Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2015

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους - μέλους».

Κυρίες και Κύριοι βουλευτές, λαμβάνω το λόγο για λόγους ιστορικής ευθύνης.

Στην πραγματικότητα το ζήτημα των γλυπτών του Παρθενώνα  βρίσκεται στην επικαιρότητα τα τελευταία 55 χρόνια. Όσοι θυμάστε την ταινία «Φαίδρα», θα θυμάστε την σκηνή με την Μελίνα στο Βρετανικό Μουσείο και θα θυμάστε ότι από τότε, πολύ πριν ασχοληθεί με την ενεργό πολιτική, η Μελίνα έθεσε το ζήτημα της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα.

Για τον σκοπό αυτό, πέρα από την ίδια έχουν  αγωνιστεί πολλοί άνθρωποι από τη θέση του υπουργού Πολιτισμού, κυρίως όμως οφείλουμε ως Βουλή των Ελλήνων να  τιμήσουμε σήμερα όλα τα μέλη των επιτροπών που έχουν συγκροτηθεί σε διάφορες χώρες του κόσμου, πρωτίστως όμως στο Ηνωμένο Βασίλειο για την επιστροφή των μαρμάρων. Ένας εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός  διανοουμένων, επιστημόνων, καλλιτεχνών, ακτιβιστών της κοινωνίας των πολιτών έχουν στρατευτεί στην υπόθεση αυτή δεκαετίες ολόκληρες. Η δε Βρετανική Επιτροπή για την επιστροφή των μαρμάρων κατάφερε να διαμορφώσει μια ομάδα μελών του Βρετανικού Κοινοβουλίου, που είναι πιστοί οπαδοί της ανάγκης να αποκατασταθεί η ακεραιότητα του μνημείου.

Το ζήτημα αυτό έχει τεθεί κατ’ επανάληψη σε όλα τα διεθνή βήματα.

Και εγώ, στη διάρκεια της θητείας μου στο υπουργείο Πολιτισμού, προ πολλών ετών αλλά και πολλοί διάδοχοι ή προκάτοχοί μου, θέσαμε το ζήτημα αυτό. Στην UNESCO κατ’ επανάληψη. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από του βήματος δε των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γενικής Συνέλευσης, σε ειδική Σύνοδό της, έχουμε θέσει το θέμα αυτό ήδη από το 2001. Έχουμε κάνει σωρεία διμερών, διακρατικών επαφών με τις κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου.

Έχουμε διαπραγματευτεί και μιλήσει με κάθε πολιτική εκδοχή της κυβέρνησης της Αυτής Μεγαλειότητος. Έχουμε μιλήσει με κυβερνήσεις συντηρητικές, με κυβερνήσεις εργατικές. Ξέρουμε πάρα πολύ καλά ποια είναι η αντίληψη.

Είχα και την ευκαιρία κατ’ επανάληψη, προ πολλών ετών,  να διαπραγματευτώ με τους διευθύνοντες στο Βρετανικό Μουσείο, τη θεσμική αυτονομία του οποίου υποτίθεται ότι αναγνωρίζει και αναδεικνύει  η Βρετανική κυβέρνηση. Έχω και εγώ κατ’ επανάληψη διαπραγματευτεί με τον διευθυντή και τους κηδεμόνες του μουσείου. Και τους έχουμε εξηγήσει ότι το αίτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα δεν αφορά ένα αίτημα επιστροφής οποιουδήποτε πολιτιστικού αγαθού, αλλά του γλυπτού διακόσμου ενός ακινήτου μνημείου που συνιστά σύμβολο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, έμβλημα και λογότυπο της UNESCO. 

Και εδώ δεν  μιλάμε για ένα κινητό πολιτιστικό αγαθό που πρέπει να επιστραφεί, αλλά μιλάμε για ένα ακρωτηριασμένο μνημείο που κραυγάζει. Και δεν λειτουργούμε στο όνομα της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς , ή στο όνομα ενός ελληνικού πολιτιστικού σωβινισμού, ή στο όνομα της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας,  αλλά ενεργούμε στο όνομα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και του ίδιου του μνημείου που διεκδικεί την αποκατάσταση έστω της οπτικής ακεραιότητάς του. Γιατί φυσικά δεν ζητάμε τον διάκοσμο για να τον επανατοποθετήσουμε, αλλά ζητάμε τον διάκοσμο γιατί τώρα πια έχοντας το τεράστιο επιχείρημα της ύπαρξης του Μουσείου της Ακρόπολης, μπορούμε να έχουμε ενιαίο το γλυπτό διάκοσμο, σε άμεση οπτική επαφή με τον Βράχο και με το ακίνητο μνημείο του Παρθενώνα.

Σε οποιαδήποτε αντίληψη κοσμοπολιτισμού, που λέει ότι στο Βρετανικό Μουσείο χωρίς εισιτήριο πάρα πολλοί πολίτες του κόσμου έχουν πρόσβαση στα γλυπτά, απαντάμε λέγοντας ότι η πρόσβαση στα γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να γίνεται εν τόπω και χρόνω, πρέπει να γίνεται μέσα στα πολιτιστικά και στα ιστορικά συμφραζόμενα του μνημείου.  Και μπορούμε να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται κοσμοπολιτισμός και αυτό που λέγεται "κολοναλιαλισμός", και σε αυτό που λέγεται αποικιοκρατική αντίληψη. Ή σε αυτό που λέγεται πολιτιστικός οριενταλισμός, δηλαδή ότι εμείς εδώ ανήκουμε σε μια κάποια Ανατολή και τελικά μέσα από στερεότυπα της Δύσης γίνεται αντιληπτή στην Ευρώπη η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, όχι ως δικό μας στοιχείο ή ως στοιχείο της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά ως στοιχείο μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας που διαμορφώνεται κατά το δοκούν.

Αγωνιστήκαμε για να κατασκευαστεί το μουσείο της Ακρόπολης. Αγωνιστήκαμε  σε βαθμό τέτοιο που είναι ίσως ασύλληπτο για οποιαδήποτε ιδιωτική ή δημόσια επένδυση στη χώρα μας. Αρκεί να θυμίσω από την αίθουσα αυτή ότι οι  σχετικές διοικητικές πράξεις διέφυγαν του ακυρωτικού ελέγχου του Συμβουλίου της Επικρατείας με μια ψήφο διαφορά στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Όταν κάποτε μας δοθεί η ευκαιρία να καταγράψουμε και να περιγράψουμε τον αγώνα για την ανέγερση του Μουσείο της Ακρόπολης, θα δείτε μια εθνική περιπέτεια σε σχέση με το πώς χειριζόμαστε την πολιτιστική μας κληρονομιά, αλλά και με  το πώς πρέπει να χειριζόμαστε αυτό που λέγεται δημόσια και κοινωνική υποδομή. Δεν θέλω να θυμόμαστε τις κακές όψεις αυτής της περιπέτειας, αρκεί το γεγονός ότι υπάρχει το μουσείο. Ότι εγκαινιάστηκε, ότι λειτουργεί  και ότι τώρα είναι ένα πολύ μεγάλο επιχείρημα για την αποκατάσταση της ακεραιότητας των γλυπτών.

Μόνο που έχουν περάσει 11 χρόνια από τότε που άνοιξε το μουσείο και λειτουργεί και δεν πρέπει να μετατραπεί η νέα κατάσταση, μετά τη λειτουργία του μουσείου σε μια συνήθεια, σε μία ρουτίνα. Έχουμε λοιπόν ασκήσει κάθε δυνατή διπλωματική πίεση, έχουμε αξιοποιήσει όλα τα νομικά επιχειρήματα σε όλα τα διπλωματικά φόρα που διατίθενται.  Έχουμε ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό διμερώς, πολυμερώς, σε κάθε δυνατό πλαίσιο. Και στο πλαίσιο της ΕΕ και στο πλαίσιο της UNESCO και στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Ως υπουργός Εξωτερικών και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης μέχρι τον Ιανουάριο του 2015, συμφώνησα και ενεθάρρυνα τον τότε υπουργό Πολιτισμού τον κ. Τασούλα, να προετοιμάσει το ενδεχόμενο μιας δικαστικής διεκδίκησης και πάντως να ζητήσει επιστημονική συνδρομή στο Ηνωμένο Βασίλειο για το ζήτημα αυτό.  Γιατί από ένα σημείο και μετά, όταν  η Βρετανική Κυβέρνηση δηλώνει αναρμόδια και σε παραπέμπει στο Βρετανικό Μουσείο  και  το Βρετανικό Μουσείο κρύβεται πίσω από τους κηδεμόνες του,  μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο εκάστοτε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, αντιλαμβάνεστε ότι δεν υπάρχει κανένα πραγματικό πλαίσιο συνεννόησης.

Η πρότασή μου ήταν να υπερβούμε τη νομική συζήτηση περί του καθεστώτος ιδιοκτησίας των γλυπτών και να ασχοληθούμε με την πολιτιστική διάσταση, να πούμε ότι  εντάξει τα δύο μουσεία ας  συνεργαστούν ως αυτοτελείς οντότητες και ας έχουμε έναν διαρκή, μόνιμο δανεισμό των γλυπτών από το Βρετανικό Μουσείο στο Μουσείο της Ακρόπολης, με αντάλλαγμα την οργάνωση αλλεπάλληλων περιοδικών εκθέσεων με σημαντικά, ελληνικά πολιτιστικά αγαθά στο Βρετανικό Μουσείο. Από την στιγμή λοιπόν που αυτή η πρόταση που διατυπώθηκε, τεκμηριώθηκε, τελικά δεν έγινε δεκτή, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι  δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για πολιτική και διπλωματική διαχείριση  και προώθηση του θέματος αυτού, όσες οδηγίες και αν εκδοθούν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής, έννομης τάξης  και όσες συστάσεις και αν διατυπωθούν στο επίπεδο της UNESCO. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε δε, ότι από ένα σημείο και μετά, τα νομικά και τα πολιτικά επιχειρήματα συμπλέκονται υπό το φως της ιστορίας και της παγκόσμιας πολιτιστικής ευαισθησίας. Και ότι υπάρχει ένα φόρουμ, το οποίο δεν πρέπει να το αγνοήσουμε, που είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του ανθρώπου, που δεν το έχουμε αξιοποιήσει, στο οποίο για λόγους ιστορικούς -στους οποίους δεν θέλω να αναφερθώ σήμερα- υπάρχει μια παράδοση ελληνοβρετανική, η οποία δεν αφορά το ζήτημα των γλυπτών, αλλά πολύ σκληρά θέματα στην Ανατολική Μεσόγειο, πολύ σκληρά θέματα κυριαρχίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναφέρομαι στο Κυπριακό βεβαίως. Για να είναι ανοιχτό το φόρουμ αυτό, πρέπει να εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα στην έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου.

Άρα δεν πρέπει να αποκλείουμε τίποτα. Και κυρίως πρέπει να θυμόμαστε την προϊστορία του θέματος αυτού, την αγωνία και τον αγώνα, τους ανθρώπους που έχουν εργαστεί, τους επιστήμονες που έχουν τεκμηριώσει τις απόψεις τους. Έχουμε αναπτύξει τις απόψεις αυτές,  στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Έχουμε στο πλευρό μας την βρετανική κοινή γνώμη, με αλλεπάλληλες έρευνες της βρετανικής κοινής γνώμης. Έχουμε ευαισθητοποιήσει πολύ σημαντικούς εκπροσώπους των βρετανικών μέσων ενημέρωσης. Και στον ευρύτερο κύκλο της Κοινοπολιτείας που ανήκουν χώρες, όπως είναι για παράδειγμα η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Νέα Ζηλανδία. Έχουμε μια υποδομή, έχουμε ώριμους ανθρώπους έτοιμους να αποδεχθούν τις απόψεις μας και μια κοινοβουλευτική υποστήριξη σε επίπεδο κοινοβουλευτικής διπλωματίας, η οποία είναι εντυπωσιακή, ίσως μοναδική 

Επειδή όλους αυτούς τους μήνες ζούμε μια ασυνέχεια πολιτική, μια ασυνέχεια  ιστορική, μια ασυνέχεια σε σχέση  με την εθνική στρατηγική, και αυτό το έχουμε πληρώσει πάρα πολύ ακριβά στο πιο κρίσιμο πεδίο που είναι το πεδίο της οικονομικής πολιτικής, της ανάπτυξης , το πεδίο της ύφεσης και των πρωτογενών ελλειμμάτων δυστυχώς. Επειδή έχουμε πάει πολλά βήματα πίσω  σε σχέση με το σημείο που βρισκόμασταν πριν από ένα χρόνο, έχει πολύ μεγάλη σημασία να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Να μην επαναλάβει η κυβέρνηση τα ίδια λάθη σε ένα πεδίο στο οποίο, αν μη τι άλλο, πολύ εύκολα, μπορούμε να έχουμε ευρύτατη συναίνεση και συσπείρωση και κοινή αντίληψη, γιατί κάπου πρέπει να ενώνεται το Έθνος, κάπου πρέπει να συναινεί η κοινωνία. Κάπου πρέπει να υπερβαίνουμε τη συγκυρία, η οποία πάρα πολύ συχνά μας αδικεί όλους, γιατί δεν την τοποθετούμε στα ιστορικά της συμφραζόμενα και κυρίως στην προοπτική της. Γιατί μένουμε καθηλωμένοι στο παρελθόν και δεν μπορούμε να  επικοινωνήσουμε με το μέλλον. Έπρεπε λοιπόν, αυτά να έχουν ειπωθεί στην Ολομέλεια της Βουλής. Να έχουν καταγραφεί στα πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, που είναι το Σώμα της ιστορίας του Έθνους.

Και  ζητώ από την Κυβέρνηση, από τον αρμόδιο υπουργό, από τον Πρωθυπουργό να μελετήσουν τα δεδομένα, να μην αγνοήσουν αυτό που έχει γίνει πριν από αυτούς , να μην νομίσουν, και στο θέμα αυτό,  ότι η Ιστορία αρχίζει με τις εκλογές του Ιανουαρίου ή πολύ περισσότερο με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.  

Η ιστορία, το έχω πει πολλές φορές , είναι εν τέλει πάνω από τη δημοκρατική συγκυρία. Δεν είναι πάνω από τη δημοκρατία ως αρχή, αλλά είναι πάνω από τις διακυμάνσεις της πολιτικής δημοκρατικής συγκυρίας. Για αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία  με ιστορική συνείδηση και με εθνική, αν θέλετε,  «οίηση» που είναι η μόνη η οποία δικαιολογείται,  να προτάξουμε για ακόμη μία φορά, να προβάλλουμε για ακόμη μία φορά, τα επιχειρήματα τα οποία πρέπει να προβάλλουμε  στο όνομα του μνημείου, όχι στο όνομα μιας δικής μας αντίληψης. Και μόνο μιλώντας στο όνομα του μνημείου , μπορούμε να έχουμε αποτελέσματα υπέρ της παγκόσμιας κληρονομιάς.

Σας ευχαριστώ.