ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών. Δεν είναι το ίδιο ο Ελληνοαμερικανός με αμερικανική ιθαγένεια, τρίτης ή τέταρτης γενιάς που δεν είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος και ο οποίος δεν έχει επαφή με το πολιτικό γίγνεσθαι. Η εθνική του βοήθεια είναι τεράστια, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται να είναι στην Βουλή για να το πετύχει αυτό. Είναι πολύ καλύτερο να είναι στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών για να το πετύχει αυτό ή στα πολιτειακά Κογκρέσα.

Υπό την έννοια αυτή χρειάζεται μία σοβαρή συζήτηση, δεδομένου πως ότι και να αποφασίσει ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης, θα ελεγχθεί κατά το άρθρο 3 του πρώτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από το Δικαστήριο του Στρασβούργου.

Και πάλι, όμως, η βασική εγγύηση είναι η αυξημένη πλειοψηφία των 2/3, την οποία έχουμε θεσπίσει με την αναθεώρηση του 2001. Γιατί εδώ καθορίζουμε τους όρους συγκρότησης του εκλογικού Σώματος. Εδώ πρέπει να έχουμε μεταπλειοψηφικές εγγυήσεις, εγγυήσεις δημοκρατικής συναίνεσης επί των κανόνων του παιχνιδιού.

Η επόμενη ενότητα είναι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για όριο τριών διαδοχικών θητειών στους Βουλευτές. Τέτοιο όριο δεν είναι συνηθισμένο.

Ως προς τους Βουλευτές τώρα -θα μου επιτρέψετε να πω για να προσπαθήσω να τα εξοικονομήσω όλα- η πρόταση για τρεις διαδοχικές θητείες δεν είναι κάτι το οποίο συναντά κανείς στην ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική παράδοση. Τέτοια όρια υπάρχουν σε αυτούς που ασκούν πραγματική, εκτελεστική εξουσία. Τέτοιο όριο έχει ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Τέτοιο όριο είναι νοητό στον Γάλλο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στον Βουλευτή; Πώς θα διαμορφωθούν οι μεγάλες παραδόσεις, οι κοινοβουλευτικές συνέχειες; Πώς θα υπάρξουν άνθρωποι σαν τον Ηλία Ηλιού; Πώς θα υπάρξουν άνθρωποι οι οποίοι διατηρούν τη θεσμική μνήμη του κοινοβουλίου και του κοινοβουλευτισμού;

Θα υπάρξει όμως, εξαίρεση των πρώην Πρωθυπουργών και των Αρχηγών των κομμάτων; Εξαιρούνται δηλαδή αυτοί που έχουν την πραγματική εξουσία, που καθορίζουν την πολιτική και έχουν όριο στις θητείες οι απλοί Βουλευτές, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν ασκήσει ποτέ ούτε καθήκοντα Υφυπουργού;

Θεωρώ ότι η πρόταση αυτή είναι και άνιση και επιδεικτική και νομίζω ότι παραβιάζει και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Θεωρώ δε ότι αν αυτή εισαχθεί στο Σύνταγμα, θα ελεγχθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με βάση το άρθρο 3 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, διότι περιορίζει υπέρμετρα και αδικαιολόγητα το παθητικό εκλογικό δικαίωμα, ιδίως όταν υπάρχει αυτή η προκλητική εξαίρεση των αρχηγών των κομμάτων και των πρώην πρωθυπουργών. Εάν κάπου έπρεπε να υπάρχει όριο, ήταν αυτό εκεί.

Συμφωνώ, όμως, με την πρόταση για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Αυτή είναι μια χρήσιμη πρόταση που την είχαμε πολλές φορές διατυπώσει. Διαφωνώ με την ευκολία των δημοψηφισμάτων, όπως είχα την ευκαιρία να πω σε προηγούμενη ενότητα. Μην τα επαναλαμβάνουμε.

Η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία είναι μια ορθή επιλογή που σέβεται τον αντιπροσωπευτικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και εγκαθιδρύει έναν ακόμη καλύτερο διάλογο μεταξύ Κοινοβουλίου και κοινωνίας των πολιτών.

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για σταθερό τετραετή εκλογικό κύκλο με δικαίωμα αυτοδιάλυσης της Βουλής, αλλά ανάδειξη της νέας Βουλής για το υπόλοιπο της θητείας της παλιάς Βουλής, είναι μια πρόταση η οποία δεν προβλέπεται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική παράδοση. Τέτοια διάταξη σε ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σύστημα υπάρχει για λόγους ιστορικούς μόνο στη Νορβηγία. Δεν επιτρέπεται η διάλυση της Βουλής και εκλέγεται για το υπόλοιπο η Βουλή; Όχι. Η Βρετανία είναι το καθαρότερο κοινοβουλευτικό σύστημα. Διάλυση όποτε θέλει ο Πρωθυπουργός.

Τώρα, αν μια Αντιπολίτευση δεν θέλει εκλογές είναι άξια της μοίρας της. Άρα, δεν υπάρχει κανένα τέτοιο ζήτημα. Αυτό εννοώ.

Τώρα υπάρχει μια παράδοση μόνο στη Νορβηγία. Υπάρχουν και άλλα δυο παραδείγματα: Ο Άγιος Μαρίνος και η Ελβετία. Όμως, δεν πρόκειται για κοινοβουλευτικά συστήματα διακυβέρνησης. Αυτή είναι η κατάσταση σε γενικές γραμμές.

Από εκεί και πέρα υπάρχουν μια σειρά από διατάξεις εσωτερικής λειτουργίας της Βουλής που προτείνει η Νέα Δημοκρατία, δηλαδή όρκος ή διαβεβαίωση, δικαιώματα μειοψηφιών, δυο εξεταστικές επιτροπές εφόσον συγκεντρωθούν δύο πέμπτα, κοινοβουλευτικός έλεγχος, Διάσκεψη των Προέδρων, κανόνες καλής νομοθέτησης, προνομοθετική διαβούλευση, αιτιολογική έκθεση για επείγον-κατεπείγον. Τίποτα από αυτά δεν χρειάζεται. Όλα μπορούν να προβλεφθούν στον Κανονισμό της Βουλής, όλα συνάγονται ερμηνευτικά. Δεν χρειάζεται αναθεωρητικός πληθωρισμός.

Αφήνω έξω την πρόταση για τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, να την εξετάσουμε στην επόμενη ενότητα, γιατί αφορά τη Δικαιοσύνη. Δεν αφορά τη Βουλή στην πραγματικότητα. Άρα, δεν διατυπώνω την άποψή μου για αυτή.

Επίσης, δεν χρειάζονται, κατά τη γνώμη μου, τροποποιήσεις στο Κεφάλαιο περί Κυβέρνησης, άρθρα 81 και 82. Γιατί ο Αντιπρόεδρος να μην έχει την ιδιότητα του Υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου που έτσι λέει το Σύνταγμα; Τι θα πει συλλογικότητα στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο διορίζεται με πρόταση του Πρωθυπουργού; Υπάρχουν όρια συλλογικότητος.

Εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά δεν είναι κρίσιμα κανονιστικά ζητήματα. Όμως, το Δημοσιονομικό Σύνταγμα είναι. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για το άρθρο 78 και το άρθρο 79 έχει νόημα. Η κατάργηση, όμως, της φορολογικής αναδρομής, πλήρης και απόλυτη, νομίζω ότι περιορίζει τις ελάχιστες δυνατότητες άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής που έχει στα χέρια του ο νομοθέτης, που έχει στα χέρια της μια Κυβέρνηση κράτους-μέλους της Ευρωζώνης. Δεν χρειάζεται να ευνουχίσουμε αυτές τις δυνατότητες.

Η αναδρομική εφαρμογή ενός φορολογικού νόμου είναι λίγο πιο χαλαρή από την ποινική αναδρομή που απαγορεύεται, αλλά πρέπει, έστω σε αυτό το μικρό περιθώριο ευχέρειας, να επιμείνουμε για λόγους αυτοπροστασίας δημοσιονομικής.

Αντιθέτως, είναι σωστό να ασχοληθεί η Βουλή με τον χρυσό δημοσιονομικό κανόνα, διότι επί του θέματος αυτού η Ελλάδα έχει αναλάβει υποχρέωση διεθνή κυρώνοντας τη Συνθήκη για τον Συντονισμό, τη Συνεργασία και τη Διακυβέρνηση, το νέο δημοσιονομικό σύμφωνο το οποίο προβλέπει αναλυτικότατους κανόνες δημοσιονομικής ισορροπίας στα άρθρα 2 και 3, οι οποίοι ισχύουν στη χώρα μας με αυξημένη τυπική ισχύ είτε δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 1, που είναι η ορθότερη λύση, είτε δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 2. Κι επίσης, έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να εισαχθούν αυτές οι ρυθμίσεις και ρητά στο Σύνταγμα της χώρας ή σε διατάξεις περί προϋπολογισμού, οι οποίες, όμως, στην Ελλάδα είναι συνταγματικές.

Οι κανόνες που καθορίζονται στην παράγραφο 1, λέει η διάταξη , ισχύουν στο εθνικό δίκαιο των συμβαλλομένων μερών το αργότερο ένα έτος μετά την έναρξη της ισχύουσας παρούσας συνθήκης –άρα ισχύουν- μέσω διατάξεων δεσμευτικού και μόνιμου χαρακτήρα, κατά προτίμηση συνταγματικού, ή άλλως διατάξεων των οποίων η πλήρης τήρηση και εκπλήρωση κατοχυρώνεται μέσω των διαδικασιών που διέπουν τον εθνικό προϋπολογισμό.

Αυτή είναι η παράγραφος 2 του άρθρου 3 της Συνθήκης για τον Συντονισμό, τη Συνεργασία και τη Διακυβέρνηση που ισχύει στην ελληνική έννομη τάξη και στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Άρα, στην πραγματικότητα αυτά τα θέματα έχουν λυθεί και το ερώτημα είναι αν θα έχουμε ένα συνταγματικό κείμενο, το οποίο θα εκτιμά την πραγματικότητα και θα τη σέβεται, ή αν θα αγνοούμε την πραγματικότητα, τη νομική πραγματικότητα, αυτή που δεσμεύει τη χώρα.

Και νομίζω ότι πρέπει να αποδείξουμε ότι, αν μη τι άλλο, έχουμε μια επίγνωση της δημοσιονομικής κατάστασης μετά από εννιά χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής και περιπέτειας και μετά την εμπειρία που έζησε και η νέα Κυβέρνηση, η παρούσα Κυβέρνηση, η παλαιά πλέον, η οποία βλέπει τα πράγματα τώρα με καθαρότερο μυαλό. Άρα, ίσως από τις διατάξεις αυτές, αυτή είναι η διάταξη που πρέπει πρωτίστως να μας απασχολήσει διότι αφορά το μέλλον της χώρας.

Επίσης, θεωρώ, ότι η πρόταση για καθεστώς φορολογικής σταθερότητας και στρατηγικές επενδύσεις προβλέπεται στο άρθρο 107, αλλά εν πάση περιπτώσει και αυτή θα άξιζε να συζητηθεί. Είναι μια πρόταση η οποία βγάζει νόημα και στέλνει ένα μήνυμα σοβαρότητας επενδυτικής της χώρας και σοβαρότητας της χώρας από πλευράς ασφάλειας δικαίου.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση για τα άρθρα 51-86 from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΕκλογικό Σώμα | Εκλογικό ΣύστημαΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2018