Αθήνα, 3 Μαρτίου 2016 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στη Βουλή κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, χαίρομαι πραγματικά γιατί η Βουλή συζητά και με συναινετικό τρόπο θα υπερψηφίσει τη μεταφορά της οδηγίας για την προστασία καταθέσεων και επενδύσεων. Όπως ξέρουμε, συγκροτείται σταδιακά η ενιαία τραπεζική αγορά.

Η αλήθεια είναι ότι εμάς, ως χώρα σε κρίση και σε Μνημόνιο, μας ενδιέφερε πάρα πολύ το ζήτημα αυτό, μας ενδιέφερε για την ευστάθεια των τραπεζών μας και για την επιστροφή καταθέσεων, για τη διακοπή της διαρροής καταθέσεων.  Και, επί Ελληνικής Προεδρίας το 2014, συμβάλαμε στην επιτάχυνση των ενωσιακών διαδικασιών και στην υιοθέτηση του ενιαίου συστήματος εποπτείας και του ενιαίου συστήματος εκκαθάρισης των συστημικών τραπεζών. Όμως, όπως αντιλαμβανόμαστε όλοι, υπάρχει σθεναρή αντίδραση των ισχυρών κρατών –και ιδίως της Γερμανίας– σε σχέση με τον τρίτο πυλώνα που είναι το ενιαίο σύστημα εγγύησης καταθέσεων.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουμε ενιαίο σύστημα εγγύησης καταθέσεων με κοινοτικούς πόρους, με ίσους όρους για όλες τις τράπεζες όλων των κρατών μελών.  Μεταφέροντας την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη, εναρμονίζουμε το ελληνικό σύστημα προστασίας με τα συστήματα των άλλων κρατών μελών.  Έχουμε εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας, αλλά όχι ενιαίο, η προστασία βασίζεται σε εθνικούς πόρους.  Δική μας επιδίωξη είναι να ανυψωθεί το επίπεδο προστασίας και να έχουμε ένα ενιαίο σύστημα εγγύησης καταθέσεων και επενδύσεων ως τρίτο πυλώνα της ενιαίας αγοράς.

Αυτό έχει τεράστια σημασία για εμάς και έχει τεράστια σημασία, γιατί, διαφορετικά, θα αναπαράγονται διαρκώς ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών και των συστημικών τραπεζών των κρατών μελών.  Εμείς, στις δικές μας τράπεζες, δίνουμε βεβαίως πιο δελεαστικά επιτόκια καταθέσεων, όμως έχουμε και πιο υψηλά επιτόκια χορηγήσεων.  Μία ελληνική, μεσαία και μικρή επιχείρηση δανείζεται με πολύ πιο δύσκολους όρους απ’ ότι μία γερμανική, ας πούμε , επιχείρηση.  Είναι μία από τις θεμελιώδεις ανισότητες.  Αλλά ακόμη και το αυξημένο επιτόκιο καταθέσεων δε λειτουργεί ως κίνητρο, γιατί ο καταθέτης δεν ενδιαφέρεται τόσο για το επιτόκιο όσο για την ασφάλεια.  Είναι έτοιμος να δεχθεί ακόμη και αρνητικό επιτόκιο, να πληρώνει δηλαδή την τράπεζα ή να πληρώνει το κράτος που έχει εκδώσει ένα ισχυρό ομόλογο, προκειμένου να κάνει μία ασφαλή κατάθεση ή μία ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου του. Άρα, εάν δε λύσουμε το πρόβλημα του ενιαίου συστήματος εγγύησης καταθέσεων και επενδύσεων, θα είμαστε πάντοτε σε μειονεκτική θέση.

Τώρα, τί είναι αυτό που προστατεύει τις καταθέσεις; Για να είμαστε ειλικρινείς, τα capital controls.  Δυστυχώς, αφ’ ης στιγμής οπισθοχωρήσαμε, αφ’ ης στιγμής δε συνεχίσαμε με την κατάσταση που βρήκαμε το Δεκέμβριο του 2014 ως χώρα, αλλά κάναμε την επιλογή να διαπραγματευθούμε ξανά πηγαίνοντας προς το καλύτερο, και πήγαμε τελικά προς το πολύ χειρότερο, αφ’ ης στιγμής το καλοκαίρι του 2015 επιβλήθηκαν τα capital controls, τα capital controls είναι αυτά τα οποία κρατούν τις υπολειπόμενες καταθέσεις μέσα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.  Η αβεβαιότητα η πολιτική είναι αυτή που δεν επιτρέπει να γυρίσουν οι καταθέσεις και δεν προσφέρουμε υπηρεσία στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία εάν δε γυρίσουν οι καταθέσεις.  Αλλά, πώς να γυρίσουν οι καταθέσεις όταν η χώρα στερείται πολιτικής διεύθυνσης, όταν δεν έχουμε κυβερνητική στρατηγική, όταν έχουμε αυτήν την αμφιθυμία, όταν επί 14 μήνες η Κυβέρνηση κυνηγά την ουρά της, διαπραγματεύεται, ξαναδιαπραγματεύεται, ανοίγουμε, κλείνουμε και ξανανοίγουμε τα ίδια θέματα, όταν κινδυνεύουμε να ξαναζήσουμε τις ημέρες του 2015.

Άλλωστε, δυστυχώς, τα μακροοικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι το 2016 προοιωνίζεται χειρότερο από το 2015, και δεν αναφέρομαι σε δημοσιονομικά στοιχεία τα οποία εξωραΐζονται όταν αυξάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου προς την αγορά, αναφέρομαι στα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας, στον κύκλο εργασιών, στον τζίρο, στο κλίμα αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας.  Έχει καμία σχέση ο Μάρτιος του 2016 με το κλίμα που υπήρχε το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 2014, παρότι εκκρεμούσε η προεδρική εκλογή και όλοι έβλεπαν ότι είναι πολύ πιθανό να πάμε σε εκλογές και να έχουμε άλλο συσχετισμό δυνάμεων στη Βουλή;  Είναι τώρα ένας στόχος που μπορούμε να τον προσεγγίσουμε ξανά το 2018 και μακάρι να τον προσεγγίσουμε, να φθάσουμε στην κατάσταση εκείνη, γιατί δεν κλείνει κανένα θέμα.  Είναι ένα γεφύρι της Άρτας η αξιολόγηση.

Αξιολόγηση. Τι θα γίνει με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αξιολόγηση επί ποιού προγράμματος;  Εδώ δεν έχει καν συμφωνηθεί το πρόγραμμα με την παλιά του μορφή, ως πρόγραμμα ευρωπαϊκό και πρόγραμμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.  Εδώ έχουμε εκκρεμή αξιολόγηση επί του ευρωπαϊκού σκέλους του προγράμματος.  Και καλά, να μη μπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλα όμως που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι ούτως ή άλλως μέσα ως εμπειρογνώμων και λέει τη βαρύνουσα άποψή του γιατί αυτό το προβλέπει ο ίδιος ο κανονισμός του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, του ESM.

Εν πάση περιπτώσει, πώς είναι δυνατό να μιλάμε για αξιολόγηση όταν έχουμε τεράστιες εκκρεμότητες, όπως είναι το ασφαλιστικό, εκκρεμότητες όπως είναι το δημοσιονομικό κενό, και όπως είναι η αμφιθυμία στις μεταρρυθμίσεις; Ποιες μεταρρυθμίσεις;  Τις μεταρρυθμίσεις του ΤΑΙΠΕΔ ή τις μεταρρυθμίσεις των επί μέρους Υπουργών, οι οποίοι εξορκίζουν κάθε πρωτοβουλία ιδιωτικοποιήσεων;  Ποιες επενδύσεις;  Τις επενδύσεις που θα γίνουν στο λιμάνι του Πειραιά, το οποίο εν πάση περιπτώσει θα ιδιωτικοποιηθεί, αλλά που δε θα γίνουν στο Ελληνικό γιατί εκεί δεν υπάρχει απόφαση;  Τις επενδύσεις που κάνουν οι Καναδοί στο τραπεζικό σύστημα, που τις έχουν κάνει στο Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών , αλλά που δεν μπορούν να τις κάνουν στην "Ελληνικός Χρυσός" στη Χαλκιδική;

Έχουμε φθάσει στο χειρότερο απ’ όλα τα ζητήματα, στο ζήτημα της ανταλλαγής, που δείχνει  πια την  απόγνωση της Κυβέρνησης η οποία θα μετατραπεί σε απόγνωση της χώρας.  Εμείς δεν είχαμε επιτρέψει ποτέ, επί τόσα χρόνια κρίσης και σκληρής διαπραγμάτευσης, να συνδεθεί η οικονομική διαπραγμάτευση με την εξωτερική πολιτική, με τα εθνικά θέματα.  Ποτέ.  Τώρα έχουμε μία σύνδεση που γίνεται με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, του προσφυγικού με την αξιολόγηση, του προσφυγικού με το ασφαλιστικό, του προσφυγικού με το χρέος.  Μα είναι ποτέ δυνατόν;

Το χρέος είναι συμφωνημένο από το 2012.  Κάποιοι άλλοι είχαν ψευδαισθήσεις ότι κάτι μπορεί να συμβεί.  Θα κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν και θα ζητήσουν και συγνώμη.  Έτσι πρέπει να γίνει κι έτσι προστατεύεται το εθνικό συμφέρον.  Είναι δεδομένο το τι θα γίνει, έχει ειπωθεί στη συμφωνία της 12ης Ιουλίου του 2015 τι θα γίνει σε σχέση με το χρέος.  Είναι δυνατόν η Ελλάδα, η οποία δικαιούται να πάρει, και θα πάρει ούτως ή άλλως, την πρόσθετη διευκόλυνση στο χρέος, να αποδεχθεί μόνη της ότι θα φύγουμε από την αναλογία της κατανομής προσφύγων και παράτυπων μεταναστών για να πάρουμε αυτό που δικαιούμαστε;

Ή μήπως θα βάλουμε στο Μνημόνιο που υπέγραψε ο κ. Τσίπρας με τον κ. Καμμένο και πρόσθετους όρους σε σχέση με τη λειτουργία της Schengen ή του Δουβλίνου, σε σχέση με το προσφυγικό και κυρίως σε σχέση με τους παράτυπους μετανάστες οι οποίοι δεν έχουν πρόβλημα ασφάλειας στη χώρα προέλευσής τους;

Και είναι δυνατό να συνδέσουμε την οικονομική αξιολόγηση και τη σχέση μας με τη Γερμανία με μία πρόχειρη απόφαση να έρθει το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, ούτε καν στην ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να έχουμε διακανονίσει τις επιχειρησιακές λεπτομέρειες κι έχουμε δώσει στην Τουρκία τη δυνατότητα να επαναφέρει όλες τις διεκδικήσεις της κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου και να θέτει ξανά ζήτημα αποστρατικοποίησης των νησιών, ζήτημα γκρίζων ζωνών, ενώ εμείς θεωρούμε ότι έτσι θα χαλαρώσει η Γερμανία σε σχέση με την αξιολόγηση ή σε σχέση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο;  Μα ποιος έφερε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ευρώπη;  Η γερμανική κυβέρνηση και άλλες ισχυρές κυβερνήσεις λόγω δυσπιστίας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  Δεν έχει αλλάξει τίποτα από την άποψη αυτή.  Αντιθέτως, μέσα από τους κανονισμούς που διέπουν τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και μέσα από τον κανονισμό, που ρυθμίζει  όλους τους μηχανισμούς στήριξης και χρηματοδότησης προβλέπεται η παρουσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Επίσης, να είμαστε σοβαροί και μνήμονες σε σχέση με το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Εγγυήσεων.  Το Ταμείο, όταν έχεις 120 δισεκατομμύρια καταθέσεων κι όταν έχεις αυτή την κατάσταση στην οικονομία, δεν αρκεί φυσικά, δεν αρκούν οι εθνικοί πόροι.  Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία το ενιαίο σύστημα εγγυήσεων.  Όμως την κρίσιμη περίοδο του 2011, όταν ήμασταν στη διαπραγμάτευση για το κούρεμα του χρέους, όταν ήμασταν στη διαπραγμάτευση για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων είναι αυτό που μας διευκόλυνε να κρατήσουμε την τραπεζική πίστη σε υψηλό επίπεδο, να εμπνέουμε εμπιστοσύνη σε σχέση με τις καταθέσεις, να μην έχουμε διαρροή καταθέσεων, να μην έχουμε bank run, γιατί είναι άλλο πράγμα η διολίσθηση και άλλο πράγμα ο πανικός και βεβαίως να πάμε συντεταγμένα στη διαπραγμάτευση και την ανακεφαλαιοποίηση.

Θέλω πραγματικά να ευχαριστήσω και να συγχαρώ από το βήμα αυτό την τότε διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, το διοικητή τον κύριο Προβόπουλο και τους υποδιοικητές, τα μέλη του Συμβουλίου Στρατηγικής και Συστημικής Ευστάθειας της εποχής εκείνης και το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΚΕ, διότι με κινήσεις, οι οποίες ήταν συμφωνημένες με όλες τις συστημικές τράπεζες και με όλους τους θεσμούς και κυρίως με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Ελλάδος, διατηρήσαμε την πλήρη ασφάλεια του συστήματος και εγγυηθήκαμε όλες τις καταθέσεις των Ελληνίδων και των Ελλήνων.  Μπορεί να έχασαν αξία τα ακίνητα, μπορεί να υπήρξε πρόβλημα με τα εισοδήματα, αλλά οι καταθέσεις είναι αυτό το οποίο έμεινε εγγυημένο.  Γιατί;  Γιατί οι καταθέσεις είναι αυτές που στηρίζουν την πραγματική οικονομία, αυτές μπορούν να μετατραπούν σε δάνεια, αυτές μπορεί να μετατραπούν μέσω του μηχανισμού του λογιστικού χρήματος σε αίμα για την ανάπτυξη.  Άρα έχει τεράστια σημασία να έχουμε ένα ολοκληρωμένο σύστημα εθνικής, κυρίως όμως ευρωπαϊκής, προστασίας στα ζητήματα αυτά.

Προσοχή, αυτό είναι, όχι διαμαρτυρία, όχι καταγγελία, είναι έκκληση προς την κυβέρνηση, γιατί η κυβέρνηση ενεργεί στο όνομα όλων μας, όλου του έθνους και όλου του λαού, μη γίνουν τεράστια ιστορικά λάθη στη διαπραγμάτευση και μην πάμε να κάνουμε δήθεν ανταλλαγή, όπου εμείς θα νομίζουμε ότι κάτι παίρνουμε σε σχέση με την αξιολόγηση, το ασφαλιστικό και το χρέος, και θα δίνουμε, ενώ δίνουμε ήδη πάρα πολλά σε άλλους τομείς.  Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, σεβασμός της Συνθήκης της Γενεύης, ανθρωπισμός και επιτέλους οργάνωση και λειτουργία των αναγκαίων υποδομών με πρώτο θέμα τα απροστάτευτα και ασυνόδευτα παιδιά που είναι τα μεγάλα θύματα του προσφυγικού και του μεταναστευτικού.