Αθήνα, 10 Ιουλίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στη Βουλή

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, η κυβέρνηση διανύει την τελευταία της φάση πολιτικά και συνταγματικά. Πλησιάζει ο χρόνος των εκλογών ούτως ή άλλως, ανεξάρτητα από το σενάριο που θα επικρατήσει και τις σκοπιμότητες που θα υπηρετηθούν. Σε αυτή λοιπόν την τελευταία φάση, η κυβέρνηση επιδίδεται, πέραν από όλων των άλλων, στην επίμονη και συστηματική προσπάθεια μετακύλισης της ευθύνης για τη λήψη κάθε αντιδημοφιλούς μέτρου στην επόμενη κυβέρνηση, για την ακρίβεια στις επόμενες κυβερνήσεις, γιατί η επόμενη περίοδος, η επόμενη μακρά περίοδος, είναι δυστυχώς ναρκοθετημένη.

Το δημοσιονομικό πλαίσιο που έχει συμφωνηθεί βασίζεται σε μία τραγική παραδοχή, ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης από τώρα έως το 2060 θα είναι περίπου 1-1,2% του ΑΕΠ. Έχουμε συμφωνήσει σε υψηλά, θα έλεγα πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα πρωτογενή πλεονάσματα και μέχρι το 2022 και πολύ περισσότερο μέχρι το 2060, αλλά δεν είναι αυτό το μεγάλο θέμα. Εάν σε αυτήν την πολιτική-δημοσιονομική συμφωνία, η οποία είναι μία άσκηση επί χάρτου, είχαν συμφωνηθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα με υψηλό μέσο πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης ετήσιο, θα είχε το πράγμα μία λογική.

Το πράγμα στερείται λογικής και μας καταδικάζει σε αναιμική ανάπτυξη, μη επαρκώς χρηματοδοτούμενη, στην στασιμοχρεωκοπία όπως έχω πει εδώ και δύο χρόνια, επειδή τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα συνυπάρχουν με χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης, γιατί αυτό λένε τα δημογραφικά δεδομένα και γιατί κυρίως αυτά λένε οι χρονοσειρές για τον πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης της χώρας τα τελευταία 50 χρόνια, πολύ πριν την κρίση του 2008 σε διεθνές επίπεδο που τη βιώνουμε στην Ελλάδα από το 2010 και μετά.

Αυτό το δημοσιονομικό πλαίσιο, βεβαίως, έχει μία σειρά από επιπτώσεις. Οι επιπτώσεις αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι η χώρα τον Ιανουάριο του 2015, εκεί που ετοιμαζόταν να βγει από το δεύτερο μνημόνιο μέχρι 28 Φεβρουαρίου 2015, οδηγήθηκε σε δευτερογενή κρίση, σε μία περιδίνηση, η οποία προκάλεσε μία βαθιά διαρθρωτική βλάβη που μπορεί να υπολογιστεί, όπως ξέρουμε, με πολλούς τρόπους, αλλά ο κρισιμότερος τρόπος είναι η αναπτυξιακή επίπτωση, η οποία είναι πάγια και πολυετής και για αυτό πάρα πολύ μεγάλη. Τα 200 δισεκατομμύρια του κ. Wieser μπορεί να φαίνονται υπερβολικά, αλλά είναι ένας απλός λογικός υπολογισμός για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτής της αναπτυξιακής υποχώρησης που συντελέστηκε το 2015.

Τα πρώτα θύματα της πολιτικής αυτής είναι οι συνταξιούχοι. Και φθάνουμε, έτσι, τώρα στο παιχνίδι –και πάλι ρητορικό και επικοινωνιακό– της περικοπής των συντάξεων, της περικοπής της λεγόμενης προσωπικής διαφοράς για τους παλιούς συνταξιούχους που θα θίξει πρωτίστως τους συνταξιούχους του δημοσίου, αλλά και αρκετούς συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα, ιδίως αυτούς που έχουν μέσες συντάξεις, γιατί ούτως ή άλλως υψηλές συντάξεις δεν υπάρχουν πια στη χώρα.

Αυτό το μέτρο ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, δεν ψηφίστηκε από την αντιπολίτευση, δεν το ψήφισε το Κίνημα Αλλαγής, δεν το ψήφισε η Νέα Δημοκρατία, το ψήφισε μόνη η κυβερνητική πλειοψηφία και το ψήφισε γιατί έχει την πλήρη ευθύνη, την οικονομική, την πολιτική, την ηθική, την ιστορική, για αυτήν τη νέα γενιά περικοπών. Διότι είναι άλλο πράγμα να περικόπτεις συντάξεις το 2010, 2011 και 2012, ξεκινώντας από πρωτογενές έλλειμμα ύψους 10,5% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 26 δισεκατομμυρίων και άλλο να ξεκινάς από τη βάση του 2014, δηλαδή από πρωτογενές πλεόνασμα 0,7%, το οποίο όμως ως διαρθρωτικό πλεόνασμα, δηλαδή λαμβανομένης υπόψη της ύφεσης και της ανεργίας, ήταν το μεγαλύτερο διεθνώς το 2014. Η χώρα εμφάνισε το μεγαλύτερο διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα που υπήρχε.

Άρα δικαιούμαστε να καταθέτουμε και την πρόταση νόμου και την τροπολογία για την κατάργηση της προβλεπόμενης στον ισχύοντα νόμο, το λεγόμενο νόμο Κατρούγκαλου, περικοπής της προσωπικής διαφοράς. Είναι μήπως η ενέργεια αυτή ένας λαϊκισμός της αντιπολίτευσης;   Είναι λαϊκισμός να θέτεις την κυβέρνηση προ των ευθυνών της; Είναι λαϊκισμός να θέλεις να πει με σαφήνεια η κυβέρνηση τι είναι αυτό που επιδιώκει τώρα, μέσα στη ρητορική της δήθεν καθαρής εξόδου από το μνημόνιο στα τέλη Αυγούστου; Επιδιώκει την κατάργηση της νομοθετημένης από την κυβέρνηση περικοπής των συντάξεων ή απλώς επιδιώκει την αναβολή του μέτρου αυτού, ώστε αυτό να επιβληθεί μετά τις εκλογές από την επόμενη κυβέρνηση; Η κυβέρνηση επιδιώκει πολιτικά να επαναδιαπραγματευθεί με τους εταίρους το συνολικό σχήμα βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος ή απλώς θέλει ένα μέτρο, το οποίο το έχει νομοθετήσει, γιατί το έκρινε αναγκαίο, απλώς να φέρει την υπογραφή άλλων πολιτικών δυνάμεων για λόγους κατανομής του πολιτικού κόστους, δηλαδή για να εξαπατηθεί επικοινωνιακά ο συνταξιούχος και γενικότερα η κοινή γνώμη;

Η δική μας θέση και η δική μου προσωπική θέση είναι πάρα πολύ καθαρή. Το μέτρο αυτό της περικοπής των ονομαστικών συντάξεων δεν χρειάζεται και δεν χρειάζεται γιατί νομοθετήθηκε από την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παράλληλα με ένα άλλο, πολύ πιο βαρύ μέτρο στο οποίο σπανίως αναφερόμαστε. Πρόκειται για το πάγωμα των συντάξεων μέχρι και το 2022. Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του παγώματος των συντάξεων μέχρι το 2022 είναι πολύ μεγαλύτερο από το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της ονομαστικής περικοπής που έχει νομοθετηθεί από 1-1-2019. Το πάγωμα των συντάξεων έχει όφελος δημοσιονομικό 2,8% του ΑΕΠ, ενώ η ονομαστική περικοπή των συντάξεων δημοσιονομικό αποτέλεσμα 1,5% του ΑΕΠ.

Κατά τη λογική αυτή μπορεί ακόμη και αν δεν βελτιωθεί τίποτα στο μακροοικονομικό περιβάλλον και στο δημοσιονομικό σχεδιασμό, με απλή παράταση του παγώματος, να επιτευχθούν τα ίδια αποτελέσματα ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ που διατίθεται για συνταξιοδοτική δαπάνη, ώστε η Ελλάδα να έχει ως ποσοστό του ΑΕΠ συνταξιοδοτική δαπάνη στα επίπεδα του μέσου όρου της Ευρωζώνης, χωρίς νέες ονομαστικές περικοπές. Το μέτρο είναι προφανές ότι δεν είναι δημοσιονομικό όπως πιστεύει ο κ. Τσίπρας, ο οποίος λέει, θα δούμε τα αποτελέσματα, ούτε όπως πιστεύει ο κ. Moskovici που λέει, θα δούμε τον προϋπολογισμό του 2019 και θα κρίνουμε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου.

Το μέτρο είναι διαρθρωτικό, αφορά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος από την πλευρά του λογικού ύψους της συνταξιοδοτικής δαπάνης για τα πολλά χρόνια που έρχονται. Από αυτή την οπτική γωνία δεν έχει και σημασία αν μία χρονιά είναι πλεονασματικός ο ΕΦΚΑ, σημασία έχει το όλο σύστημα να έχει μία μακροπρόθεσμη λογική και αποκτά μακροπρόθεσμη λογική αν παραταθεί το πάγωμα χωρίς να θιγούν οι συντάξεις με περαιτέρω κούρεμα και αν στο μεταξύ αποκτήσουμε το χρονικό περιθώριο για ένα συνολικό επανασχεδιασμό του ασφαλιστικού συστήματος που είναι ούτως ή άλλως αναγκαίος και θα καταστεί και νομικά αναγκαίος μέσα από τη νομολογία των Ελληνικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Γιατί ανεξαρτήτως του ύψους της συνταξιοδοτικής δαπάνης, η εσωτερική κατανομή του όποιου βάρους στους συνταξιούχους πρέπει να υπακούει σε μία λογική. Δεν μπορείς να υιοθετείς μία νομοθετική λογική που τιμωρεί, από ένα σημείο και μετά, όποιον έχει πολλά χρόνια ασφάλισης, μακρύ ασφαλιστικό βίο, και έχει ασφαλιστικές αποδοχές οι οποίες είναι μέσου επιπέδου. Γιατί, φυσικά, η προσέγγιση αυτή είναι μία βαθιά αντιαναπτυξιακή προσέγγιση και ενθαρρύνει την απόκρυψη εισοδήματος και τη μαύρη εργασία.

Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να θεραπευτούν και αυτές οι εσωτερικές ανισότητες και αντιφάσεις, κυρίως όμως έχει σημασία να στείλουμε το μήνυμα ότι υπάρχουν λύσεις οι οποίες είναι υπεύθυνες, εδώ μιλούμε με βάση τους αριθμούς, μπορούν να είναι συμφωνημένες με τους εταίρους, δεν θίγουν το δημοσιονομικό πλαίσιο όπως αυτή τη στιγμή έχει, αλλά ούτως ή άλλως αυτό πρέπει να βελτιωθεί, εφόσον διαμορφωθούν στην επόμενη Βουλή, με μία άλλη κυβέρνηση, οι πολιτικές προϋποθέσεις για τη βελτίωσή του. Και βεβαίως πρέπει να πάμε στο συνολικό επανασχεδιασμό στη βάση των προτάσεων που έχουν διατυπωθεί. Ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι εδώ και καιρό έχουν διατυπωθεί προτάσεις από την ομάδα υπό τον καθηγητή Μιλτιάδη Νεκτάριο, που επιτρέπουν και τη μείωση και των ασφαλιστικών εισφορών και τον ανασχεδιασμό των επαγγελματικών ταμείων και έναν ενεργό κοινωνικό ρόλο του ιδιωτικού συστήματος ασφάλισης, ώστε το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης του κάθε συνταξιούχου, άρα ο συνδυασμός κοινωνικού, ατομικού και οικογενειακού σχεδιασμού για το μέλλον κάθε ανθρώπου και για την αλληλεγγύη των γενεών, να δίνει ένα αποτέλεσμα το οποίο είναι αξιόπιστο και αξιοπρεπές. Γιατί τώρα, με αυτά που κάνει η κυβέρνηση, δεν υπάρχει ούτε αξιοπιστία ούτε αξιοπρέπεια, εν έτει 2019-2020, όχι εν έτει 2009-2010 με τη χώρα ένα βήμα πριν την ασύντακτη χρεοκοπία την οποία αποφύγαμε.

Άρα η ευθύνη σας, κυρίες και κύριοι της κυβέρνησης, είναι τεράστια και πρέπει να τοποθετηθείτε, όχι για λόγους κοινοβουλευτικής ρητορείας και επικοινωνίας, αλλά για λόγους κοινωνικής και αναπτυξιακής ουσίας. Σας ευχαριστώ. -

 

10.07.2018, Ευ. Βενιζέλος, Βουλή: Το μέτρο της περικοπής των συντάξεων δεν χρειάζεται. from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Κοινωνική ΑσφάλισηΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2018