Αθήνα, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Ολομέλεια της Βουλής

Η συζήτηση για το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής διεξάγεται μέσα σε μία εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη δυστυχώς συγκυρία για την πατρίδα μας.  Βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με θεμελιώδη και υπαρξιακά ερωτήματα, ερωτήματα που προκαλεί, δυστυχώς, η ίδια η παρουσία της σημερινής κυβέρνησης.  Βλέπετε, το συνεχές δημαγωγικό παιχνίδι μετατρέπεται πολύ εύκολα σε παιχνίδι με τη φωτιά.  Όλα όσα πίστευε η κυβέρνηση ότι συνιστούν ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, έχουν μετατραπεί σε μπούμερανγκ, όχι εναντίον της κυβέρνησης, αλλά εναντίον της οικονομίας, εναντίον των πολιτών, εναντίον του έθνους και της εθνικής ισχύος. 

Άνοιξε χθες, ως μη όφειλε, ξανά, με πρωτοβουλία στελεχών της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, συζήτηση για Grexit και επιστροφή στη δραχμή.  Και μόνο το γεγονός ότι τίθεται δημόσια το ζήτημα αυτό, προκαλεί βαριά βλάβη στην εθνική οικονομία, αλλά και στις παραμέτρους άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. 

Το κακό είναι ότι αυτό το πλάνο Β, το πλάνο της συνωμοσιολογίας, το πλάνο της εκτροπής, το πλάνο της επιστροφής στο δήθεν σωτήριο εθνικό νόμισμα, έχει αυτονομηθεί.  Δεν εξαρτάται πλέον από χειρισμούς και αποφάσεις της κυβέρνησης, ακόμη και εάν αυτές είναι οριακές, κυνικές, τυχοδιωκτικές, εθνικά επικίνδυνες.  Το πλάνο αυτό, πλέον έχει δηλητηριάσει το φρόνημα  ενός σημαντικού ποσοστού της ελληνικής κοινωνίας και αυτό πια μας καθιστά όλους δέσμιους της αδυναμίας μας να αντιμετωπίζουμε τα θέματα αυτά με την υπευθυνότητα, τη νηφαλιότητα και τον ορθολογισμό που απαιτείται, όταν έχουμε μπροστά μας μία και μόνη υποχρέωση.  Να υπερβούμε την κρίση, να βγούμε από την περιδίνηση, να επιτύχουμε την εθνική συνέγερση, να περάσουμε στην κανονικότητα, όπως έχω πει πολλές φορές, μίας χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ζώνης του Ευρώ. 

Όταν τίθενται τέτοιου είδους θέματα, ποιες καταθέσεις θα επιστρέψουν στις τράπεζες;  Τι δυνατότητες χορήγησης ρευστότητας στην πραγματική οικονομία έχει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα;  Ποιος θα επενδύσει;  Ποιος θα καταναλώσει;  Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι η αβεβαιότητα και η απαισιοδοξία λειτουργούν ως οικονομικοί παράγοντες και παράγουν εξαιρετικά αρνητικό αποτέλεσμα απομακρύνοντας την πιθανότητα επανόδου στις αγορές, έστω μετά από πολλούς μήνες.

Το ίδιο συνέβη και με το επικίνδυνο παιχνίδι που αφορά τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο πρόγραμμα.  Ακόμη δεν έχει διασφαλιστεί η συμμετοχή του στο τρίτο πρόγραμμα, στο τρίτο Μνημόνιο.  Η κυβέρνηση θέλει το ΔΝΤ ως μοχλό πίεσης, προκειμένου να ληφθούν μέτρα για το χρέος, που δεν λαμβάνονται, πλην αστείων, δήθεν βραχυπρόθεσμων μέτρων μακροπρόθεσμης απόδοσης το 2060, χωρίς να επέρχεται μείωση στην παρούσα αξία του χρέους.  Δεν θέλει το ΔΝΤ, επειδή το ΔΝΤ απαιτεί σκληρά πρόσθετα μέτρα λιτότητας, που πράγματι δεν βοηθούν σε τίποτα την εθνική οικονομία.  Το αποτέλεσμα όμως είναι, αυτός ο χειρισμός όλος, τελικά να μετατρέπεται σε μηχανισμό άσκησης πίεσης επί της χώρας μας και επί των πολιτών, από σύσσωμο το Eurogroup, χωρίς καμία επίσημη διαφοροποίηση χώρας στο εσωτερικό του Eurogroup. 

Και όλα αυτά, όπως αντιλαμβάνεστε, θα μας οδηγήσουν κάποια στιγμή, όχι σε ομαλές, αθώες θεσμικές εξελίξεις.  Ναι, η χώρα έχει ως βασικό οικονομικό πρόβλημα, το πολιτικό της πρόβλημα.  Ναι, η χώρα θέλει άλλη κυβέρνηση, θέλει άλλη Βουλή, άλλους συσχετισμούς.  Χωρίς εκλογές, δεν μπορεί να υπάρξει καμία λύση.  Δεν ματαιοπονώ, ξέρω ότι οι εκλογές είναι επιλογή της κυβέρνησης, δεν θα είναι όμως μία απλή επιλογή, θα είναι μία επιλογή συνδυασμένη με θεσμική κρίση, με ένταση, με κάποιο τρόπο θα επαναληφθεί, δυστυχώς, ή θα γίνει απόπειρα επανάληψης της φάρσας του 2015.  Αλλά τη φορά αυτή δεν μπορείτε να φλερτάρετε με ιδέες δημοψηφίσματος. Με ένα δημοψήφισμα αντισυνταγματικό και απαγορευμένο ως προς το θέμα του, το οποίο θα οδηγήσει, ως διαδικασία πλέον, σε βαθιά και ανυπέρβλητη οικονομική κρίση, σε εθνική καταστροφή.  Ούτε με εκλογές συγκρουσιακές γύρω από δήθεν διλήμματα που αφορούν το εθνικό νόμισμα.  Δεν θα επιτραπεί να έχουμε τέτοιου τύπου εξελίξεις.  Κι όλοι όσοι έχουν αρμοδιότητα και ευθύνη σε μία συντεταγμένη πολιτεία, οφείλουν εγκαίρως να το πουν και να αντιδράσουν.  Πάντως η αντιπολίτευση, είμαι βέβαιος, σύσσωμη θα αντιδράσει σε οποιαδήποτε παρόμοια εξέλιξη θεσμικού εκβιασμού και φάρσας.

Χρειαζόμαστε όμως άλλη Βουλή και άλλη κυβέρνηση ευρύτατης εθνικής συνεργασίας όλων των δημοκρατικών δυνάμεων ευρωπαϊκού προσανατολισμού, στην οποία ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να μετάσχει, εάν το θέλει, χωρίς να μπορεί αυτός να καθορίσει τις εξελίξεις, αλλά και κανένα άλλο κόμμα μόνο του δεν πρέπει να μπορεί να καθορίσει τις εξελίξεις.  Ούτε η ανιστόρητη αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας είναι λύση.  Λύση είναι μόνον η συνεργασία όλων όσοι πρέπει να συνεργαστούν στο πλαίσιο της μόνης εθνικής στρατηγικής που έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει, ότι είναι υπεύθυνη, ότι αποδίδει αποτέλεσμα. 

Γιατί αυτό που χρειάζεται είναι πράγματι μία ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση, πράγματι και χρειαζόμαστε και μπορούμε να αποκτήσουμε δημοσιονομικό χώρο αναπνοής, εάν εμείς οι ίδιοι ξέρουμε να χειριστούμε το ζήτημα, να προτείνουμε το αντάλλαγμα που θα είναι αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεων γενναίων και αυτό όλο προϋποθέτει ότι θα έχουμε επιτέλους συνεννοηθεί στον τόπο αυτό για την ορθή απεικόνιση του χρέους, για την ορθή απεικόνιση των ροών του χρέους σε ετήσια βάση και θα έχουμε διαμορφώσει ένα εθνικό διαπραγματευτικό πρόταγμα, το οποίο θα βγάζει νόημα όταν συζητάμε με τους εταίρους και πιστωτές μας. 

Η κυβέρνηση αυτή διαπραγματεύεται;  Η κυβέρνηση αυτή έχει σχέδιο;  Η κυβέρνηση αυτή έχει αίσθηση του χρόνου;  Όχι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.  Ξέρετε τι φοβούμαι και θέλω να καταγραφεί στα πρακτικά της σημερινής συνεδρίασης, ότι όπως εν όψει της κωμικοτραγικής σύγκρουσης του Ιουνίου-Ιουλίου 2015, συγκεντρώσατε και «στεγνώσατε» τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, έτσι τώρα πάλι το ζήτημα θα συνδέεται με τη διαχείριση του κοινού ταμείου της Τράπεζας της Ελλάδος, δηλαδή με τα χρήματα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία τώρα δεν θα πάνε στο κράτος προκειμένου το κράτος να ξαναεπιχορηγήσει γενναιόδωρα τα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά θα πάνε προκειμένου να πληρωθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και άλλοι πιστωτές της χώρας.  Όπως χάθηκαν τα κεφάλαια που έβαλε το ΤΣΜΕΔΕ και το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ στην κωμικοτραγική αύξηση κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής.  Επί των ημερών σας όλα αυτά. Αλλά σας προειδοποιώ, μην σχεδιάζετε να σύρετε τη χώρα σε μία μακρά αναμονή που τρώει τις σάρκες της οικονομίας και του έθνους μέχρις ότου υπερβούμε τον κίνδυνο πιστωτικού γεγονότος τον Ιούνιο, με χειρισμούς τέτοιου τύπου εις βάρος πλέον των συμφερόντων όχι μόνο της οικονομίας αόριστα, αλλά και των ασφαλιστικών φορέων υπέρ των οποίων έχετε πάρα πολλές φορές ξιφουλκήσει ρητορικά, λέγοντας ωμά και χυδαία ψέματα. 

Τώρα, κ. Πρόεδρε, μία κουβέντα σε σχέση με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που πρέπει να τα διαχωρίσουμε από τη μία μεριά σε επιχειρήσεις που είναι προβληματικές, υπερχρεωμένες, με ευθύνη και των διοικήσεών τους και των μετόχων τους και εκεί πρέπει να εφαρμοστεί ό,τι θα εφαρμοστεί σε όλες τις επιχειρήσεις σε σχέση με την αναδιάρθρωση των δανείων, αλλά και την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων και σε θεσμούς πολυφωνίας, δημοκρατικής και ενημέρωσης, που έχουν ιστορία, φυσιογνωμία, παράδοση, ρόλο, εργαζόμενους, αναγνώστες, συνεργάτες, κύρος, άποψη.  Αυτή η δεύτερη διάσταση των μέσων μαζικής ενημέρωσης πρέπει να προστατευθεί, όχι με επιτροπεία όπως αυτή που εκπροσωπεί ο κ. Μουλόπουλος, αλλά μέσα από μία νομοθετική ρύθμιση, η οποία θα προβλέπει ότι θα διασφαλιστεί η συνεχής περιοδική έκδοση  των συμβατικών και των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης που έχουν επιχειρηματικό πρόβλημα, όχι προς όφελος, επαναλαμβάνω, των διοικούντων και των μετόχων, αλλά προς όφελος της πολυφωνίας και προς διασφάλιση των συμφερόντων των εργαζομένων.  Ούτως ή άλλως, αυτό προβλέπεται ήδη από το 2013 - με ευρύτατη πλειοψηφία έχει ψηφιστεί η διάταξη αυτή-  για τους υπερχρεωμένους ραδιοφωνικούς σταθμούς.  Προς την κατεύθυνση αυτή η πρωτοβουλία της Δημοκρατικής Συμπαράταξης για σύσταση Διακομματικής Επιτροπής είναι αναμφίβολα θετική, επείγει όμως η νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος με σχετική τροπολογία, γιατί αλίμονο αν τέτοιου είδους θέματα αντιμετωπίζονται ως θέματα Ποινικού Δικαίου κι όχι ως θέματα θεσμικά ή βεβαίως ως θέματα πτωχευτικού και γενικότερα Εταιρικού Δικαίου.

Κλείνω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε σχέση με τα κόμματα και τη χρηματοδότησή τους.  Ας κάνουμε με αφορμή το νομοθετικό έργο μία σύγχρονη σοβαρή συζήτηση για το πώς πρέπει να διασφαλίζεται με διαφάνεια σήμερα, εν έτει 2017, η χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων.  Ας μιλήσουμε ξανά για τα όρια και τη φύση της κρατικής χρηματοδότησης και για τη δυνατότητα άντλησης πόρων από την κοινωνία των πολιτών.  Ας δούμε τα διεθνή παραδείγματα.  Ας μιλήσουμε με έναν υπεύθυνο και συναινετικό τρόπο γύρω από θεμελιώδεις δημοκρατικούς θεσμούς. 

Ως προς το παρελθόν όμως, επειδή συνέβη επί των ημερών μου, ως Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, να δοθεί η εντολή για την πλήρη διερεύνηση των οικονομικών του κόμματος από τις έξι μεγαλύτερες ελεγκτικές εταιρίες που λειτουργούν στην Ελλάδα, πρέπει να σας πω ότι αυτή είναι έμπρακτη αυτοκριτική και έμπρακτη διαφάνεια.  Καλώ όλα τα κόμματα να κάνουν το ίδιο.  Όταν όλα τα κόμματα κάνουν το ίδιο, μπορούμε να συζητήσουμε επάνω σε μία κοινή, αντικειμενική βάση.  Εάν δεν έχει γίνει αυτό με το ίδιο θάρρος, με τον ίδιο απόλυτο τρόπο στα άλλα κόμματα, θα παρακαλέσω να είστε επιφυλακτικοί και προσεκτικοί έως ότου αποκτήσουμε ισότητα στην αφετηρία.  Όταν την αποκτήσουμε, θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε ψυχραιμότερα και αντικειμενικότερα το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής.  Προκύπτει από κανένα στοιχείο του πορίσματος ότι υπήρξε πολιτική εντολή δανειοδότησης μέσων ενημέρωσης;  Προκύπτει ότι υπήρξε παραλληλισμός δανειοδότησης κόμματος και δανειοδότησης μέσου ενημέρωσης; 

Αυτά όλα ίσχυαν μέχρι το 2015, τώρα βλέπουμε μία κυβέρνηση, βλέπουμε κυβερνώντα κόμματα που ενεργούν στο όνομα επιχειρηματιών, που τους διαχειρίζονται, που τους μεταφέρουν με ευκολία από το πεδίο των τηλεοπτικών αδειών στο πεδίο των εφημερίδων και των περιοδικών.  Βλέπουμε να γίνονται παρεμβάσεις ωμές σε σχέση με τη δανειοδότηση από μικρές, μη συστημικές τράπεζες.  Βλέπουμε να αναπτύσσονται περίεργες οικειότητες και διασυνδέσεις.

Γι’ αυτό λοιπόν, όταν τα βάλουμε κάτω και όταν έχουμε ίδιες προϋποθέσεις θεσμικές, θα συνεννοηθούμε.  Αλλά προς το παρόν διαπιστώνω ότι δυστυχώς δεν έχετε αντλήσει κανένα δίδαγμα από την εμπειρία σας των δύο ετών, τη βαθιά βλαπτική  για τον τόπο, ούτε καν από την εμπειρία της Εξεταστικής Επιτροπής.  Όταν θα αντλήσετε τα διδάγματα, θα είναι αργά για σας.  Ελπίζω να μην είναι αργά και για την πατρίδα.