Αθήνα, 8 Ιουλίου 2012

 
Δευτερολογία Ευάγγελου Βενιζέλου, Πρόεδρου του ΠΑΣΟΚ,
στη συζήτηση στη Βουλή επί των Προγραμματικών Δηλώσεων της Κυβέρνησης

left-red-arrowΚυρίες και κύριοι Βουλευτές, μετά από μια τριήμερη συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις μιας νέας Κυβέρνησης, ο Έλληνας πολίτης αναρωτιέται ποια είναι τα συμπεράσματα που πρέπει να αντλήσει. Και θεωρώ πως είναι και δική μου υποχρέωση να αντλήσω τα συμπεράσματα που κατά τη γνώμη μου προκύπτουν από τη συζήτηση αυτή.

Το πρώτο και θεμελιώδες συμπέρασμα είναι πως υπάρχει μια εθνική γραμμή, υπάρχει μια εθνική στρατηγική που εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και της Βουλής των Ελλήνων. Θέλουμε την Ελλάδα ασφαλή και ισότιμη μέσα στην Ευρώπη και το ευρώ.

Για να επιτευχθεί αυτό υπάρχει ένας μόνον δρόμος: Η διαμόρφωση και η εφαρμογή ενός προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας, ενός προγράμματος συμφωνημένου με τους θεσμικούς μας εταίρους. Αλλά και ενός πολύ ευρύτερου από το πρόγραμμα στήριξης εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, συμφωνημένου μεταξύ μας.

Το να συμφωνήσουμε μεταξύ μας στο εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης είναι πολύ πιο σπουδαίο και πολύ πιο δύσκολο, από το να συμφωνήσουμε με τους θεσμικούς μας εταίρους στην Ευρώπη, γύρω από το αναθεωρημένο πρόγραμμα στήριξης. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε.

Αυτή λοιπόν η στρατηγική της αναθεώρησης του προγράμματος στήριξης και της συγκρότησης και εφαρμογής ενός εθνικού σχεδίου, είναι που πρέπει να μας απασχολεί και οφείλουμε να δίνουμε συγκεκριμένες εφαρμόσιμες απαντήσεις. Η αναπαραγωγή των προεκλογικών αντεγκλήσεων δεν οδηγεί πουθενά. Στην πραγματικότητα παίζει με την αγωνία του ελληνικού λαού.

Υπάρχουν, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, αυτοί που διαφωνούν με τη γραμμή αυτή. Το ΚΚΕ διαφωνεί στο όνομα μιας σταθερής κλασικής αντιευρωπαϊκής αντίληψης δεδηλωμένης, την οποία σεβόμαστε, αλλά την οποία φυσικά δεν αποδεχόμαστε. Δεν έκρυψε ποτέ τις απόψεις του, είναι γνωστές, αποτιμώνται από τον ελληνικό λαό.

Εμφανίστηκαν και άλλοι βεβαίως, τόσο προεκλογικά όσο και εδώ, που διαφωνούν απολύτως με τη γραμμή της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και της Βουλής των Ελλήνων. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή διατύπωσαν έναν καθαρά «αντιμνημονιακό», όπως λέγεται, λόγο -χρησιμοποιώ τον όρο μέσα σε εισαγωγικά- στο όνομα της εθνικής ανεξαρτησίας, λες κι εμείς μιλούμε στο όνομα της εθνικής εξάρτησης και ταπείνωσης.

Και ζητούν την καταγγελία, την αποχώρηση από το ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο, την αυτόνομη πορεία της χώρας. Όταν όμως λένε «αυτόνομη πορεία της χώρας», πρέπει να αντιλαμβάνονται ότι αυτή η «αυτόνομη πορεία» είναι και νομισματικά αυτόνομη, οδηγεί εκ των πραγμάτων σε αποχώρηση από τη Ζώνη του Ευρώ.

Είναι προφανές -το λένε άλλωστε ευθέως- ότι η οικονομία υποτάσσεται σε μία δική τους αντίληψη περί διεθνούς πολιτικής και οικονομικής συνωμοσίας. Ο καθένας το εκφράζει αυτό με τον δικό του τρόπο, με το δικό του ύφος, με την δική του επικοινωνιακή επιλογή. Όλα όμως ερμηνεύονται μέσα από το σχήμα μιας διεθνούς συνωμοσίας σε βάρος της χώρας.

Αξίζει τον κόπο να δούμε λίγο πιο προσεκτικά όμως τι είναι αυτό που μας είπε ο ΣΥΡΙΖΑ χθες, επισήμως από το βήμα της Βουλής. Έχει σημασία αυτό. Εάν προσέξετε αυτά που ειπώθηκαν χθες, θα δείτε ότι δεν έγινε καμία αναφορά στη μονομερή καταγγελία της δανειακής σύμβασης. Δεν έχουμε καμία αναφορά στον προεκλογικό όρο της ακύρωσης του μνημονίου.

Χθες ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε ως οπαδός μιας άλλης λύσης, που γυρίζει γύρω από τη νέα έννοια της αντικατάστασης του μνημονίου. Αντικατάσταση του μνημονίου από τι; Προφανώς από ένα άλλο, μήπως από ένα αναθεωρημένο μνημόνιο; Γιατί αφού θέλουμε να υπάρχει αντικατάσταση του πλαισίου στήριξης και συνεργασίας από ένα άλλο πλαίσιο, αυτό ανεξαρτήτως του ονόματός του είναι οι όροι του προγράμματος στήριξης, είναι οι όροι της δανειακής σύμβασης.

Αναρωτιέμαι αν είναι έτσι πράγματι, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπήκε και αυτός στην Κυβέρνηση, ώστε να είναι μια κανονική Κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης; Και εν πάση περιπτώσει αφού το ζητούμενο είναι η αποτελεσματική και σκληρή διαπραγμάτευση για την αντικατάσταση του μνημονίου, όχι για την ακύρωσή του, γιατί δεν μπαίνει στην εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης, να συνεισφέρει με τις απόψεις του, θέλετε να το πούμε κι αυτό, και με τις απειλές του σε σχέση με τους περιδεείς Ευρωπαίους οι οποίοι θα φοβηθούν μια πιο σκληρή διαπραγματευτική τακτική, ώστε να βοηθήσουμε τη χώρα;

Είπα χθες, για πολλοστή φορά, ότι η εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης είναι ανοιχτή στους Αρχηγούς και τους εκπροσώπους όλων των κομμάτων και ότι όλα τα κόμματα έχουν την υποχρέωση μέσα στους νέους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς να συνεισφέρουν τον δικό τους οβολό, ανάλογα με τις σχέσεις και την αξιοπιστία που έχουν και σε διεθνές επίπεδο και μέσα από τις ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες.

Μήπως η επιλογή της εύκολης λύσης, της Αντιπολίτευσης δηλαδή που καιροφυλακτεί, επιχαίρει και υπονομεύει, όπως είπα χθες, έχει γίνει γιατί γνωρίζει ότι υπάρχει μία και μόνη γραμμή ασφαλής εφικτή εφαρμόσιμη; Αλλά η γραμμή αυτή έχει κόστος, δεν επιτρέπει το εμπόριο ψευδαισθήσεων. Γιατί κάποια στιγμή έρχεται η ώρα της αλήθειας, έρχεται η ώρα της ευθύνης;

Εμείς γνωρίζουμε τι σημαίνει αλήθεια, γνωρίζουμε τι σημαίνει ευθύνη, γνωρίζουμε τι σημαίνει κόστος και χαιρόμαστε γιατί έχουμε και άλλους μαζί μας τώρα. Αλλά ας μη νομίζουν κάποιοι που κρύβονται πίσω από λέξεις τελικά, δηλαδή στην πραγματικότητα πίσω από μία ρητορεία, ότι αυτό το οποίο θέλουν να αποφύγουν θα το αποφύγουν ιστορικά. Γιατί η υπόθεση είναι εθνική, η ευθύνη είναι εθνική και η μοίρα είναι κοινή.

Δεν μπορούμε να προτάσσουμε το μικροκομματικό συμφέρον και την κομματική μας στρατηγική. Από την άλλη μεριά όλοι θέλουν -πρωτίστως ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει- ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, δηλαδή προστασία των καταθέσεων των Ελλήνων πολιτών, γιατί περί αυτού πρόκειται, απευθείας από τον μηχανισμό στήριξης, από το EFSF.

Ωραία, βεβαίως, ζητούμε και παίρνουμε όλα όσα μας δίνουν οι άλλοι, όλα όσα διεκδικούμε και καταφέρνουμε μέσα από τους νέους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Θέλει επενδυτικά προγράμματα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Ναι, αγωνιστήκαμε για να συγκροτηθεί το ειδικό αναπτυξιακό πακέτο για την Ελλάδα που επαναλαμβάνεται διαρκώς στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από τον Ιούλιο του 2011 και μετά. Αλλά πώς θα γίνει αυτό; 

§  Χωρίς να έχουμε μια στρατηγική μείωσης των ελλειμμάτων;

§  Χωρίς να έχουμε κάποια στιγμή στο μέλλον προοπτική εξόδου ξανά στις αγορές, δηλαδή εξόδου από την δανειακή εξάρτηση των θεσμικών μας εταίρων;

§  Πώς θα γίνει αυτό; Χωρίς ούτε μια κίνηση αξιοποίησης ακίνητης περιουσίας; Όχι εκποίησης, αξιοποίησης.

§  Χωρίς ούτε μια κίνηση για ένα καλύτερο, μικρότερο, εξυπνότερο κράτος, φιλοαναπτυξιακό, φιλολαϊκό;

§  Χωρίς καμία ιδιωτικοποίηση, ούτε καν, μη στρατηγικού χαρακτήρα;

§  Πώς θα γίνει αυτό; Χωρίς καμία μεταρρύθμιση;

§  Χωρίς καμία διαρθρωτική αλλαγή;

§  Χωρίς καμία αλλαγή στη δημόσια διοίκηση, στη δικαιοσύνη, στην εκπαίδευση, σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα;

§  Πώς θα βρούνε δουλειά οι άνεργοι; Με την ακινησία; Με την επιστροφή στην πιο φαύλη και αδιέξοδη εκδοχή του παρελθόντος της χώρας μας;

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, χρειαζόμαστε πράγματι αισιοδοξία και προοπτική. Αυτή θα τη βρούμε μέσα μας. Μέσα στη ψυχή μας, μέσα στο μυαλό μας, στα χέρια μας, στη γη μας. Θα την βρούμε μέσα στις δυνάμεις και τις δυνατότητες του έθνους των Ελλήνων.

Δεν υπάρχουν όμως πράγματα που γίνονται εύκολα και αυτόματα. Όποιος καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν εύκολα και αυτόματα, χωρίς κόστος, χωρίς κόπο, λέει ψέματα και τελικά παραπλανά τον ελληνικό λαό και ιδίως αυτόν που έχει ανάγκη. Τον άνεργο, τον φτωχό, αυτόν που αγωνιά.

Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι βεβαίως μόνον δημοσιονομικό, δεν είναι πρωτογενώς δημοσιονομικό. Μακάρι το πρόβλημα να ήταν το έλλειμμα και το χρέος. Είναι αναπτυξιακό, θεσμικό, πρόβλημα κοινωνικής νοοτροπίας και πρακτικής, πολιτικής νοοτροπίας και πρακτικής. Στην πραγματικότητα αυτά ευθύνονται για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Η χώρα έχει ύφεση από το 2008 με ένα τραγικά υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα. Με μια υπερδιόγκωση του δημοσίου χρέους. Όπως σωστά ειπώθηκε και προηγουμένως, δεν είναι δυνατόν με ανεξέλεγκτα ελλείμματα και εκτροχιασμένο χρέος να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα της ύφεσης. Το αποδεικνύει η δική μας εμπειρία. Το εργαστήριο δυστυχώς που λέγεται Ελλάδα.

Όλα αυτά δεν μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν όμως, τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα, αν δεν αντιμετωπιστεί και το δημοσιονομικό. Αυτό, όπως είπα και προηγουμένως, είναι το βασικό περιεχόμενο του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης.

Άκουσα να καταγγέλλεται διαρκώς το περιβόητο μνημόνιο, λες και το πρόβλημα είναι το μνημόνιο και όχι η κρίση. Λες και το πρόβλημα δεν είναι η Ελλάδα της κρίσης, της υπερχρέωσης, των ανεξέλεγκτων ελλειμμάτων, των εισαγωγών και του ελλειμματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, της ελλιπούς ανταγωνιστικότητας, της κατανάλωσης με δανεικά, του κρατισμού, του λαϊκισμού, αλλά το μνημόνιο.

Τι είναι το μνημόνιο; Έχουμε σκεφθεί ποτέ τι είναι το μνημόνιο; Το μνημόνιο είναι το πρόγραμμα στήριξης το οποίο τι λέει; Από τη μια μεριά είναι η δανειακή σύμβαση των 240 δισ. Ευρώ, από τα οποία έχουμε λάβει 150 δισ. ευρώ, είναι η μείωση του χρέους, των επιτοκίων, των ετήσιων τόκων εξυπηρέτησης, είναι η προστασία της πραγματικής οικονομίας που στηρίζεται πάνω στο τραπεζικό σύστημα και τις καταθέσεις και δεν έχει προοπτική χωρίς ρευστότητα από το τραπεζικό σύστημα και είναι και η κάλυψη που έχουμε επ’ αόριστον μέχρι την επάνοδο της Ελλάδας στις αγορές, επ’ αόριστον.

Από την άλλη πλευρά υπάρχει βεβαίως η υποχρέωση να μειώσουμε τα ελλείμματα και να πάμε από πρωτογενή ελλείμματα σε πρωτογενή πλεονάσματα και να κάνουμε τις περιβόητες μεταρρυθμίσεις που θα μας επιτρέψουν να σταθούμε όρθιοι, να αποκτήσουμε όχι απλώς και μόνο εθνική ανταγωνιστικότητα, αλλά εθνική αυτοπεποίθηση και προοπτική.

Ποιο είναι το πεδίο της διαφωνίας και της δεύτερης φάσης της διαπραγμάτευσης; Τι είναι η αναθεώρηση; Τι είναι αυτό που πάντα θέλουμε και πρέπει να το πετύχουμε; Τώρα που έχουμε στο πλευρό μας τις τελευταίες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την φιλική προς την ανάπτυξη δημοσιονομική προσαρμογή.

Το πεδίο της διαφωνίας είναι το διαρκές αίτημά μας για πιο αργή δημοσιονομική προσαρμογή, δηλαδή πιο αργή μείωση ελλειμμάτων για να μην αναπαράγεται ο φαύλος κύκλος της ύφεσης.

Αυτός είναι ο στόχος της αναθεώρησης και αυτό οικοδομείται πάνω στην παράταση της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής. Σ’ αυτό δεν μπορεί να συμφωνήσει η χώρα; Δεν μπορεί να συμφωνήσει το πολιτικό σύστημα; Δεν μπορούν να συναινέσουν οι πολιτικές δυνάμεις; Δεν μπορούμε σ’ αυτό να συμφωνήσουμε και να το διεκδικήσουμε όλοι μαζί;

Αν αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε, πώς θα πετύχουμε μέσα σε σκληρή διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας αυτό που θέλουμε; Το εσωτερικό μέτωπο φοβούμαι ότι έχει αποβεί πιο δύσκολο, τυφλό και αδιέξοδο απ’ ότι το εξωτερικό μέτωπο της χώρας. Το δραματικό, το αρνητικό συμπέρασμα της τριήμερης συζήτησης είναι, πώς το πρόβλημά μας είναι εσωτερικό πρωτίστως και λιγότερο οι συσχετισμοί στην Ευρώπη.

Τι είναι αυτό που χρειάζεται, κυρίες και κύριοι βουλευτές, η χώρα; Ασφάλεια και προοπτική. Όχι μόνο για να βγει από τη δική της κρίση. Μακάρι να ήταν μόνο αυτό το θέμα. Αλλά και για να θωρακιστεί σε σχέση με τις επόμενες φάσεις της πανευρωπαϊκής κρίσης.

Δεν τελειώνει το πρόβλημα της Ελλάδος -και καμιάς χώρας στην Ευρώπη και τη δυτική οικονομία γενικότερα- εάν ξεπεραστεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το εθνικό τοπικό πρόβλημα δημοσιονομικής σταθερότητας. Πρέπει να είμαστε όλοι θωρακισμένοι και προετοιμασμένοι για την ανεξέλεγκτη δυναμική της ευρωπαϊκής κρίσης και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Δεν έχουμε χρόνο, τρέχουν οι εξελίξεις και έχουμε χάσει πολύ εθνικό χρόνο.

Εμείς, κυρίες και κύριοι βουλευτές, έχοντας την εμπειρία των προηγουμένων δυόμισι ετών, έχοντας μιλήσει με ειλικρίνεια και αυτοκριτική διάθεση, μόνο εμείς κανείς άλλος δεν έχει μιλήσει με αυτοκριτικό λόγο στη χώρα, ούτε πολιτική δύναμη, ούτε θεσμός, κανείς δεν έχει μιλήσει άλλος αυτοκριτικά, εμείς λοιπόν που έχουμε αυτή την εμπειρία είπαμε προεκλογικά την αλήθεια.

Είπαμε αυτό που πρέπει και που μπορεί να γίνει και τώρα που όλοι ξαναγνωριζόμαστε μετεκλογικά και ως κυβερνητική πλειοψηφία και ως αντιπολίτευση, θα βλέπουμε κάθε μέρα την επιβεβαίωση αυτών που με θάρρος και με ειλικρίνεια είπαμε.

Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας δεν είναι εμείς να επιβεβαιωθούμε στις προεκλογικές μας δεσμεύσεις και προγνώσεις. Το θέμα είναι η χώρα να κινητοποιηθεί, να ενωθεί, να κάνει τις κινήσεις που πρέπει για να βγούμε από την περιδίνηση.

Μπορούμε να το πετύχουμε. Ας μη χαραμίσουμε αυτή την ευκαιρία και αυτή την προοπτική σε μια στείρα παλαιοκομματική μικροκομματική αντιπαράθεση.

Ευχαριστώ.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΠΑ.ΣΟ.ΚΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2012