Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν ο Κύκλος Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση και το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου στις 14.11.2018, με θέμα:

 

«Οι προϋποθέσεις της αναθεωρητικής συναίνεσης και οι κίνδυνοι του συνταγματικού λαϊκισμού»

Το θέμα της συνάντησή μας είναι οι «προϋποθέσεις της αναθεωρητικής συναίνεσης και οι κίνδυνοι του συνταγματικού λαϊκισμού». Τί εννοώ, εγώ τουλάχιστον, αναφερόμενος σε αναθεωρητική συναίνεση: Εννοώ πρωτίστως τη βαθύτερη ιστορική σημασία του Συντάγματος. Το Σύνταγμα διασφαλίζει τη σχέση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου με το μακρύ ιστορικό χρόνο. Το Σύνταγμα οργανώνει τη δημοκρατία, η οποία όμως είναι εξ ορισμού συγκυριακή. Το ίδιο το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της δημοκρατίας που είναι οι περιοδικές εκλογές, συνδέουν τη δημοκρατία με τις διακυμάνσεις της συγκυρίας. Άρα πρέπει να υπάρχει ένα επίπεδο κανονιστικό, διαφορετικό από το επίπεδο του νόμου που εξαρτάται από τη συνήθη και εναλλασσόμενη πλειοψηφία, στο οποίο να καταγράφεται και να κατοχυρώνεται νομικά, με αυξημένη νομική δύναμη, η σχέση της δημοκρατίας με το μακρύ χρόνο και όχι με το βραχύ χρόνο της δημοκρατικής εναλλαγής και περιοδικότητας.

Θα μου πείτε, δεν υπάρχουν νομικές δομές μακράς διάρκειας; Δε βλέπουμε ότι υπάρχουν αρχές και ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα ή του Ποινικού Κώδικα που παραμένουν αναλλοίωτες μέσα στη συνέχεια της έννομης τάξης; Σ’ αυτό που έχει πει ο Κέλσεν, συνέχεια των νομικών δομών, ενώ έχουμε πολύ συχνότερες αλλαγές Συνταγμάτων λόγω των διακυμάνσεων της ιστορίας;

Βεβαίως. Αλλά είναι τελείως διαφορετικό να παραμένουν αναλλοίωτες οι διατάξεις περί πώλησης και μεταβίβασης ή η διάκριση μεταξύ ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων και διαφορετικό να ρυθμίζεις τον τρόπο συγκρότησης και άσκησης της κρατικής εξουσίας, την οργάνωση του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας και των διεθνών σχέσεων της χώρας, γιατί αυτό είναι η ύλη του Συντάγματος.

Αυτό κατοχυρώνεται μέσα από τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Όταν στην Ευρώπη μιλάμε για Σύνταγμα, εννοούμε το αυστηρό Σύνταγμα, το γραπτό και τυπικό, αυτό που αναθεωρείται με δυσκολία και πολύ πιο σπάνια απ’ ό,τι ο συνήθης νόμος.

Αυτό διατηρεί τη σημασία του άραγε και υπό συνθήκες ενός εθνικού κράτους, το οποίο είναι κράτος, όπως λέμε, μειωμένης ή διαμοιρασμένης κυριαρχίας; Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρωτίστως, για να έρθουμε στο συγκεκριμένο παράδειγμα, είναι πια ένα άλλο είδος κράτους, είναι «κράτη μέλη». Δεν είναι τα παλιά εθνικά βεστφαλικά κράτη, τα κυρίαρχα κράτη. Άρα και τα Συντάγματά τους αλλάζουν. Άρα αλλάζει και η σημασία της αναθεώρησής τους. Το ερώτημα είναι, με τις αλλαγές στη φύση του κράτους, με τις αλλαγές στη φύση του Εθνικού Συντάγματος, παρακολουθούμε και κάποιες αλλαγές που απαξιώνουν και καθιστούν αδιάφορη τη διαδικασία της αναθεώρησης;

Υπάρχουν στη συνταγματική θεωρία διεθνώς, απόψεις σοβαρές που υποστηρίζουν ότι δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης ή καμία ιδιαίτερη σημασία η αναθεώρηση του Συντάγματος, η τυπική αναθεώρηση. Ιδίως στην Αμερική, αυτό είναι ισχυρό ρεύμα, γι’ αυτό και κινείται σπάνια και δύσκολα η τυπική διαδικασία αναθεώρησης, λόγω της ανάγκης να συμπράττουν οι Πολιτείες.

Άρα πώς συντελείται η αλλαγή; Η αλλαγή συντελείται πράγματι με τις άτυπες συνταγματικές μεταβολές. Δεν αλλάζει το γράμμα του Συντάγματος, αλλά αλλάζει η ερμηνεία, το περιεχόμενο. Από πού απορρέουν οι άτυπες συνταγματικές μεταβολές; Καταρχάς από την εντατικοποίηση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Είναι πια πάρα πολύ έντονη και πάρα πολύ επεκτατική η δραστηριότητα του δικαστή. Επιπλέον υπάρχει διεθνής δικαστικός έλεγχος των εθνικών συνταγμάτων, γιατί τα εθνικά Συντάγματα τελούν και υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κρίνουν τα Εθνικά Συντάγματα σα να είναι διοικητικές πράξεις των κρατών μελών, κρίνουν τις πράξεις του κράτους – μέρους της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή το πώς ενεργεί το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και η δεύτερη πηγή άτυπων μεταβολών είναι ακριβώς ότι τώρα πια διαμορφώνονται μεγάλοι, ενιαίοι συνταγματικοί χώροι περιφερειακοί, εν προκειμένω διαμορφώνεται ένας ενιαίος ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος στον οποίο κινούνται εξίσου τα Εθνικά Συντάγματα, η έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ακόμη και η κατά κυριολεξία διεθνής έννομη τάξη του παραδοσιακού Διεθνούς Δικαίου.

Όμως μέσα από έναν διάλογο των Δικαστηρίων, των Εθνικών και των Διεθνών Δικαστηρίων και μέσα από μια, όπως έχω πει εδώ και πολύ καιρό χρησιμοποιώντας έναν θρησκευτικό, θεολογικό όρο, «αλληλοπεριχώρηση» των Εθνικών Συνταγμάτων και των Ευρωπαϊκών ή Διεθνών Δικαστηρίων και των εννόμων τάξεων τους, δηλαδή τον αμοιβαίο σεβασμό και την αμοιβαία υποχώρηση, την εκατέρωθεν λήψιν υπ' όψιν του τί συμβαίνει σε κάθε επίπεδο, διαμορφώνεται σταδιακά αυτός ο ενιαίος συνταγματικός χώρος.

Αυτό, εμείς, στο δικό μας Σύνταγμα το έχουμε ενσωματωμένο. Το να λαμβάνουμε υπ' όψιν μας το Ενωσιακό Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν είναι αλλοίωση του Συντάγματος, είναι συστηματική ερμηνεία και εφαρμογή, λαμβανομένου υπ' όψιν του άρθρου 28 που αφ’ ενός αποτελεί θεμέλιο, όπως ρητά λέει η σχετική ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο αυτό, της συμμετοχής της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, αφ’ ετέρου δε, είναι η διάταξη που υποδέχεται όλες τις διεθνείς συμβάσεις που κυρώνονται με νόμο, στις οποίες προσδίδει σχετικά αυξημένη τυπική ισχύ.

Άρα, η σύμφωνη με το Ενωσιακό Δίκαιο ή η σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεία του Συντάγματος, δεν είναι υποβάθμιση ή αλλοίωση του. Είναι τελικώς συστηματική ερμηνεία του ίδιου του Συντάγματος. Αλλά πάντως, για να συμφωνήσουμε σε μια έννοια, αλλάζει το κανονιστικό του περιεχόμενο ατύπως, με την έννοια της μη μεταβολής του γράμματος.

Επίσης υπάρχει κάτι άλλο το οποίο είναι πολύ σημαντικό: Αυτή μας η διεθνής και η ευρωπαϊκή θέση, το γεγονός ότι είμαστε σε μια εποχή διαμοιρασμένης κυριαρχίας και πολυεπίπεδου συνταγματισμού, οδηγεί και στην ανάδειξη νέων ορίων στην αναθεώρηση. Υπάρχουν ενδιάθετα όρια στην αναθεώρηση που δεν είναι γραμμένα στο Σύνταγμα, απορρέουν από το γεγονός ότι μετέχουμε στη διεθνή έννομη τάξη. Μετέχουμε στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Μετέχουμε στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Άρα δε μπορούμε να τα παραβιάσουμε αυτά τα όρια.

Επιπλέον, έχουμε ανειλημμένες θετικές υποχρεώσεις ν’ αναθεωρήσουμε το Σύνταγμά μας. Είπα στη Βουλή το πρωί ότι έχουμε υπογράψει τη Συνθήκη για τον Συντονισμό, τη Συνεργασία και τη Διακυβέρνηση, το νέο δημοσιονομικό Σύμφωνο, που προβλέπει ότι πρέπει να εντάξουμε στο Σύνταγμά μας το όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο ισχύει ούτως ή άλλως με αυξημένη τυπική ισχύ, δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1.   Εμείς άλλωστε έχουμε συμφωνήσει ως χώρα υψηλό επιδιωκώμενο στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος και έχουμε και μια κυβέρνηση που επαίρεται, γιατί εφαρμόζει πολιτικές υπερπλεονάσματος. Αυτά γιατί δεν τα συνδέουμε με την αναθεώρηση; Γιατί κάνουμε δυο ασύμπτωτες συζητήσεις; Μία συζήτηση για το δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας και για τις σχέσεις μας με τους εταίρους και μια συζήτηση θεωρητική, εξωραϊσμένη για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπάρχουν υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό.

Υπάρχουν όψιμοι οπαδοί του ήπιου Συντάγματος. Όψιμοι οπαδοί της διευκόλυνσης των αναθεωρήσεων, που λένε «δεν έχουμε ανάγκη από ιδιαίτερα αυστηρά Συντάγματα, ευκολία στην αναθεώρηση». Μήπως είναι κάποια ελληνική φοβία ή κάποιος επαρχιωτισμός η αναθεώρηση του Συντάγματος; Κατ' αρχάς η χώρα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, η οποία δίνει τον τόνο της «δυτικότητας» και της δυτικής δημοκρατίας που είναι οι ΗΠΑ, έχουν το κατ’ εξοχήν αυστηρό Σύνταγμα. Σέβονται την παράδοση. Ένα παλιό κείμενο του 18ου αιώνα, είναι ένα κείμενο που ερμηνεύεται με άλλους τρόπους και άλλες μεθόδους από ένα κείμενο του 21ου αιώνα. Μα τα κείμενα τα δικά μας αλλάζουν κάθε μέρα. Κάθε μέρα έχουμε όγκο διεθνών συμβάσεων, όγκο κανονισμών, όγκο οδηγιών. Άρα βεβαίως έχουμε διαφορετικό τρόπο σκέπτεσθαι και διαφορετικά κείμενα, αλλά η αυστηρότητα είναι κοινό χαρακτηριστικό της δυτικής αντίληψης του Συντάγματος, βεβαίως της ευρωπαϊκής ηπειρωτικής και της αμερικανικής.

Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να σεβόμαστε τα διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης στο άρθρο 110, δηλαδή μεταπλειοψηφικές εγγυήσεις, αυξημένη πλειοψηφία, ώριμος χρόνος, παρεμβολή του εκλογικού σώματος. Από το 1984 που υποστήριξα την επι υφηγεσία διατριβή μου στην Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης για τα όρια της αναθεώρησης, λέω ότι αυτά τα διαρθρωτικά στοιχεία της αναθεωρητικής διαδικασίας, μπορούν ν’ αναθεωρηθούν στις λεπτομέρειές τους, αλλά όχι στον πυρήνα τους.

Μπορούμε την προθεσμία ώριμου χρόνου, αντί για 5 χρόνια να την κάνουμε 3 χρόνια. Μπορούμε αντί για εκλογές, να έχουμε δημοψήφισμα, παρεμβολή του εκλογικού σώματος. Προσέξτε, με τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό. Επίσης πρέπει ν’ αυξήσουμε την αυξημένη πλειοψηφία, γιατί τώρα θέλουμε 2/3 για άμεση τροποποίηση του εκλογικού συστήματος και μόλις 3/5 για αναθεώρηση του Συντάγματος. Θέλουμε 2/3 για να ψηφίσουμε νόμο για τη συμμετοχή των αποδήμων στις εκλογές και 3/5 για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Άρα, η μεταπλειοψηφικότητα αλλάζει επίπεδο. Και η εναλλαγή των πλειοψηφιών τώρα τοποθετείται σε αλλά συμφραζόμενα: Βεβαίως το 1975 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, ο Κωνσταντίνος Στεφανάκης, είχαν συλλάβει την ιδέα ότι πρέπει να διευκολύνουμε την αναθεώρηση μετά την εμπειρία της αποτυχημένης πρότασης της «βαθείας τομής» του 1963 και είπαν, ας εναλλάσσονται οι πλειοψηφίες. Στην πρώτη Βουλή 151 στη δεύτερη 180, στην πρώτη Βουλή 180, στη δεύτερη 151. Εάν υπάρχει όμως πραγματική συναίνεση και πραγματική σύμπτωση.

Ο κ. Τσίπρας, ο οποίος αρέσκεται ν’ ανοίγει διάλογο μαζί μου εν τη απουσία μου, δηλαδή επικαλείται αυτά που λέω απευθυνόμενος σε άλλους, γιατί δε θέλει να λάβει απάντηση από μένα, πήγε στη Βουλή σήμερα και είπε «μα ο κ. Βενιζέλος έχει πει ότι δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από την πρώτη». Εγώ έχω πει το 1995, έχω τα πρακτικά μπροστά μου, ότι εάν η Βουλή ψηφίσει σε δυο διαφορετικές ψηφοφορίες την ανάγκη αναθεώρησης και την κατεύθυνση αναθεώρησης και υπάρξει σύμπτωση με 180 ψήφους και στην ανάγκη και στην κατεύθυνση, κανονικά δεσμεύεται η επόμενη Βουλή. Αλλά δεν μπορεί με διαφορετικές προτάσεις ως προς την αντίληψη και την κατεύθυνση , να συμπέσουν τα κόμματα ως προς την ανάγκη αναθεώρησης. Στην πρώτη Βουλή γα να προσμετρηθούν ψήφοι ως προς την ανάγκη αναθεώρησης πρέπει να συμπίπτουν και ως προς την κατεύθυνση, να ψηφίζουν την ίδια πρόταση με το ίδιο σκεπτικό. Αν υπάρχουν διαφορετικές προτάσεις ή διαφορετικά σκεπτικά, χωρίς σύμπτωσης ως προς την κατεύθυνση, τότε το κάθε κόμμα ψηφίζει την πρόταση του χωρίς άθροιση ψήφων ως προς την ανάγκη αναθεώρησης.

Αυτό ήταν η θέση μου το 1995. Αυτή η θέση μου δεν έγινε δεκτή από την αντιπολίτευση, την οποία εκπροσωπούσε αυτοπροσώπως ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο πιο πιστός ακροατής των παρεμβάσεών μου σ τη μακρά περίοδο 1995-2001. Και ως εκ τούτου, στη Βουλή το 1998, τέθηκε σε ψηφοφορία μόνο η διαπίστωση της ανάγκης και όχι η κατεύθυνση.

Άρα, μη υπαρχούσης απόφασης της Βουλής για την κατεύθυνση, δεν υπήρχε κατεύθυνση δεσμευτική για τη δεύτερη Βουλή. Και αυτό είπε και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο σ’ αυτή την παρεμπίπτουσα σκέψη του, στην απόφαση 11/2003, για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο: ότι είχε πει ο γενικός εισηγητής, δηλαδή εγώ, ότι θ’ αναθεωρήσουμε το άρθρο 57 προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού των ασυμβιβάστων και της εναρμόνισης τους με τις σύγχρονες οικονομικές λειτουργίες του κράτους, αλλά αυτό δεν τέθηκε ποτέ σε ψηφοφορία ούτε υπήρξε απόφαση της Βουλής.

Άρα δε δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή. Άρα, επικαλέστηκε λάθος επιχείρημα και λάθος ντοκουμέντο ο κ. Τσίπρας. Αυτή είναι η κατάσταση. Έχουμε μια παρεμπίπτουσα σκέψη του ΑΕΔ, χωρίς να έχει το σκεπτικό αυτό, «προσόντα διατακτικού». Μπορείς να πεις ότι μ’ αυτή την παρεμπίπτουσα σκέψη, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ως Εκλογοδικείου, έχει λυθεί το θέμα αυτό; όχι. Δεν υπάρχει καμία νομική εγγύηση. Η επόμενη Βουλή μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.

Και να σας πω και κάτι άλλο; Για να μιλήσουμε λίγο πιο βαθιά νομικά: Τί έκανε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο σ’ αυτή τη σκέψη εν παρόδω, η οποία κατέληξε ότι δεν υπάρχει δέσμευση; Άσκησε, χωρίς ίσως να έχει συνείδηση του τί κάνει, έλεγχο της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας της αναθεώρησης. Μα, ο δικαστής, δε δικαιούται να ελέγξει την εσωτερική τυπική συνταγματικότητα του νόμου. Γιατί παραβιάζει την αρχή της αυτονομίας της Βουλής, της διάκρισης των εξουσιών. Ελέγχει την εξωτερική τυπική συνταγματικότητα, δηλαδή την υπόσταση του νόμου, αλλά όχι την εσωτερική, παρά μόνο το Ελεγκτικό Συνέδριο σε σχέση με την προηγούμενη γνωμοδότησή του για τους αυστηρά συνταξιοδοτικούς νόμους, γιατί εκεί πια διαφυλάσσει τη δικαιοδοσία του.

Αλλά η εσωτερική τυπική συνταγματικότητα δεν ελέγχεται. Πώς ελέγχει συνεπώς την εσωτερική συνταγματικότητα της αναθεώρησης; Σε τελευταία ανάλυση, όπως έχω πει, εάν ο δικαστής διαπιστώσει ότι μια αναθεώρηση του Συντάγματος ουσιώδης, όχι το επαγγελματικό ασυμβίβαστο, αλλά σχετική με την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας, δεν έχει τηρήσει τους τύπους αλλά υπάρχει και ισχύει και αναγνωρίζεται ως τέτοια, τί κάνει; Λειτουργεί ως ληξίαρχος της Ιστορίας και λέει «έχουμε μια πρωτογενή αλλαγή του Συντάγματος; Ή την κηρύσσει αντισυνταγματική και διαλύει το πολιτικό σύστημα της χώρας; Γιατί περί αυτού πρόκειται. Για να ξέρουμε τί λέμε και πόσο επικίνδυνα είναι τα πράγματα.

Επίσης συναίνεση σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνήσουμε ότι το Σύνταγμα είναι όλων μας. Είναι όλων των δημοκρατικών δυνάμεων, όλων των δυνάμεων του δημοκρατικού συνταγματικού τόξου. Ούτε ΣΥΡΙΖΑ, ούτε Νέα Δημοκρατία ούτε Κίνημα Αλλαγής. Ούτε προοδευτικό, ούτε αριστερό, ούτε συντηρητικό, ούτε φιλελεύθερο. Είναι ένα εθνικό Σύνταγμα ευρύχωρο, που υποδέχεται τις επιλογές του ελληνικού λαού εφ' όσον κινούνται μέσα στο φάσμα της ευρωπαϊκής, αντιπροσωπευτικής, φιλελεύθερης δημοκρατίας. Βεβαίως, τώρα που έχουμε τη ροπή προς την αυταρχική, την illiberal δημοκρατία, πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί.

Αυτό είναι το πρόβλημα. Μπορούμε να βρούμε συναινέσεις τώρα που το Σύνταγμα πέφτει ως κάρβουνο στη μηχανή της πόλωσης; Διότι δεν έχουμε την αναθεώρηση μόνο, έχουμε την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, την εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης, έχουμε τη μεγάλη κρίση του δημοσιονομικού και χρηματοπιστωτικού αδιεξόδου, είμαστε εκτός αγορών, χωρίς τραπεζικό σύστημα στην πραγματικότητα, έχουμε πρόβλημα ευστάθειας του ασφαλιστικού συστήματος και βιωσιμότητας, τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα, πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε τις αποφάσεις για τ’ αναδρομικά ( την αναδρομική επιστροφή των περικοπών στις συντάξεις από το 2012 και μετά ) που είναι από μόνες τους ένα μεγάλο συνταγματικό και δημοσιονομικό ζήτημα, έχουμε τη σύγκρουση στην εξωτερική πολιτική για το ζήτημα της Συνθήκης των Πρεσπών, καλώς ή κακώς.

Εάν είμαστε οπαδοί του δημοψηφίσματος για κάθε μεταφορά κυριαρχικής αρμοδιότητας, ας αφήσουμε να συγκεντρωθούν υπογραφές, να γίνει δημοψήφισμα για τη Συνθήκη των Πρεσπών, για να υπάρχει και μια πολιτική εντιμότητα. Το θέλουμε; Εγώ δεν το θέλω. Δε θέλω δημοψήφισμα για τη Συνθήκη των Πρεσπών.

Άρα, υπάρχει πρόβλημα. Μπορεί να διαμορφωθεί αυτή η συναίνεση στην παρούσα Βουλή και να διατηρηθεί στην επόμενη και στις ενδιάμεσες εκλογές; Να έχουμε ηρτημένο τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος με περισσότερους κινδύνους απ’ ό,τι προσδοκίες;

Οι κίνδυνοι να καταστρέψουμε κάτι είναι μεγαλύτεροι από το να βελτιώσουμε κάτι.

 

Τώρα, ο συνταγματικός λαϊκισμός: Χαίρομαι για την παρέμβαση του Γιώργου Κατρούγκαλου, ο οποίος με επιστημονική σοβαρότητα διαχειρίστηκε το ζήτημα του συνταγματικού λαϊκισμού. Πράγματι, ο συνταγματικός λαϊκισμός είναι μια έννοια που απασχολεί τη διεθνή βιβλιογραφία.

Να σας πω την ιστορία απ’ την αρχή: Στη μεγάλη ερμηνευτική σύγκρουση για την ψήφο Αλευρά, παρουσίασα τις απόψεις μου με μια μελέτη που είχε τίτλο «Η ερμηνεία του Συντάγματος μεταξύ νομικής, δογματικής και επιστημολογικής ειλικρίνειας». Εκεί έλεγα ότι δεν υπάρχει πολιτική ερμηνεία του Συντάγματος, μπορεί να υπάρχουν πολιτικές προθέσεις ή κίνητρα μιας νομικής ερμηνείας. Και συνήθως, ως πολιτική ερμηνεία κατηγορείται αυτή που κάποιοι πρόλαβαν να την κατηγορήσουν ως τέτοια, ισχυριζόμενοι ότι η δική τους είναι νομική ερμηνεία.

Είναι δηλαδή μια σύγκρουση ρόλων και κύρους, ιδίως όταν δεν έχεις δικαστήριο που να τα λύνει τα θέματα αυτά και αποφασίζει η Βουλή στα αμιγώς οργανωτικά ζητήματα. Ομολογώ ότι τότε, το 1984-5, δεν ήξερα ότι ο πολύ γνωστός Βρετανός Συνταγματολόγος Griffith είχε δημοσιεύσει μια μελέτη για το λεγόμενο “Political Constitution”, κατά τη βρετανική αντίληψη όμως, η οποία δεν προβλέπει δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. Και στην πραγματικότητα ήθελε ν’ αναδείξει αυτό.

Οι Αμερικανοί αργότερα, άρχισαν κι αυτοί να μιλάνε για Political Constitution, θέλοντας να περιορίσουν τον ερμηνευτικό ακτιβισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος είναι άλλοτε προοδευτικός, άλλοτε συντηρητικός αλλά δημιουργεί προβλήματα συνήθως όταν είναι συντηρητικός. Δεν εφάπτονται οι θεωρίες του πολιτικού Συντάγματος, οι αγγλικές και οι αμερικάνικες. Οι αμερικάνικες στη συνέχεια, ακριβώς επειδή ήθελαν να εντάξουν το λαϊκό στοιχείο ως συντελεστή της αναθεώρησης και ως νομιμοποιητικό παράγοντα του Συντάγματος, μίλησαν για το Popular Constitution, για το Δημοφιλές Σύνταγμα.

Το λαϊκιστικό Σύνταγμα, το Populistic Constitution, εμφανίζεται με δυο εκδοχές: Στην Αμερική, υπάρχουν αυτοί που υπερήφανα λένε «εμείς είμαστε λαϊκιστές συνταγματιστές, δηλαδή θέλουμε το λαό ως βασικό ερμηνευτή και εγγυητή του Συντάγματος». Στην Ευρώπη όμως, αυτό που λέγεται συνταγματικός λαϊκισμός, συνδέεται με τον κίνδυνο αλλοίωσης της αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, συνδέεται με τα συνταγματικά και αναθεωρητικά δημοψηφίσματα, συνδέεται με φαινόμενα τύπου Ουγγαρίας και Πολωνίας, δηλαδή με την προσβολή των θεμελιωδών αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτή είναι η επίκαιρη προσέγγιση στη βιβλιογραφία περί συνταγματικού λαϊκισμού. Δηλαδή ο συνταγματικός λαϊκισμός είναι η δημοψηφισματική, απλουστευτική και διχαστική προσέγγιση μειζόνων ζητημάτων, που αφορούν κυρίως τη δικαστική εξουσία, όπως ας πούμε η απόλυση των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Πολωνία με μείωση του ορίου ηλικίας, ή όπως ο έλεγχος των Μέσων Ενημέρωσης.

Και όταν έχεις να κάνεις με το Σύνταγμα, είσαι στη χειρότερη εκδοχή του λαϊκισμού. Ρητορικά στοιχεία πάντα υπάρχουν, όταν τα Συντάγματα είναι διακηρυκτικού και όχι μηχανιστικού χαρακτήρα. Από διακηρύξεις έχουμε ξεκινήσει. Πάντα υπάρχει ένα υφολογικό στοιχείο, ρητορικό. Αυτά όμως είναι για «καλό σκοπό» και ανέξοδο. Δηλαδή ενισχύει η δημοκρατία, το κράτος δικαίου. Το ζήτημα είναι μέχρι πού φτάνει ο συνταγματικός βολονταρισμός. Χωρίς συνταγματικό βολονταρισμό δεν υπάρχει συνταγματική ιστορία, και το Γαλλικό Σύνταγμα του 1789 και το Αμερικανικό Σύνταγμα, είναι προϊόντα πράγματι πολιτικού και συνταγματικού βολονταρισμού. Όμως ο βολονταρισμός αυτός, τώρα, στην εποχή μας, μας οδηγεί κάπου;

Όταν μάλιστα είμαστε, όχι στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων, των δημοκρατικών θεσμών, αλλά στο πεδίο του Οικονομικού Συντάγματος, των κοινωνικών δικαιωμάτων, των παροχών, εκεί που η ρητορεία του συντακτικού νομοθέτη μπορεί να γίνει ρητορεία του δικαστή στη νομολογία του, εκεί τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά.

Και το ερώτημα είναι, μετά από 10 χρόνια κρίσης, κάνουμε αναθεώρηση του Συντάγματος, το πρώτο θέμα δεν έπρεπε να είναι η οικονομική κρίση; Δε φταίει το Σύνταγμα για την κρίση. Φταίει μόνο γιατί μας οδήγησε σε υποχρεωτικές εκλογές το 2015, θα μπορούσαμε να την έχουμε αναθεωρήσει το 2001 τη διάταξη αυτή, αλλά δε συνέπραξε η Νέα Δημοκρατία. Και το πληρώσαμε πανάκριβα. Αλλά δε θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από τη δημοσιονομική επίγνωση; Από την εισαγωγή στο Σύνταγμα θεσμών προειδοποίησης σε σχέση με το δημοσιονομικό έλλειμμα και το χρέος. Δεν είναι προφανές ότι τα κοινωνικά δικαιώματα υπάγονται σε μια ρήτρα δημοσιονομικής δυνατότητας; Είναι το ίδιο να ελέγχει ο δικαστής τον δημοσιονομικό και αναλογιστικό στόχο της περικοπής της συνταξιοδότησης δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως προβάλλεται μέχρι το 2060 και το ίδιο να ελέγχει εσωτερικές ανισότητες στην περικοπή συγκεκριμένων συντάξεων εντός του δημοσιονομικού στόχου;

Προφανώς είναι άλλο το δεύτερο και άλλο το πρώτο. Βεβαίως υπάρχουν τεράστιες ανισότητες. Εάν με 15 χρόνια ασφάλισης διασφαλίζεις ένα εισόδημα 700 ευρώ και με 40 χρόνια δουλειάς διασφαλίζεις ένα εισόδημα 800 ευρώ, υπάρχει ένα πρόβλημα. Πρέπει να δώσεις 700 στον ανασφάλιστο, αλλά κάτι άλλο, παραπάνω, στον ασφαλισμένο για πολλά χρόνια με μεγάλο μισθό και μεγάλες εισφορές.

Αλλά μπορεί ο δικαστής να αμφισβητήσει ότι ο μέσος όρος συνταξιοδοτικής δαπάνης στα κράτη μέλη δεν ξεπερνά ας πούμε το 9%; Κι εμείς τώρα μπορεί να οδεύουμε προς το 17%; Είναι ένα διαφορετικό ζήτημα. Άρα λοιπόν, ο λαϊκισμός ξεκινά από την έλλειψη δημοσιονομικής επίγνωσης και πηγαίνει πια σε αυτά που είναι λαϊκώς ζητούμενα, είναι δημοφιλή, πράγματι.

Είναι δημοφιλές να λες παντού άμεση εκλογή. Πρέπει να σκεφτεί κάποιος τί συνέπειες θα έχει η άμεση εκλογή του ΠτΔ, τί σημαίνει για μια κυβέρνηση να μη γίνουν εκλογές, να μείνει στην εξουσία, αλλά να χάσει τις προεδρικές εκλογές. Ήταν πολύ κακό αυτό για τη Ρουμανία και τη Σλοβακία. Οι Πρωθυπουργοί ήταν υποψήφιοι Πρόεδροι. Έχασαν και οι δύο. Σοσιαλιστές. Και τώρα υπάρχει σύγκρουση βεβαίως, μεταξύ Ρουμάνου Προέδρου και Ρουμάνας Πρωθυπουργού που υποκαθιστά τον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος. Υπάρχει πρόβλημα στην Τσεχία, με άμεση εκλογή του Προέδρου. Υπάρχει πρόβλημα στη Σλοβακία. Δεν είναι όλες οι χώρες Αυστρία ή Φινλανδία η οποία ήταν ημιπροεδρικό πολίτευμα, έγινε κοινοβουλευτικό, έμεινε η άμεση εκλογή.

Τα δημοψηφίσματα. Μετά απ’ αυτό που συνέβη τον Ιούνιο του 2015, μπορούμε να μιλάμε για δημοψήφισμα όταν έχεις τον Πρωθυπουργό που πηγαίνει στο Βερολίνο και λέει «είχα καθαρό μυαλό και ακύρωσα το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος» και την ίδια ώρα προτείνει να εισαχθεί στο Σύνταγμα η ευκολία διεξαγωγής δημοψηφισμάτων.

Αγωνίζεται να βρει πλειοψηφία να κυρώσει τη Συνθήκη των Πρεσπών, ενώ κανονικά θα έπρεπε, αν είχε υιοθετηθεί η πρόταση αναθεώρησης, να γίνει δημοψήφισμα για τη Συνθήκη των Πρεσπών.

Και το ίδιο με το σύστημα της απλής αναλογικής. Η συγκυρία μπορεί ν’ αλλάξει μετά. Άσε το Σύνταγμα ευρύχωρο, με 2/3 όμως. Έχουμε την εγγύηση των 2/3 για άμεση αλλαγή εκλογικού νόμου. Γιατί δεν είναι επαρκής η εγγύηση αυτή;

Και κλείνω, για να μη σας κουράζω, με την απλούστευση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Σας είπα την άποψή μου. Ας θυμηθούμε λίγο τη ιστορία. Από τις εγγυήσεις, με απασχολεί κυρίως ο ώριμος χρόνος, η αμεσότητα της αλλαγής. Μπορεί να συρθούν κυβέρνηση και αντιπολίτευση σε άμεση αναθεώρηση υπό την πίεση της «πλατείας των αγανακτισμένων» ή υπό την πίεση των δανειστών ή υπό την πίεση των αγορών.

Το Σύνταγμα της Βαϊμάρης ήταν ένα αυστηρό Σύνταγμα, προέβλεπε πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων Βουλευτών για την αναθεώρηση. Ο Χίτλερ μπορούσε να καταλάβει την εξουσία χωρίς να σεβαστεί το Σύνταγμα, χωρίς προσχήματα, με την ωμή βία, αλλά ήθελε νομιμοποίηση θεσμική. Για ν’ αποκτήσει 2/3 επι των παρόντων, συνέλαβε τους κομμουνιστές Βουλευτές, τρομοκράτησε τους σοσιαλδημοκράτες Βουλευτές κι επειδή δεν υπήρχε προθεσμία ώριμου χρόνου, σε μία Βουλή, σε μια Σύνοδο έκανε αναθεώρηση του Συντάγματος και ένωσε τις ιδιότητες του Καγκελαρίου και του Προέδρου . Το δημοψήφισμα λειτούργησε επικυρωτικά.

Η άμεση λοιπόν αναθεώρηση είναι το πρόβλημα, δεν είναι μόνο οι πλειοψηφίες ή η συμμετοχή του λαού, είναι η ταχύτητα. Ο ώριμος χρόνος έχει πολύ μεγάλη σημασία, ότι κερδίζεις χρόνο για να ξεφύγεις από τη δαγκάνα της συγκυρίας. Άρα έχει πολύ σημασία να μιλήσουμε λίγο πιο ιστορικά για τα θέματα αυτά.

Ακούω δε και τη θεωρία που την ανέφερε τώρα ο εκλεκτός συνάδελφος Σπύρος Βλαχόπουλος, για το λιτό Σύνταγμα. Εδώ έχουμε έναν διάσημο Έλληνα επιστήμονα, το Γιώργο Τσεμπελή, πολιτικό επιστήμονα, ο οποίος το λέει αυτό. Και έχει νομίζω παρασύρει ορισμένους συνταγματολόγους. Υπάρχει λοιπόν ένας διαδικτυακός τόπος, διεθνής που μετρά τις λέξεις των Συνταγμάτων, στον οποίο προσέτρεξα και θέλω να σας πω τ’ αποτελέσματα:

Το Ελληνικό Σύνταγμα εμπεριέχει 26.983 λέξεις. Το Γερμανικό Σύνταγμα της ανεπτυγμένης και πανίσχυρης Γερμανίας, χωρίς να υπολογίζουμε τα Συντάγματα των ομόσπονδων κρατών, το ομοσπονδιακό Σύνταγμα, έχει 27.375 λέξεις. Είναι μεγαλύτερο απ’ το ελληνικό. Το πορτογαλικό Σύνταγμα, του πετυχημένου παραδείγματος εξόδου από το μνημόνιο, έχει 35.216 λέξεις.

Πράγματι, το αρχαϊκό Σύνταγμα των ΗΠΑ, έχει 7.762 λέξεις αλλά Σύνταγμα είναι ό,τι λέει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι Σύνταγμα, πρέπει να υπολογίσεις και τις λέξεις των κρίσιμων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Και το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: Τα κείμενα που συγκροτούν το μη ενιαίο και μη τυπικό Σύνταγμα του Ηνωμένου Βασιλείου, έχουν καταμετρηθεί και είναι 54.408 λέξεις. Αυτή είναι η κατάσταση. Γι’ αυτό συζητάμε.

Τώρα αν θέλουμε να σβήσουμε από το Σύνταγμα τις παλιές μεταβατικές διατάξεις του 1975, μπορούμε να τις σβήσουμε. Μνημειακό χαρακτήρα έχουν για να δείξουμε τη συνέχεια του κράτους και της συντακτικής εξουσίας.

Λέει ο κ. Τσίπρας - έχω σήμερα άρθρο στα «Νέα» ολοσέλιδο, σχετικό με την ευθύνη Υπουργών - απευθυνόμενος στην κα Γεννηματά: «Ο κ. Βενιζέλος ο οποίος είναι συντάκτης του άρθρου 86». Το άρθρο 86 έχει διαμορφωθεί ως δομή συνταγματικής συνέχειας, το 1864. Και έχει εξειδικευθεί με το νόμο περί ευθύνης Υπουργών του 1877.

Το 2001, με πλειοψηφία 286 Βουλευτών, κάναμε αυστηρότερα τα πάντα. Καταργήσαμε τα ειδικά ποινικά αδικήματα, του ιδιώνυμους νόμους. Στείλαμε τους συμμετόχους στην κοινή Δικαιοσύνη. Παρατείναμε το χρόνο, τον διπλασιάσαμε, από την 1η Σύνοδο της επόμενης Βουλής στη 2η Σύνοδο.   Εκλογικεύσαμε τη συγκρότηση του Ειδικού Δικαστηρίου, βάζοντας και εκπροσώπους του ΣτΕ. Καταργήσαμε την προανακριτική Επιτροπή, προβλέποντας Δικαστικό Συμβούλιο και Ανακριτή παρά τω Ειδικώ Δικαστηρίω. Και να σας πω το εξής: Πριν πάμε στις ερμηνείες που κάνει τώρα η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ -αδικήματα κατά την άσκηση και επ’ ευκαιρίας της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων - με το άρθρο 86 είχαμε ποινικό αποτέλεσμα στις υποθέσεις Τσοχατζόπουλου ,Μαντέλη και έχει ασκηθεί δίωξη στην υπόθεση Παπαντωνίου.Με τις νέες ερμηνείες έχουμε προς το παρόν το φιάσκο της Novartis. Αυτό είναι. Αλλά βεβαίως, δεν παρακωλύει η ποινικοποίηση την αναθεώρηση. Ούτως ή άλλως το ζήτημα στην επόμενη Βουλή είναι οι ποινικές ευθύνες των Υπουργών της παρούσας κυβέρνησης.

Και μια τελευταία λέξη για τη συμφωνία με την Εκκλησία: Τι σημαίνει ή μάλλον τι προσθέτει η ουδετερότητα; Ούτως ή άλλως το Σύνταγμά μας προβλέπει το συνταγματικό φιλελευθερισμό που είναι πολύ πιο σημαντικό πράγμα από τη θρησκευτική ουδετερότητα. Παρερμηνεύεται το άρθρο 3; Πιστεύω ναι. Μετά από μια μακρά περίοδος συμμόρφωσης προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η τελευταία απόφαση της Ολομέλειας για το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ τελικώς θεμελιώνεται και θα μπορούσε μόνο εκεί να θεμελιωθεί ,στη θρησκευτική ισότητα λέγοντας ότι δε μπορεί να είναι διαφορετική η μεταχείριση των Ορθοδόξων μαθητών από τη μεταχείριση των Καθολικών ή Μουσουλμάνων ή Εβραίων μαθητών και θα μπορούσε εκεί να εντοπισθεί η συζήτηση και ν’ αλλάξει για όλους, προβαίνει σε μια ερμηνεία της έννοιας «επικρατούσα θρησκεία» η οποία είναι   αρχαϊκή, δηλαδή περιορίζει τη θρησκευτική ελευθερία και σε μια ερμηνεία του προοιμίου, από την οποία αντλεί ερμηνευτικά συμπεράσματα.

Ενώ το προοίμιο είναι υπενθύμιση του προοιμίου της διακήρυξης της ανεξαρτησίας, της πολιτικής υπόστασης και ανεξαρτησίας του κράτους. Και όλα αυτά, αντίθετα στην ώς τότε νομολογία του ΣτΕ. Αλλά βεβαίως πρέπει να προστεθεί μια ερμηνευτική δήλωση, το έχω προτείνει από το 2006, που να λέει κάτω από το άρθρο 3, ότι αυτο δε μπορεί να ερμηνευθεί για να θεμελιώσει παρεκκλίσεις από τη θρησκευτική ελευθερία και ισότητα.

Κατά τα λοιπά, το άρθρο 3 δεν έχει παρά ελάχιστη σχέση με την Εκκλησία τής Ελλάδος. Το άρθρο 3 για ιστορικούς και κανονικούς λόγους, με την έννοια του Κανονικού Δικαίου, αφορά τη σχέση κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου, τη σχέση ομοταξίας μεταξύ ελληνικού κράτους και Διεθνούς Νομικού Προσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κατοχυρώνεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνταγματικώς ως διεθνές Νομικό Πρόσωπο και στην κανονική του σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος, δηλαδή τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα των νέων χωρών, της Κρήτης, της Δωδεκανήσου, και με το άρθρο 105, του Αγίου Όρους. Αυτή τη συζήτηση όμως, τη μετέτρεψαν σε μια συζήτηση για το αν μπορούμε ν’ ανακαλύψουμε 10.000 κενές θέσεις για διορισμούς.

Σας ευχαριστώ.

 

 

14.11.201, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδών για το Συνταγματικό λαϊκισμό from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

 

14.11.2018: «Οι προϋποθέσεις της αναθεωρητικής συναίνεσης και οι κίνδυνοι του συνταγματικού λαϊκισμού» (Μέρος 1) from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

14.11.2018: «Οι προϋποθέσεις της αναθεωρητικής συναίνεσης και οι κίνδυνοι του συνταγματικού λαϊκισμού» (Μέρος 2) from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2018