Αθήνα, 31 Μαρτίου 2014

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, στη συζήτηση επί της πρότασης μομφής 
κατά του Προέδρου της Βουλή

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, λυπάμαι πραγματικά για την εντυπωσιακή ευκολία, με την οποία ο Πρόεδρος και η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιούν το ακραίο μέσο της αποχώρησης από τη συνεδρίαση της Βουλής. Η αποχώρηση από τη συνεδρίαση της Βουλής είναι ένα ακραίο γεγονός, το οποίο συνδέεται με στιγμές έντασης που αφορούν την ουσία του δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος της χώρας.

Όταν ανοίγουμε το δρόμο των θεσμικών τεχνασμάτων, της καταστρατήγησης του Συντάγματος, προκειμένου να παρεμποδίσουμε τη νομοθετική λειτουργία της Βουλής, προκειμένου να καθυστερήσουμε τεχνητά την άσκηση του νομοθετικού έργου και να δημιουργήσουμε πρόβλημα διεθνούς αξιοπιστίας στη χώρα, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα δημοκρατικής λειτουργίας, κανένα πρόβλημα θεσμών. Κάνουμε μία επιλογή η οποία είναι ριψοκίνδυνη για τον τόπο, αλλά και για εμάς τους ίδιους.

Έτσι χθες, ο κ. Τσίπρας εγκλωβίστηκε στην επιλογή του, ο εγκλωβισμός αυτός συνεχίστηκε με την υποβολή πρότασης μομφής κατά του Προέδρου της Βουλής και συνεχίζεται τώρα με την εκ νέου αποχώρηση από τη Βουλή, επειδή - λένε -παραβιάζεται ο Κανονισμός. Πράγματι ο Κανονισμός προβλέπει με ποια σειρά δίνεται ο λόγος στη Βουλή  και δόθηκε .

Θα επανέλθω στα όσα είπα χθες πάρα πολύ συνοπτικά σε σχέση με το θεσμικό και νομικό ζήτημα το οποίο ετέθη.

Ο κ. Τσίπρας και οι Βουλευτές του είχαν την ιδέα να χρησιμοποιήσουν το μέσο της πρότασης δυσπιστίας. Δυστυχώς για αυτούς είχαν την ίδια ιδέα και το Νοέμβριο του 2013. Υπέβαλαν τότε μία πρόταση δυσπιστίας, προκάλεσαν μία τεχνητή ένταση, εν τέλει διευκόλυναν την επιβεβαίωση της δεδηλωμένης εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση, επέτρεψαν στην Κυβέρνηση να παρουσιάσει τις πολιτικές της σε μία τριήμερη συζήτηση και να κερδίσει την ψηφοφορία.

Υπάρχει, όμως, κόστος. Το κόστος το προβλέπει το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι για έξι μήνες δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ίδιο μέσο.

Συνέλαβαν, λοιπόν, την ιδέα της εκ του πλαγίου παραβίασης του Συντάγματος. Αυτός είναι ο ορισμός της καταστρατήγησης του Συντάγματος, η εκ του πλαγίου παραβίαση με δήθεν επίκληση του γράμματος του Συντάγματος. Μόνο που εδώ και το γράμμα του Συντάγματος δεν τους ευνοεί καθόλου, γιατί -δυστυχώς για αυτούς- είναι απολύτως σαφές. Το άρθρο 84 δεν διακρίνει την πρόταση δυσπιστίας ανάμεσα σε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης συλλογικά ή Υπουργού ατομικά, ανεξαρτήτως αν ο λόγος της πρότασης μομφής αφορά τη συλλογική πολιτική της Κυβέρνησης ή ατομικές επιλογές και ευθύνες του Υπουργού. Ακόμα και αν αφορά ατομικές ευθύνες και επιλογές.

Και να σας πω πώς αυτό αποδεικνύεται; Ο Πρωθυπουργός είναι και αυτός μέλος της Κυβέρνησης ή θα μπορούσε ανέτως να διευθύνει και ένα Υπουργείο. Μπορεί να υποβληθεί ατομική πρόταση δυσπιστίας κατά του Πρωθυπουργού ή κατά του Πρωθυπουργού, υπό την υπουργική του ιδιότητα; Και αυτό δεν είναι πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης;

Ερμηνεύουμε το Σύνταγμα με βάση δύο κανόνες ερμηνευτικής. Ο πρώτος είναι η αναγωγή στις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος. Θεμελιώδης αρχή είναι η δεδηλωμένη και από το 1975 η κυβερνητική σταθερότητα. Το Σύνταγμα διευκολύνει την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης και δυσκολεύει υπέρμετρα την αποδοχή πρότασης δυσπιστίας. Γιατί θέλει να προστατεύσει ένα βασικό συνταγματικό αγαθό που είναι η κυβερνησιμότητα του τόπου, να έχει ο τόπος κυβέρνηση, να έχει κατεύθυνση, να έχει κράτος που λειτουργεί, να έχει ασφάλεια. Το θέλει ο πολίτης, το θέλει η δημοκρατία.

Ο δεύτερος κανόνας ερμηνείας του Συντάγματος είναι η συνταγματική πρακτική που δεν είναι απλώς δεοντολογία, είναι συνήθειες που μπορεί να μη συνιστούν έθιμα κοινοβουλευτικά, αλλά πάντως συνιστούν ερμηνευτικά προηγούμενα.

Όταν υποβάλλεται πρόταση δυσπιστίας κατά Υπουργού ατομικά, η πρακτική είναι ότι η κυβέρνηση, υπερασπιζόμενη την κυβερνητική της αλληλεγγύη, μετατρέπει την πρόταση δυσπιστίας κατά Υπουργού σε πρόταση εμπιστοσύνης της Κυβέρνησης. Έτσι γινόταν πάντα τα τελευταία πολλά χρόνια. Άρα, κανονικά η Κυβέρνηση έπρεπε να πει χθες «ναι, ας πάμε σε μία πρόταση εμπιστοσύνης, για να διευκολύνουμε τον κ. Τσίπρα να παρεμποδίσει την ψήφιση του νομοσχεδίου και να μας σύρει σε καθυστέρηση και σε ευτελισμό, να μην έχουμε κυβέρνηση στο Eurogroup και στοEcofin που διεξάγεται στην Αθήνα και να μην έχουμε ψηφισμένη τη συμφωνία με τους εταίρους και πιστωτές και να πλήξουμε την οικονομία, να πλήξουμε τον πολίτη, να τον υποβάλουμε σε περισσότερες θυσίες».

Τι είπαμε εμείς πολιτικά; Είπαμε ότι εάν το ζήτημά σας είναι αμιγώς πολιτικό και αληθινό, μετατρέπουμε την ψήφο για το νομοσχέδιο σε ψήφο εμπιστοσύνης. Και αυτό έγινε. Και η Κυβέρνηση επιβεβαίωσε την πλειοψηφία της, παρά τις περί του αντιθέτου λυσσαλέες προσπάθειες και αβυσσαλέες προσδοκίες.

Άρα τι έγινε χθες; Έκανε ο κ. Τσίπρας μία πολύ μεγάλη τρύπα στο νερό και έπεσε μέσα, με το κόμμα του. Επικαλείται ο κ. Τσίπρας γνωμοδοτήσεις. Τον προκάλεσα χθες να πει τα ονόματα και τα παραθέματα. Ναι, δεν είναι κακό να γνωμοδοτούν τα μέλη της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ ή οι υποψήφιοι Ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή έχουν και μία πανεπιστημιακή ιδιότητα.

Ξέρετε τι έχω αντιμετωπίσει στη ζωή μου; Έχω αντιμετωπίσει πολλούς συνάδελφους μου στο πανεπιστήμιο να ισχυρίζονται ότι ο Πρόεδρος της Βουλής, που αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά που είναι Βουλευτής του Κόμματός του –όπως σωστά και υπερήφανα είπε ο κ. Μεϊμαράκης, ότι είναι Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας- δεν μπορεί να ψηφίζει σε πρόταση δυσπιστίας υπέρ της Κυβέρνησης γιατί αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ήταν η περιβόητη «ψήφος Αλευρά». Και όμως τότε επιστήμονες έλεγαν ότι θα πέσει η Κυβέρνηση, γιατί ο αείμνηστος Αλευράς, ως Πρόεδρος της Βουλής που αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που παραιτήθηκε και ως τούτου μειώνεται η πλειοψηφία της Κυβέρνησης στη Βουλή, τεχνητά.

Ήμουν είκοσι επτά χρονών, υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, και αντιτάχθηκα σε αυτήν τη θέση . Θεωρώ ότι έχω δίκιο. Το παραδέχτηκε αυτό εκ των υστέρων και η Νέα Δημοκρατία στις διαδικασίες αναθεώρησης του Συντάγματος που ακολούθησαν.

Ξέρετε τι αντιμετώπισα το 1989; Έγκριτους επιστήμονες της εποχής να λένε ότι μπορεί διά νόμου να τροποποιηθεί αναδρομικά διάταξη περί ποινικής παραγραφής, που είναι διάταξη ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Και μόνος μου - νέος ήμουν εκείνη την εποχή καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου- έλεγα τότε: Μα αστειεύεστε; Το Σύνταγμα επιτρέπει την αναδρομική τροποποίηση επί τα χείρω ουσιαστικού ποινικού νόμου ; Γιατί η παραγραφή είναι θεσμός του ουσιαστικού ποινικού δικαίου.

Άρα, η πρόβλεψη του Συντάγματος είναι ότι μεταξύ δύο προτάσεων δυσπιστίας μεσολαβεί προθεσμία διασκέψεως, όπως λέγεται, ωρίμου χρόνου, για να σκεφτόμαστε τι κάνουμε πριν το κάνουμε –αυτό σημαίνει «προθεσμία ώριμου χρόνου». Από το 1927 δεκάδες επιστημόνων έχουν γράψει για τα θέματα αυτά. Κανείς δεν διανοήθηκε να γράψει  ότι μπορείς να μην κάνεις πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης, αλλά κατά Υπουργού. Μόνον μία κυρία συνάδελφος, μέλος του ΣΥΡΙΖΑ συμπτωματικά, σε μία εργασία της. Δικαίωμά της. Το πιστεύει. Το είπε. Η Βουλή έχει καμία υποχρέωση αυτό να το λάβει υπ’ όψιν;

Δεν θέλω να αναφερθώ στο τι έχει πει με γνωμοδοτήσεις ο καθένας. Θα μπορούσα να πω πολλά, για το για ποιους έχουμε γνωμοδοτήσει κατά καιρούς, τι διαδικασίες έχουμε παρεμποδίσει. Κύριε Προεδρεύοντα της Βουλής, σας αφορά. Έχετε κάποια ιστορική σχέση με το ζήτημα αυτό, σε σχέση με τους γνωμοδοτούντες.

Γιατί μπορεί οι γνωμοδοτήσεις  να αποτρέπουν κάποιες διαδικασίες αποκάλυψης στοιχείων. Δεν θα προχωρήσω περαιτέρω. Θα τα βρει η ιστορική έρευνα.

Εάν μαζί με το άρθρο 84 του Συντάγματος, διαβάσουμε και το άρθρο 85 βλέπουμε τι σημαίνει συμμετοχή στη συλλογική ευθύνη και την κυβερνητική αλληλεγγύη. Γι’ αυτό είναι πραγματικά «η δευτέρα πλάνη χείρων της πρώτης». Να κάνεις και μία πρόταση μομφής κατά του Προέδρου της Βουλής.

Ξέρετε τι εννοούσε περιχαρής ο κ. Τσίπρας χθες; «Ζήλια, ζήλια θα σας εμποδίσουμε να ψηφίσετε. Τώρα θα κάνουμε πρόταση μομφής κατά του Προέδρου». Δεν είχε πραγματικά καταλάβει εκείνη τη στιγμή ότι η πρόταση αυτή δεν συζητείται αμέσως, αλλά συζητείται σε συνεδρίαση κοινοβουλευτικού ελέγχου. Άλλωστε, την άμεση διακοπή των εργασιών της Βουλής, όταν υποβάλλεται πρόταση δυσπιστίας δεν την προβλέπει το Σύνταγμα. Την προβλέπει ο Κανονισμός. Θα έλεγα ότι δεν είναι και σωστό αυτό, διότι έτσι παρεμποδίζεται η ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Άρα, είναι απόλυτα σωστή η πρόταση του Προέδρου της Βουλής, του κ. Μεϊμαράκη, ότι πρέπει να τροποποιηθεί η σχετική διάταξη του Κανονισμού και να μην παρεμποδίζεται το νομοθετικό έργο.

Άρα, λοιπόν, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε έναν άλλο, νέο θεσμικό παραλογισμό. Κατηγορούμε τον Πρόεδρο της Βουλής, όχι προσωπικά, αλλά θεσμικά. Πρόταση μομφής κατά θεσμού δεν υπάρχει. Υπάρχει πρόταση μομφής κατά του προσώπου που δεν επιτελεί ορθά το θεσμικό του ρόλο, έτσι δεν είναι; Οι θεσμοί είναι παγερά αδιάφοροι. Οι θεσμοί επικοινωνούν με την ιστορία. Τα πρόσωπα επικοινωνούν με τους πολίτες, με την κοινωνία και με τους συνομιλητές τους, όταν καταλαβαινόμαστε επί τη βάσει των κανόνων της κοινής λογικής.

Γιατί κατηγορείται ο Πρόεδρος της Βουλής; Διότι έθεσε το ερώτημα στην Ολομέλεια του Σώματος, η οποία και απεφάνθη. Αν εμφανιζόταν ως Πόντιος Πιλάτος και έλεγε «δεν θέλω να αποφασίσω, μπορεί να αποφασίσει η Βουλή», εναντίον ποιου θα στρεφόταν η πρόταση μομφής; Κατά της Βουλής. Άλλα αντ’ άλλων, δηλαδή, γιατί δεν θέλουμε να μιλήσουμε επί της ουσίας.

Ποιο είναι, λοιπόν, το ουσιαστικό ζήτημα; Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η βαθιά ενόχληση του ΣΥΡΙΖΑ και του κ. Τσίπρα προσωπικά, γιατί αλλάζουμε σελίδα, γιατί η χώρα μπαίνει πραγματικά στην τελική ευθεία της εξόδου από την κρίση και το Μνημόνιο και γιατί αυτό πιστοποιείται. Πιστοποιείται από τους εταίρους μας, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Πιστοποιείται από τις αγορές, από τον ιδιωτικό διεθνή τομέα. Πιστοποιείται από την ίδια την ελληνική κοινωνία. Πρώτη φορά ανεβαίνει ο δείκτης οικονομικής ικανοποίησης ή αισιοδοξίας, μετά από χρόνια. Είναι λογικό αυτό. Ο κόσμος «διψά» για ένα αισιόδοξο μήνυμα, για μία αλλαγή μετά από επτά χρόνια ύφεσης, με τέτοια ανεργία, με τόσες θυσίες.

Όμως, είπα και χθες, ότι σκεφτόμαστε με βάση τις θυσίες, την κρίση, τις επιπτώσεις, μετρώντας με τι; Μετρώντας με τα δεδομένα του 2009, με τα δεδομένα του 2008. Εάν δεν είχε συμβεί αυτό που συνέβη, εάν δεν είχαμε ακολουθήσει το δύσκολο δρόμο και είχαμε πάει στην επιλογή της ασύντακτης χρεοκοπίας, της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος, εάν τώρα δεν υπήρχαν καταθέσεις, εάν δεν υπήρχε τίποτε στη χώρα, εάν δεν είχαμε σώσει το 75% του εισοδήματος, αλλά είχαμε κρατήσει το 25%, εάν είχαμε φθάσει στις συνθήκες της Ουκρανίας ή της Πολωνίας παλαιότερα, όταν πτώχευσε, θα ήταν καλά;

 «Πλην Λακεδαιμονίων» αγωνίζεται η χώρα. Αγωνίζεται η χώρα και κάποιοι λυπούνται, γιατί φεύγουν οι βάρβαροι, γιατί ανακτούμε την αξιοπρέπειά μας, την υπερηφάνεια μας, την αυτοδυναμία μας σιγά-σιγά, πόντο-πόντο, σε μία μάχη «εκ του συστάδην» και έχουμε αποτελέσματα. Είναι κρίμα, πραγματικά κρίμα που δεν διασφαλίσαμε όλη αυτή την περίοδο συνθήκες εθνικής ενότητας και κοινωνικής συναίνεσης στα θεμελιώδη, στα στοιχειώδη. Δεν το πετυχαίνουμε ούτε τώρα, αλλά να ξέρετε ότι ακόμη και όταν επανέλθουμε -που επανερχόμαστε- στην ομαλότητα, στην κανονικότητα, η χώρα πρέπει να κάνει μία υπερπροσπάθεια για να κερδίσει το χαμένο έδαφος. Άρα, χρειαζόμαστε και πάλι ενότητα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος δημοτικών, περιφερειακών και ευρωπαϊκών εκλογών. Χρειαζόμαστε εθνική συστράτευση και όχι αυτή την τεχνητή οξύτητα, το διχασμό.

Είπε ο κ. Τσίπρας ότι μιλήσαμε σκληρά. Και αφού το είπε αυτό, παραπονούμενος, επειδή του μιλήσαμε σκληρά χθες, είπε ότι «αυτό που διαπράττετε είναι κακουργηματική απιστία, θα σας βάλω φυλακή».

Η ευκολία με την οποία μιλούν με όρους ποινικού δικαίου, οι απειλές, οι εκφοβισμοί, οι εκβιασμοί, ένα δάχτυλο συνεχώς υψωμένο, ένας ψευτοεισαγγελικός λόγος του τύπου «θα ακυρώσουμε τις συμβάσεις, θα διώξουμε τους επενδυτές, θα σας βάλουμε φυλακή, ξανά φυλακή, πιο βαθιά φυλακή».

Και έρχονται εδώ και δεν έχουν να πουν ποτέ τίποτα. Κατατροπώνονται σε όλες τις διαδικασίες και αντί να διδαχθούν από αυτές τις αλλεπάλληλες ήττες, που είναι ήττες θεσμικές, πολιτικές και ηθικές, επιμένουν στο ίδιο.

Αντιλαμβάνεσθε ποιος καθοδηγεί τον κ. Τσίπρα, ποιο πνεύμα υπερίπταται; Ένα πνεύμα που ήταν πάντα πιστό σε αυτή την αντίληψη -το ζήσαμε σε πολλές περιπτώσεις- που νόμιζε και νομίζει ότι απειλώντας με ποινικοποίηση, με φυλακή θα λύσει το πολιτικό πρόβλημα της Αριστεράς. Μια κατάρα της Αριστεράς που την καθήλωσε επί χρόνια. Και τώρα η κρίση έδωσε συγκυριακά την ευκαιρία στο ΣΥΡΙΖΑ -από ένα μικρό κόμμα- να εκφράσει τη δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού, αλλά κυρίως να εκφράσει τη δυσαρέσκεια των κοινωνικών στρωμάτων που συνδέονται παραδοσιακά με το ΠΑΣΟΚ και ως κλασικοί μικρομέγαλοι νομίζουν ότι κάτι κάνουν τώρα, ότι έχουν αποκτήσει και ρίζες, ενώ δεν έχουν καμία ρίζα. Πού είναι η ρίζα; Σε ποιο δήμο; Σε ποια περιφέρεια; Σε ποιο σωματείο; Σε ποιο επιμελητήριο; Σε ποιο συνδικάτο; Σε ποια ομοσπονδία; Είναι μια ψευδαίσθηση.

Υπάρχει λοιπόν η απειλή εναντίον των επενδύσεων, εναντίον της ανάκαμψης, εναντίον της ελπίδας, εναντίον της απασχόλησης. Εις πείσμα αυτής της άποψης η χώρα ανακάμπτει και διαμορφώνονται πέντε πυλώνες της ανάκαμψης.

Ο πρώτος πυλώνας είναι θεσμικός: H πολιτική σταθερότητα, γιατί χωρίς πολιτική σταθερότητα δεν υπάρχει τίποτα, ούτε ανάκαμψη ούτε ανάκτηση του χαμένου εδάφους. Σταθερότητα δεν γίνεται με συμπαθητικά λόγια, ούτε με θεωρίες συνωμοσίας, ούτε με κραυγές, ούτε με δημαγωγίες, ούτε με χτυπήματα στην πλάτη. Θέλει αποφάσεις επώδυνες, σκληρές και με κόστος. Το αναλαμβάνουμε και με το παραπάνω, ιδίως εμείς το έχουμε αναλάβει δυσανάλογα πολύ.

Δεύτερος πυλώνας είναι ο δημοσιονομικός. Επιβεβαιώνεται η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Όλα αυτά που φαντασιώνεται ο κ. Τσίπρας για το κούρεμα, για τη διαπραγμάτευση, τα έχουμε κάνει. Έχουμε κουρέψει το χρέος όσο δεν έχει κουρευτεί ποτέ στα παγκόσμια χρονικά χρέος, εξήντα πέντε μονάδες του ΑΕΠ, 130 δισεκατομμύρια, το έχουμε αναδιαρθρώσει. Όλοι αντιλαμβάνονται ότι με πολύ εύκολες παραμετρικές αλλαγές επιβεβαιώνεται η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Εκτός αγοράς είναι άλλωστε το ελληνικό χρέος. Το 80% δεν είναι διαπραγματεύσιμο στη διεθνή αγορά, δεν είναι επιθετικό χρέος, δεν το κατέχουν κερδοσκόποι, το κατέχουν θεσμοί.

Τρίτος πυλώνας είναι ο αναπτυξιακός, που περνάει βέβαια σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα από τις τράπεζες. Όχι τους τραπεζίτες, τις τράπεζες οι οποίες τελούν υπό τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης –όχι μόνο του κράτους- γιατί μας δάνεισαν για να κάνουμε την ανακεφαλαιοποίηση.

Προσέξτε όμως τι είναι αυτό που τους ενοχλεί. Πήραμε 50 δισεκατομμύρια για να ανακεφαλαιοποιήσουμε τις τράπεζες, δηλαδή για να προστατέψουμε τις καταθέσεις των Ελλήνων και την προοπτική δανείων και επενδύσεων. Έχουμε χρησιμοποιήσει μέχρι στιγμής 25 δισεκατομμύρια για την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών, των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών και το κράτος θα τα πάρει πίσω όλα αυτά και ακόμη παραπάνω.

Ήδη, με τη σημερινή χρηματιστηριακή αξία –που είμαστε ακόμη στην αρχή της εξόδου- οι μετοχές που κατέχουμε αξίζουν 22 δισεκατομμύρια. Σε λίγους μήνες θα έχουμε κατά πολύ υπερβεί τα 25 δισεκατομμύρια που έχουμε δώσει. Δεν είναι κερδοσκοπική η επένδυσή μας. Είναι μια επένδυση θεσμική. Δεν είναι κερδοσκόπος το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, είναι εγγυητικός μηχανισμός με ευρωπαϊκά λεφτά. Στο απόθεμα είναι 12 δισεκατομμύρια. Είναι «καβάτζα».

Και τώρα για τη νέα φάση της ανακεφαλαιοποίησης δεν δίνουμε ούτε ευρώ. Αυτά μένουν. Άρα, διαγράφονται από το χρέος, όπως θα διαγραφούν και τα παραπάνω από εικοσιπέντε που θα ανακτήσουμε. Θα μείνουν τελικά λιγότερο από δώδεκα, με τα οποία χρηματοδοτήθηκε όχι η ανακεφαλαιοποίηση, αλλά η εκκαθάριση των τραπεζών που δεν μπορούσαν να αντέξουν, των μικρότερων τραπεζών.

Και υπάρχει αυτός ο μύθος ότι ευνοούμε τους τραπεζίτες. Ποιους τραπεζίτες; Τους νέους που θα έρθουν για να μπουν στην Eurobank. Αυτό είναι όλο το θέμα. Διότι δεν υπάρχει ζήτημα ανακεφαλαιοποίησης τώρα για καμία άλλη τράπεζα, μόνο για την Eurobank που ανήκει πράγματι 100% στο κράτος, αλλά που έχει μέσα της και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.

Και φυσικά θα μπορούσε το κράτος να κάνει την επιλογή να βάλει κι άλλα λεφτά από τα 12 δισεκατομμύρια που έχει, αλλά λέει ο κ. Αλμούνια και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα «Μα, δεν ενεργείτε εμπορικά. Εσάς σας ενδιαφέρει η εθνική σας οικονομία. Φέρτε ξένους επενδυτές, ανεβάστε το χρηματιστήριό σας, ανεβάστε το θετικό κλίμα αισιοδοξίας, πάρτε 3 δισεκατομμύρια από τη διεθνή αγορά και θα ανακτήσετε αυτά που έχετε βάλει για τις συστημικές τράπεζες ούτως ή άλλως -και από την Eurobank- με την άνοδο του οικονομικού ρεύματος». Γιατί πόσο είναι η απόσταση από τα 22 δισεκατομμύρια που αξίζουν τώρα οι μετοχές μέχρι τα 25 -30 σας λέω εγώ- ώστε να έχουμε και ένα μικρό κέρδος από αυτή την επένδυση;

Αυτό ζήτησε το ΤΧΣ, να μπει το ίδιο επενδυτής στην Eurobank, στην ανακεφαλαιοποίηση. Και η απάντηση ήταν -κι έπρεπε να κάνουμε μία διαπραγμάτευση- «Εσείς είστε back stop, είστε ένας μηχανισμός τελικής εγγύησης. Δεν είστε επενδυτικό fund. Πρέπει να σκέφτεστε την οικονομία σας, τους πολίτες σας και το μέγεθος του δημοσίου χρέους». Αυτή είναι όλη η ουσία. Άρα λοιπόν αυτός είναι ο τρίτος πυλώνας.

Ο τέταρτος πυλώνας είναι ο κοινωνικός, τώρα που θα κατανείμουμε το πρωτογενές πλεόνασμα στον φτωχό κόσμο, τους άνεργους, που θα δώσουμε ασφάλιση στους ανασφάλιστους, που θα στηρίξουμε τους υπερήλικες, τώρα θα φανεί η αποκατάσταση των αδικιών.

Ο πέμπτος πυλώνας είναι η αποκατάσταση της ευρωπαϊκής και διεθνούς θέσης της χώρας, γιατί χωρίς ισχυρή οικονομία, έχεις πρόβλημα και εθνικής ισχύος. Ε, λοιπόν αυτό είναι που ενοχλεί. Και αυτό μετατρέπεται σε πρόταση δήθεν δυσπιστίας του Υπουργού Οικονομικών και σε πρόταση δήθεν μομφής κατά του Προέδρου της Βουλής. Αυτός είναι ο σχολικός ορισμός της υποβάθμισης και της καταστρατήγησης του Συντάγματος, το λιγότερο. Αυτό είναι το ανάγλυφο παράδειγμα του πολιτικού αδιεξόδου.

Τι έχει συμβεί τώρα; Η απαξίωση της πολιτικής αρχίζει και στρέφεται κατά της Αντιπολίτευσης. Μπορεί ο καθένας να εμφανίζεται εύκολα ως “ανανεωτής” της πολιτικής και να λέει «Ναι, εγώ εκφράζω το νέο, το αντισυμβατικό». Ποιοι εκφράζουν το παλιό; Τα κόμματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας, το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία. Καλά, το ΠΑΣΟΚ είναι ο «αμνός ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου», αδικείται κατάφωρα. Και είναι λογικό γιατί έχει εκφράσει το πνεύμα και τη δυναμική της Μεταπολίτευσης. Άρα μας καταλογίζουν τα σφάλματα της Μεταπολίτευσης όποιος και να τα έχει κάνει- πολιτικά, λαϊκά, κοινωνικά, αναπτυξιακά, ηθικά, ιδεολογικά, όλα.

Άρα λοιπόν κανείς δεν εξετάζει ποιος έκανε τι. Μόνο τα τελευταία, μόνο συγκυριακά, μόνον επιφανειακά. Αλλά τώρα σου λέει στο συμβατικό και στο παλιό είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Θα εμφανιστούν τα άλλα κόμματα τώρα τα οποία δεν έχουν ευθύνη. Δεν έχουν ευθύνη για τη διακυβέρνηση και τις δύσκολες αποφάσεις. Δεν έχουν ευθύνη ούτε καν για την αντιπολίτευση, τίποτε. Είναι άνευ οποιασδήποτε ευθύνης. Άρα ιδού ο εκνευρισμός. Ο εκνευρισμός οφείλεται στην έλλειψη πολιτικής προγραμματικής πρότασης, στην αποτυχία της τακτικής της εφόδου «από τα αποδυτήρια». Δεν βγαίνει το σενάριο των εκλογών-δημοψηφίσματος. Δεν βγαίνει το σενάριο ούτε για τις δημοτικές, ούτε για τις περιφερειακές, ούτε για τις ευρωπαϊκές εκλογές. Δεν βγαίνει στον κ. Τσίπρα και στο ΣΥΡΙΖΑ. Ως εκ τούτου  να έλθουμε να δημιουργήσουμε προβλήματα στη λειτουργία της Κυβέρνησης και της Βουλής και άρα στη χώρα. Κάνουμε ασκήσεις γυμναστικής επαναστατικής, ασκήσεις πυκνής τάξεως στη Βουλή.

Μα, θέλει κότσια για να το κάνεις αυτό. Πρέπει να ξέρεις, να μπορείς. Πρέπει, όταν κάνεις ένα βήμα, να ξέρεις το επόμενο. Αλλιώς, απλώς εμφανίζεσαι να μην μπορείς να διαχειριστείς τίποτα, ούτε τους θεσμούς ούτε τη δημαγωγία.

Αυτό είναι ο ορισμός της απόλυτης πολιτικής αποτυχίας.

Ευχαριστώ.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΒουλή | Κυβέρνηση | ΠτΔΠΑ.ΣΟ.ΚΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2014