Αθήνα, 29 Νοεμβρίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης για τα άρθρα 2 και 3 του Συντάγματος

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

 

η διάταξη του άρθρου 3 που προέρχεται από τη διάταξη του άρθρου 1 προγενέστερων ελληνικών συνταγματικών κειμένων, έχει μια πολύ γνωστή προϊστορία.

Το επαναστατημένο έθνος προσδιόρισε την εθνική του ταυτότητα με βάση τη χριστιανική πίστη, όχι το ορθόδοξο δόγμα μόνον, αλλά γενικότερα τη χριστιανική πίστη. Φυσικά αυτά συνέβαιναν σε άλλες εποχές και αυτό εξηγεί την παραμονή του προοιμίου με την επίκληση της Αγίας Τριάδος που υπάρχει και σε άλλα συντάγματα, όπως το Ιρλανδικό για παράδειγμα, βαθιά καθολικό. Αλλά σε μας το προοίμιο δεν έχει ένα θρησκευτικό, δογματικό περιεχόμενο. Είναι υπόμνηση της επικεφαλίδος του προοιμίου της διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Έθνους. Όταν το Ελληνικό Έθνος διακήρυξε την πολιτική του ύπαρξη και ανεξαρτησία.

Το άρθρο 3 στο Σύνταγμα του 1975, έχει ένα αισθητά διαφοροποιημένο περιεχόμενο σε σχέση με το περιεχόμενο που είχαν οι αντίστοιχες διατάξεις στα προγενέστερα ελληνικά συντάγματα. Καταρχάς το άρθρο 3 εντάσσεται στο περιβάλλον ενός συντάγματος που κατοχυρώνει πλήρως τη θρησκευτική ελευθερία, ενός θρησκευτικά φιλελεύθερου συντάγματος.

Όταν εντάχτηκαν παρόμοιες διατάξεις για τις σχέσεις κράτους εκκλησίας στα ελληνικά συντάγματα, το περιβάλλον το νομικό αυτό ήταν της ανεξιθρησκείας και όχι της θρησκευτικής ελευθερίας. Η διαφορά είναι τεράστια. Ένα θρησκευτικά φιλελεύθερο κράτος είναι παραπάνω από το ουδετερόθρησκο κράτος. Και είναι και παραπάνω από τη συνταγματική θεμελίωση της λαϊκότητας της laïcité, του secularism. Η laïcité είναι ένα είδος πολιτικής θεολογίας, στην πραγματικότητα, λόγω της σχέσης της με την Γαλλική Επανάσταση ανάγεται στα βαθύτερα δόγματα του «δεϊσμού», του «deismus».

Άρα από την άποψη αυτή το κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το Ελληνικό Σύνταγμα είναι σαφέστατο. Η έννοια της επικρατούσας θρησκείας, όπως τονίζει η απολύτως επικρατούσα γνώμη στην επιστήμη, είναι περιγραφική. Πρόκειται για τη διαπίστωση ότι η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, του ελληνικού λαού, ανήκει στην ανατολική ορθόδοξη Εκκλησία. Η επικρατούσα θρησκεία όμως δεν θεμελιώνει και δεν μπορεί να θεμελιώσει περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας ή αποκλίσεις από το άρθρο 13. Αυτή ήταν μέχρι πολύ πρόσφατα και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η τελευταία απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περιορισμένη σύνθεση 17 μελών, για το πρόγραμμα των θρησκευτικών στα σχολεία, αποκλίνει από τις θέσεις της νομολογίας και δεν συνομιλεί με την επιστήμη. Παρερμηνεύει πλήρως το κανονιστικό περιεχόμενο του όρου «επικρατούσα θρησκεία» και συνάγει ερμηνευτικές συνέπειες από το προοίμιο, οι οποίες είναι επιστημονικά αδιανόητες.

Δεν είμαι ικανοποιημένος προσωπικά, επιστημονικά ούτε από τις επιφυλάξεις της μειοψηφίας. Οι θέσεις πρέπει να είναι απολύτως καθαρές στο σημείο αυτό και νομίζω ότι έχει λειτουργήσει ευεργετικά για την ερμηνεία του Συντάγματος σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η πλουσιότατη ελληνική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, χάρις στην οποία έχει ερμηνευτεί πλήρως το άρθρο 13 και έχουν λυθεί μια σειρά από προβλήματα οφειλόμενα σε νομοθετική και διοικητική αδράνεια και κυρίως σε αδράνεια της νοοτροπίας. Σε σχέση με τη μεταχείριση θρησκευτικών μειονοτήτων, σε σχέση με την άσκηση των δικαιωμάτων θρησκευτικής ελευθερίας ή την άσκηση άλλων δικαιωμάτων που διασταυρώνονται με τη θρησκευτική ελευθερία. Για την ακρίβεια, τη θρησκευτική ελευθερία και τη θρησκευτική ισότητα.

Έχω λοιπόν προτείνει από το 2007, με αφορμή την αναθεώρηση που τότε εκκρεμούσε, πως υπάρχει μία πολύ απλή λύση η οποία λύνει όλα αυτά τα προβλήματα: η ένταξη μιας ερμηνευτικής δήλωσης κάτω από το άρθρο 3, η οποία θα λέει πάρα πολύ απλά και πάρα πολύ λιτά ότι «το άρθρο 3 και η έννοια της επικρατούσας θρησκείας, δεν θεμελιώνουν αποκλίσεις από τη θρησκευτική ελευθερία και το άρθρο 13». Αυτό αρκεί για να λύσει όλα τα προβλήματα.

Υπάρχουν όμως και άλλες παρεξηγήσεις σε σχέση με το άρθρο 3. Το άρθρο 3 δεν αφορά πρωτίστως και κυρίως τις σχέσεις Ελληνικού Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά Ελληνικού Κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στο Σύνταγμα μας υπάρχουν δύο σαφέστατα διακεκριμένα συστήματα σχέσεων κράτους και εκκλησίας. Οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως και όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων, των εκκλησιαστικών και των θρησκευτικών νομικών προσώπων με βάση την ορολογία του ισχύοντος από το 2014 νόμου περί εκκλησιαστικών και θρησκευτικών νομικών προσώπων, είναι μία σχέση συνταγματικά ρυθμισμένη που εξειδικεύει ο νόμος. Ο νόμος την εξειδίκευσε πλήρως το 2014.

Υπάρχει όμως και άλλο σύστημα, το σύστημα σχέσεων Ελληνικής Πολιτείας και Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό δεν είναι ένα σύστημα συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων με υπεροχή του κράτους, που την εξειδικεύει με τον νόμο. Είναι ένα σύστημα ομοταξίας. Το κράτος αναγνωρίζει το Πατριαρχείο ως διεθνές νομικό πρόσωπο, κάτι που δεν είναι αυτονόητο, αλλά στη διεθνή πρακτική αναγνωρίζεται, και το θεωρεί αντισυμβαλλόμενο. Πού φαίνεται αυτό καθαρά; Στο άρθρο 105 περί Αγίου Όρους. Ο Καταστατικός χάρτης του οποίου ψηφίζεται από την Ιερά Κοινότητα και εγκρίνεται από τη Βουλή των Ελλήνων και το Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο αναγνωρίζεται ως διεθνές νομικό πρόσωπο που συμπράττει. Πού αλλού φαίνεται; Στη συνταγματική κατοχύρωση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 για την καθυστερημένη αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας, μετά το 1837 που αντικανονικά διακηρύχθηκε, και τη συνταγματική αναγνώριση της Συνοδικής Πράξης του 1928 για τις Νέες Χώρες.

Θα ήταν τεράστιο λάθος, ειδικά στη φάση αυτή, να θιγεί στο άρθρο 3 το status του Πατριαρχείου και η ομοταξία του με την Ελληνική Πολιτεία. Αυτό αφορά, όχι απλά και μόνο την αναφορά στον Τόμο του 1850 και στην Πράξη του 1928, αλλά ρητά στο καθεστώς των Νέων Χωρών που είναι το πρώτο εκκλησιαστικό καθεστώς που πρέπει να προστατευτεί και στα ιδιαίτερα καθεστώτα της Δωδεκανήσου, της Κρήτης και φυσικά στο άρθρο 105, του Αγίου Όρους.

Άρα, ας θυμηθούμε τι έγινε. Το 1995 εμείς προτείναμε τη διάκριση των σχέσεων, τον χωρισμό Κράτους Εκκλησίας ρητά, αναθέτοντας συνταγματικά στην Εκκλησία την πλήρη αυτοδιοίκησή της, χωρίς νόμο του κράτους. Και η Εκκλησία δεν το θέλησε. Και έτσι απεσύρθη αυτή η διάταξη για να μπορέσουμε να συμφωνήσουμε στην ερμηνεία. Και συμφωνήσαμε το 2001 στην ερμηνεία αυτή του άρθρου 3, την οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας αμφισβητεί και γι΄αυτό πρέπει να μπει ρητά στο Σύνταγμα με ερμηνευτική δήλωση.

Τώρα- για να κλείσω- αυτά που λέμε έχουν καμία σχέση με αυτά που έγιναν πριν λίγες εβδομάδες, με τη συμφωνία Τσίπρα – Ιερώνυμου; Η συμφωνία αυτή τι είναι; Είναι προκαταρκτικό δείγμα ουδετερόθρησκης αντίληψης; Είναι διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας; Είναι αξιοποίηση της εκκλησιαστικής ή της δημόσιας περιουσίας; Θα μου επιτρέψετε να πω ότι είναι μια πολιτική συναλλαγή.

Ήταν ένα αντάλλαγμα, προκειμένου να μην υπάρξουν αντιρρήσεις και αντιδράσεις της Εκκλησίας για την συζητούμενη πιθανή τροποποίηση του άρθρου 3. Πέραν των όσων μπορούν να λεχθούν για την αμφισβητούμενη περιουσία, υπάρχουν δικαιώματα τρίτων. Υπάρχουν δικαστικές διενέξεις. Υπάρχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο οποίο προσέφυγαν το 1987 οι ίδιες οι Ιερές Μονές. Η Ελλάδα μέχρι το 1984 δεν αναγνώριζε την ατομική προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για να μην προσφύγουν Μουσουλμάνοι της Θράκης. Και μόλις αναγνωρίστηκε η ατομική προσφυγή προσέφυγαν οι ορθόδοξες Μονές. Και έχει αναγνωριστεί το εξής πάρα πολύ απλό, το οποίο είναι χρήσιμο και γι άλλα πράγματα, ότι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη κρατικά, έχουν όλα τους τα δικαιώματα, είτε είναι ιδρυματικά, είτε είναι σωματειακά. Έχουν όποια προστασία έχουν και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, από πλευράς συνταγματικών δικαιωμάτων.

Και τελικά τι έμεινε από τη συμφωνία αυτή Πρωθυπουργού - Αρχιεπισκόπου; Η προσπάθεια να εξαπατηθεί η κοινή γνώμη ότι μένουν κενές 10.000 θέσεις στο δημόσιο, προεκλογικά, γιατί δήθεν αδειάζουν οι θέσεις αυτές διότι μεταφέρεται το βάρος της μισθοδοσίας του εφημεριακού κλήρου από την Ενιαία Αρχή πληρωμών στο Ειδικό ταμείο της Εκκλησίας με επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Λες και είναι όλοι αφελείς και ότι δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταλάβει τι υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση και τι επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό και τι όχι. Έχω ακούσει τις θεωρίες, το λέει και το ΣτΕ, ότι ο εφημεριακός κλήρος δεν κατέχει θέσεις διοικητικών δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και οι καθηγητές των πανεπιστημίων δεν είναι διοικητικοί δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνδέονται με σχέση δημοσίου δικαίου με το νομικό πρόσωπο του πανεπιστημίου. Κατά τη νομική τους σχέση και δραστηριότητα. Αλλιώς, ποια είναι η σχέση τους; Γιατί αμείβονται και γιατί συνταξιοδοτούνται, με δημόσια σύνταξη, με πολιτική σύνταξη, η οποία υπάγεται, ας πούμε, στην αρμοδιότητα του συνταξιοδοτικού και όχι του ασφαλιστικού, όπως λέμε δικαίου;

Άρα ήταν άνθρακες ο θησαυρός, ήταν μια τεράστια, κολοσσιαία φούσκα, η οποία διετάραξε την κατάσταση και μέσα στην Εκκλησία και στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας και μέσα στην κοινωνία. Και νομίζω ότι τώρα που έσκασε η φούσκα αυτή και πήγαν όλοι στα μεγέθη τους, αποκαλυπτομένων των προθέσεων, μπορούμε να συζητήσουμε πολύ πιο ψύχραιμα και πολύ πιο ώριμα για το άρθρο 3 και το πραγματικό νομικό του περιεχόμενο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

29.11.2018, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης για τα άρθρα 2 & 3 του Σ. from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2018