Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στη Βουλή κατά τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση

 

"Εδώ, σήμερα, ξεκινά η διαδικασία της συναινετικής, υποτίθεται, αναθεώρησης και πληροφορούμαστε ότι διενεργείται έρευνα στους λογαριασμούς του Κώστα Σημίτη. Δηλαδή κάποιοι θέλουν να αμαυρώσουν το εμβληματικό πρόσωπο του ευρωπαϊκού κεκτημένου της χώρας! Ματαιοπονούν, αλλά εκτίθενται και εκθέτουν και τη Δικαιοσύνη." 

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, τι σημαίνει η κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος κατά το άρθρο 110; Σημαίνει ότι το Σύνταγμα παύει να επικοινωνεί με την ιστορία, παύει δηλαδή να διασφαλίζει τη σχέση μας με τον μακρύ ιστορικό χρόνο για ένα μικρό μεταβατικό διάστημα, ξεκλειδώνει ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος, παραμένει εκκρεμής. Άρα καλούμαστε να επιβεβαιώσουμε πως η δημοκρατία μας δεν είναι συγκυριακή, αλλά μπορεί να σκέπτεται και να δρα και με το μυαλό της στην ιστορία. Μόνο που αυτή τη σχέση δημοκρατίας και ιστορίας τη διασφαλίζει το Σύνταγμα. Άρα, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, με την κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης, να μην τεθεί υπό διακινδύνευση ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και το συνταγματικό κεκτημένο, αλλά, εν τέλει, να επιβεβαιωθεί. Να μην αλλοιωθούν οι θεσμικές ισορροπίες του Συντάγματος, που δεν είναι ούτε αριστερό ούτε δεξιό, ούτε προοδευτικό ούτε συντηρητικό, είναι ένα Σύνταγμα εθνικό, ευρύχωρο, που είναι έτοιμο να υποδεχθεί και να ρυθμίσει όλες τις δημοκρατικές επιλογές του ελληνικού λαού, εφόσον κινούνται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, της δημοκρατίας που είναι η μεγάλη κατάκτηση της νεωτερικότητας.

Αυτό πώς διασφαλίζεται; Διασφαλίζεται με την ύπαρξη μεταπλειοψηφικών εγγυήσεων που κυριαρχούν στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Η αναθεώρηση απαιτεί αναθεωρητική συναίνεση και στις δύο φάσεις της διαδικασίας, και στην πρώτη Βουλή που διαπιστώνει την ανάγκη, και στη δεύτερη Βουλή που είναι η κατά κυριολεξία αναθεωρητική. Μεσολαβεί η βούληση του εκλογικού σώματος. Εάν το ζήτημα της αναθεώρησης δεν είναι πρωτεύον στις εκλογές, αλλά είναι δευτερεύον ή τριτεύον, αυτό είναι μία επιλογή των κομμάτων και, τελικά, μία επιλογή του ελληνικού λαού. Πάντως ο λαός καλείται να αποφανθεί στις εκλογές που μεσολαβούν.

Για αυτό ξεκινώ από το θεμελιώδες στοιχείο της αναθεώρησης. Το Σύνταγμα επιτρέπει την εναλλαγή των πλειοψηφιών. Εάν μία διάταξη διαπιστωθεί ότι πρέπει να αναθεωρηθεί στην παρούσα Βουλή με 180 ψήφους, η επόμενη Βουλή συντελεί την αναθεώρηση με 151 ψήφους, με την απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, την κυβερνητική πλειοψηφία. Αυτό το επιτρέπει το Σύνταγμα ως μία δυνατότητα, όταν υπάρχει πολιτικός και συνταγματικός πολιτισμός, όταν υπάρχει συναίνεση, όταν υπάρχει πραγματική ευρύτατη συμφωνία, αλλιώς ισχύει ο βασικός κανόνας, ότι η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης με λιγότερους των 180 ψήφων και η δεύτερη Βουλή συντελεί την αναθεώρηση με 3/5, με αυξημένη πλειοψηφία, γιατί η συναίνεση δεν είναι εθελοντική, είναι επιβεβλημένη συνταγματικά, είναι υποχρέωση. Εάν επικρατήσει η αντίληψη ότι χωρίς να συμφωνούμε επί της ουσίας, χωρίς να είμαστε βέβαιοι, χωρίς να έχουμε πραγματική συναίνεση, χωρίς να έχουμε κοινή πολιτιστική αναφορά, θεσμική και συνταγματική, διαπιστώνουμε συλλήβδην την ανάγκη αναθεώρησης στην πρώτη Βουλή με 180 και η επόμενη κάνει ό,τι θέλει, κατά το δοκούν με 151, έχουμε ακυρώσει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, έχουμε θέσει σε κίνδυνο το μεγάλο κεκτημένο της νεωτερικότητας και το μεγάλο κεκτημένο της μεταπολίτευσης.

Από το 1975 έως σήμερα, μόνο μία φορά διασφαλίστηκε αναθεωρητική συναίνεση, το 2001. Το 1975 το Σύνταγμα ψηφίστηκε με την αντιπολίτευση να έχει αποχωρήσει σύσσωμη. Το 1986 η αναθεώρηση ψηφίστηκε με την αντιπολίτευση τότε, την αξιωματική, να έχει αποχωρήσει σύσσωμη. Το 2001, ενώ όλες οι διατάξεις είχαν τεθεί υπό αναθεώρηση με 180 ψήφους το 1998, με μόνη εξαίρεση τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, το 2001 ζητήσαμε για όλα συναίνεση όχι 180 αλλά 250, 270 ψήφων και την αποκτήσαμε. Αυτό δεν έγινε μόνο στο άρθρο 32, μόνο στη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, που δεν αναθεωρήθηκε, και η χώρα το πλήρωσε και το πληρώνει αυτό πολύ ακριβά από το 2015 και μετά.

Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί η επίσημη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι μετριοπαθέστερη των αρχικών ιδεών και προτάσεων. Χαίρομαι γιατί εγκαταλείφθηκε –ελπίζω οριστικά– η αντισυνταγματική θεωρία του δήθεν συμβουλευτικού δημοψηφίσματος για την αναθεώρηση και η αναθεώρηση ήρθε στη Βουλή, στο αρμόδιο όργανο, και μετά στο λαό, το αρμόδιο όργανο με εκλογές, και μετά στη Βουλή, που είναι το αρμόδιο όργανο. Μόνον που πρέπει να έχουμε συνείδηση των προβλημάτων που μας αναμένουν και είναι μπροστά μας.

Η χώρα έζησε και ζει μία μακροχρόνια οικονομική κρίση, ελήφθησαν και λαμβάνονται επώδυνα μέτρα. Η χώρα άντεξε και ένας από τους λόγους που άντεξε είναι ότι είχε Σύνταγμα που ρύθμισε την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, την αλλαγή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, την αλλαγή των νοοτροπιών. Το γεγονός ότι το Σύνταγμα άντεξε τέτοιες πιέσεις και τέτοιες εναλλαγές, δείχνει την ποιότητα του Συντάγματός μας και του πολιτεύματός μας. Πού λειτούργησε αρνητικά το Σύνταγμα; Μόνον στην υποχρεωτική διάλυση της Βουλής τον Ιανουάριο του 2015, εξήγησα τους λόγους πριν και νομίζω ότι έχουμε γίνει τώρα όλοι σοφότεροι. Άλλωστε υπάρχει και η όψιμη θεωρία του καθαρού μυαλού.

Ποια είναι η βασική μας εμπειρία από τα εννέα χρόνια της κρίσης, για την οποία υπάρχει σιωπή στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Ότι χρειάζεται να υπάρχουν συνταγματικοί κανόνες δημοσιονομικής επίγνωσης και να κρούεται κώδωνας κινδύνου δημοσιονομικής εκτροπής εις βάρος της χώρας και των πολιτών και αυτό πρέπει να είναι ένας συνταγματικός κανόνας σαφής, εθνικής ιδιοκτησίας. Γιατί έχουμε υπογράψει τη Συνθήκη για τη Συνεργασία, τη Σταθερότητα και τη Διακυβέρνηση, το νέο δημοσιονομικό σύμφωνο, που προβλέπει την υποχρέωση των κρατών-μελών της Ευρωζώνης να σέβονται τον δημοσιονομικό κανόνα, δηλαδή το ανώτατο όριο δημοσιονομικού ελλείμματος. Εμείς όμως με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχουμε αποδεχθεί, ούτως ή άλλως, υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα, όχι μέχρι το 2022, αλλά μέχρι το 2060. Αυτή η συμφωνία όλων των κρατών-μελών της Ευρωζώνης για το δημοσιονομικό κανόνα ισχύει σε εμάς με αυξημένη νομική ισχύ λόγω του άρθρου 28, παράγραφος 1. Δεν πρέπει αυτή να κατοχυρωθεί συνταγματικά, μαζί με την ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος, ώστε να έχουμε βασικούς μηχανισμούς επίγνωσης των προβλημάτων και να μη λέμε ψέματα στον κόσμο ή να μην αναπτύσσουμε έναν ακατάσχετο βολονταρισμό συνταγματικό, μία ρητορεία που απεδείχθη ότι μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνη γιατί διαψεύδει την πίστη των πολιτών στο Σύνταγμα και υπονομεύει το συνταγματικό πατριωτισμό;

Αντιθέτως, δυστυχώς, βλέπω μέσα στην πρόταση αυτή αλλά και σε άλλες ιδέες που ακούγονται στο δημόσιο βίο, πολλά στοιχεία ρητορείας και δημαγωγίας λες και το Σύνταγμα είναι ένα κείμενο διακηρυκτικό που δεν σημαίνει τίποτα νομικά, τίποτα πρακτικά, άρα μπορούμε ανέξοδα να δίνουμε συνταγματικές υποσχέσεις.

Το έχουμε κάνει αυτό και στο παρελθόν, έχει γίνει. Πάντα υφολογικά τα συνταγματικά κείμενα που δεν είναι μόνο μηχανιστικά έχουν μία ρητορεία, αλλά αυτή πρέπει να είναι ανώδυνη, πρέπει να ενισχύει τα ατομικά δικαιώματα, τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου. Όταν δημιουργεί ψευδαισθήσεις –οικονομικές, δημοσιονομικές– μπορεί μέσω της νομολογίας, μέσω του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων να οδηγήσει σε δημοσιονομική εκτροπή και να θέσει σε αμφισβήτηση την ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος.

Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία να μην υπάρχουν στοιχεία ρητορείας και συνταγματικού λαϊκισμού. Η χειρότερη μορφή λαϊκισμού είναι ο συνταγματικός λαϊκισμός. Γιατί τι συμβαίνει όταν υιοθετείς διατάξεις συνταγματικού λαϊκισμού; Ή τις παραβιάζεις για λόγους οικονομικής ανάγκης και ευτελίζεις το Σύνταγμα ή τις σέβεσαι και καταστρέφεις τη χώρα. Δεν είναι ένα τραγικό δίλημμα; Μετά από δέκα χρόνια κρίσης πρέπει να βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με αυτό το δίλημμα;

Και εν πάση περιπτώσει, ας μην ξεχνάμε ότι η συγκυρία είναι άκρως επιβαρημένη. Εδώ δεν έχουμε ένα συναινετικό κλίμα, εδώ έχουμε όξυνση, πόλωση, εντάσεις, χειραγώγηση της δικαιοσύνης. Εδώ έχουμε τεράστια προβλήματα αντοχής του τραπεζικού συστήματος, έχουμε μπροστά μας τις συνέπειες του υπερπλεονάσματος και άρα της υπερφορολόγησης που έχει διαλύσει τη μεσαία τάξη και δεν επιτρέπει στη χώρα να ορθοποδήσει, γιατί χωρίς εθνική αποταμίευση, χωρίς χρηματοδότηση επενδύσεων, χωρίς σταθερότητα, δεν υπάρχει ούτε επιστροφή στις αγορές, ούτε ανάπτυξη η οποία να υπερβαίνει το αναιμικό όριο του 1,5-2% μετά από δύο χρόνια συσσωρευμένης ύφεσης.

Εδώ, σήμερα, ξεκινά η διαδικασία της συναινετικής, υποτίθεται, αναθεώρησης και πληροφορούμαστε ότι διενεργείται έρευνα στους λογαριασμούς του Κώστα Σημίτη. Δηλαδή κάποιοι θέλουν να αμαυρώσουν το εμβληματικό πρόσωπο του ευρωπαϊκού κεκτημένου της χώρας! Ματαιοπονούν, αλλά εκτίθενται και εκθέτουν και τη Δικαιοσύνη.

Δυστυχώς, λοιπόν, παρότι έχουμε ζήσει αυτή την εμπειρία, δεν έχουμε γλυτώσει από τα στοιχεία του συνταγματικού λαϊκισμού. Είναι τόσο απλό να πεις, αναζητούμε συναινετικά Πρόεδρο Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία, αλλά μετά από δύο ψηφοφορίες, μετά από έξι ψηφοφορίες, πάμε στο λαό σε άμεση εκλογή συγκρουσιακή, θα πάρει ένας τη νίκη, ο άλλος την ήττα. Η κυβέρνηση δεν υφίσταται διάλυση Βουλής και εκλογές, αλλά μπορεί να χάσει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Συμβαίνει αυτό αλλού στην Ευρώπη; Συμβαίνει. Σχεδόν παντού υπάρχουν προβλήματα. Δείτε τι γίνεται σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Τσεχία. Υπάρχουν χώρες ώριμες θεσμικά που τα έχουν λύσει αυτά, όπως η Αυστρία, αλλά και άλλες χώρες που δεν τα έχουν λύσει, και εκεί είμαστε εμείς, που δεν έχουμε μία παράδοση άμεσης εκλογής.

Δημοψηφίσματα. Μα, μετά τα όσα είπε ο κ. Τσίπρας στο Βερολίνο για το αυτοακυρωμένο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, που θα ήταν ολέθριο να εφαρμοστεί το αποτέλεσμά του, ποιος μπορεί να τολμά να θέτει ζήτημα δημοψηφίσματος και διευκόλυνσης των δημοψηφισμάτων, ακόμη και για όποια συμφωνία μεταφέρει κυριαρχικές αρμοδιότητες σε όργανο διεθνούς οργανισμού. Ξέρετε πόσες τέτοιες συμφωνίες ψηφίζει η Βουλή κάθε χρόνο ; Μόνο για να πάρουμε τα δάνεια της περιόδου της κρίσης και το τρίτο δάνειο, θα έπρεπε να κάνουμε τουλάχιστον τρία δημοψηφίσματα στην περίπτωση αυτή. Άλλοι κάνουν δημοψηφίσματα και παρεμποδίζουν την εφαρμογή των προγραμμάτων μας, όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Ιρλανδία ή στην Ολλανδία τα προηγούμενα χρόνια.

Σταθερό εκλογικό σύστημα. Δεν αρκεί να έχουμε 2/3 για αλλαγή του εκλογικού συστήματος, τι μεγαλύτερη εγγύηση; Μπορούμε να αγκυλώσουμε το εκλογικό σύστημα ακόμη και εάν αλλάξουν ριζικά οι συγκυρίες; Μα, έχουμε εγγύηση 2/3.

Το εγγυημένο αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης δεν υπάρχει; Δεν το επικαλείται κατά κόρον το Συμβούλιο Επικρατείας στις αποφάσεις του για τις συντάξεις, για τα αναδρομικά, για τις μη περικοπές του δευτέρου και τρίτου μνημονίου, τι θέλουμε να προσθέσουμε; Μία φενάκη για το λαό, αντί να συζητήσουμε πώς θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα των δικαστικών αποφάσεων και της αντοχής του ασφαλιστικού συστήματος; Να συζητήσουμε δηλαδή, δυστυχώς, την ανυπαρξία ασφαλιστικού συστήματος.

Για να μη μιλήσω για το τελευταίο παράδειγμα της διακήρυξης πως θα συνυπάρχουν στο άρθρο 3 η θρησκευτική ουδετερότητα και η επικρατούσα θρησκεία. Αυτό μετατρέπεται σε ένα τέχνασμα μικροκομματικό ότι, δήθεν, θα αδειάσουν 10.000 θέσεις υπαλλήλων από τους ιερείς, για να τις καταλάβουν κάποιοι άλλοι νέοι που έχουν ανάγκη από δουλειά και τους σεβόμαστε και αγωνιούμε, αλλά αυτό είναι ένα ψέμα, γιατί οι ιερείς είναι λειτουργοί νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεν καταλαμβάνουν αυτού του είδους τις οργανικές θέσεις, αλλά δικές τους οργανικές θέσεις.

Βέβαια, το σημαντικότερο, αυτό το οποίο νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία για όλους μας, είναι να μη γίνουν λανθασμένες κινήσεις τώρα που ανοίγει το κουτί της Πανδώρας της αναθεώρησης, που θα υποβαθμίσουν το επίπεδο της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Δυστυχώς, οι πιθανότητες να γίνουν λάθη είναι μεγαλύτερες από τις πιθανότητες να γίνουν βελτιώσεις στο συνταγματικό κείμενο, λόγω της συγκυρίας που θα βαίνει επιδεινούμενη.

Για αυτό, κυρίες και κύριοι Βουλευτές –και τελειώνω– το θεμελιώδες είναι να προστατεύσουμε το Σύνταγμα, τη δημοκρατία, τους θεσμούς και την ομαλή πορεία του τόπου, σεβόμενοι τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Καμία διάταξη δεν πρέπει να διαπιστωθεί ότι είναι αναθεωρητέα με πλειοψηφία που υπερβαίνει τις 179 ψήφους. Πρέπει η επόμενη Βουλή να είναι Βουλή αναγκαστικής αναθεωρητικής υπευθυνότητας και συναίνεσης, διατηρούμενης της εγγύησης των 180 βουλευτών. Σας ευχαριστώ. -

 

14. 11. 2018, Ευ. Βενιζέλος, Βουλή: Η χειρότερη μορφή λαϊκισμού είναι ο συνταγματικός λαϊκισμός from Evangelos Venizelos on Vimeo

 

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2018