Αθήνα, 10 Μαΐου 2012

 Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κινήματος

left-red-arrow Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, φίλες και φίλοι, θέλω να σας καλωσορίσω και πάλι στην Αίθουσα της Γερουσίας. Θέλω να σας συγχαρώ από καρδιάς για τον αγώνα που δώσατε, για την εκλογή σας κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες.

Στο πρόσωπό σας, στο πρόσωπο των μελών της νέας μικρότερης Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ, συγχαίρω από καρδιάς και ευχαριστώ το σύνολο των υποψηφίων μας, που έδωσαν τη δύσκολη και σκληρή μάχη των εκλογών της 6ης Μαΐου.

Η Βουλή αυτή είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη Βουλή. Μέσα σε αυτή τη Βουλή πρέπει να κρατήσουμε ψηλά το κύρος των δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών, να προστατεύσουμε την ίδια τη Δημοκρατία απέναντι στον κίνδυνο του εκφασισμού, απέναντι σε προκλήσεις οργανωμένες και συνειδητές.

Έχει προφανώς αλλάξει όχι μόνο το μέγεθος, αλλά και ο ρόλος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Στους δικούς σας ώμους πέφτει πολλαπλάσιο βάρος. Έχουμε ο καθένας και η καθεμιά από εμάς την υποχρέωση να κάνουμε πολύ δουλειά για τη χώρα και βεβαίως και για την Παράταξη. Στόχος μας είναι στην επόμενη Βουλή, στην αίθουσα αυτή, να είναι ξανά πολλοί οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ.

Φίλες και φίλοι, πρέπει με ευθυκρισία και γενναιότητα να κατανοήσουμε το εκλογικό αποτέλεσμα. Όπως είπα το βράδυ των εκλογών, ο λαός άλλαξε ριζικά το πολιτικό σκηνικό. Έθεσε τέρμα στον πλειοψηφικό δικομματισμό. Εμείς, ως ΠΑΣΟΚ, βλέποντας ένα εκλογικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα επώδυνο, πρέπει να πούμε, κοιτώντας στα μάτια τους πολίτες, ότι καταλάβαμε πάρα πολύ καλά αυτό που μας είπαν.

Ο λαός -ας πούμε τα πράγματα καθαρά- τιμώρησε το ΠΑΣΟΚ, γιατί το θεώρησε υπεύθυνο για τις επιπτώσεις της κρίσης, για την ανεργία, τη μείωση των μισθών και των συντάξεων, την ύφεση, την απώλεια των προσδοκιών, την απαισιοδοξία, την ανασφάλεια.

Δεν πείστηκε ο ελληνικός λαός, δυστυχώς, για τη διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που είχαν την κύρια ευθύνη γιατί οδηγήθηκε η χώρα σε εκτροχιασμό το 2009 έως το 2009, και αυτούς που ταυτίστηκαν κατ’ ανάγκη με τη δύσκολη φάση της διαχείρισης της κρίσης.

Δεν μας αναγνώρισε ο λαός αυτά που εμείς θεωρούμε σημαντικά, που τα θεωρούμε μια προσφορά στον τόπο με μεγάλο πολιτικό κόστος:

-          Ότι στάθηκε η πατρίδα όρθια μέσα στο ευρώ,

-          Ότι έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας δραστική μείωση του χρέους,

-          Ότι διασφαλίστηκε η χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας,

-          Ότι σταθεροποιήθηκαν τα πράγματα.

Δεν απέδωσε ο λαός τη σημασία που αποδίδουμε εμείς στο γεγονός ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στο ευρώ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει προοπτική να μετάσχει ενεργά σε νέους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, που ήδη διαφαίνονται.

Ο λαός με τις εκλογές ζήτησε αλλαγή πορείας, αλλά δεν διατύπωσε μια καθαρή εντολή. Δεν είπε με απόλυτα σαφή τρόπο τι θέλει να γίνει και ποιος θέλει να το κάνει. Οι εκλογές ανέδειξαν επίσης μια πολιτική των άκρων και δυστυχώς μια κοινωνία των άκρων.

Η χώρα μας αντιμετωπίζει και πάλι, μετά από πολύ καιρό, πρόβλημα εθνικής και κοινωνικής συνοχής. Γι' αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να επιμείνουμε στη στρατηγική της αποφυγής ενός νέου εθνικού διχασμού. Προκύπτει, δυστυχώς, από το εκλογικό αποτέλεσμα ότι ένα σημαντικό, όχι ευκαταφρόνητο μέρος του εκλογικού σώματος, μπορεί με ευκολία να εκφράσει την οργή ή την απόγνωσή του, στρεφόμενο σε ακραίες και αντιδημοκρατικές επιλογές.

Ο αγώνας ανάμεσα στον υπεύθυνο πολιτικό λόγο και την ακατάσχετη δημαγωγία, εξακολουθεί να είναι αγώνας άνισος, σκληρός και συνήθως άδικος.

Ο λαός θέλησε –αυτό είναι προφανές- να προκύψει μια Κυβέρνηση συνεργασίας. Κανείς δεν μπορεί μόνος. Το εκλογικό σώμα απέρριψε οποιαδήποτε πρόταση μονοκομματικής κυβέρνησης, απέρριψε εκ προοιμίου οποιαδήποτε εκδήλωση αλαζονείας, παλιάς ή νέας αλαζονείας, γιατί δυστυχώς συνυπάρχουν τα δυο αυτά φαινόμενα.

Ο λαός θέλησε να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ, με ασφάλεια. Να μην υπάρξουν επίσης νέα επώδυνα μέτρα οριζόντιου χαρακτήρα, για μισθούς και συντάξεις. Εμείς, ερμηνεύοντας τη βούληση του εκλογικού σώματος, προτείναμε από την πρώτη στιγμή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με τη συμμετοχή όλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων, μνημονιακών και αντιμνημονιακών -όπως έχουν επικρατήσει να λέγονται- με μόνο κριτήριο και μόνο όριο την παραμονή της χώρας στο ευρώ.

Άρα, με στόχο τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, μέσα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες, μέσα στους νέους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, οι οποίοι ακόμη είναι εξαιρετικά δύσκολοι γιατί ακόμη βεβαίως η Ευρώπη κυριαρχείται από  μία συντηρητική νεοφιλελεύθερη αντίληψη.

Στόχος μας είναι να γίνει κάτι καλύτερο και όχι κάτι χειρότερο για τους Έλληνες και την Ελλάδα. Να πετύχουμε κάτι, χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση η κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας και των πολιτών, χωρίς να τίθεται σε αμφιβολία η λειτουργία και η προοπτική της οικονομίας.

Τώρα, λίγες μέρες μετά τις εκλογές, έχοντας και την εμπειρία των δύο διερευνητικών εντολών, της πρώτης που πήρε ο κ. Σαμαράς και της δεύτερης που πήρε ο κ. Τσίπρας, ο ελληνικός λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με το ερώτημα: Πώς και από ποιους θα κυβερνηθεί ο τόπος;

Αποδείχθηκε κατ΄ αρχάς ότι προεκλογικά εμείς ως ΠΑΣΟΚ λέγαμε την πλήρη και απόλυτη αλήθεια. Σας θυμίζω πως:

-          λέγαμε πως το ΠΑΣΟΚ δεν είναι δεδομένο,

-          λέγαμε πως το ΠΑΣΟΚ δεν είναι προσκολλημένο στην καρέκλα της κυβερνητικής εξουσίας,

-          λέγαμε πως την επομένη των εκλογών δε θα υπάρχει μια δεδομένη Κυβέρνηση λίγο-πολύ σαν την Κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου,

-          λέγαμε πως την επομένη των εκλογών δε θα υπάρχει μια δεδομένη πολιτική κατεύθυνση, όπως αυτή που όλοι νόμιζαν ότι θα ακολουθεί ούτως ή άλλως η χώρα.

Όλα αυτά, ποια Κυβέρνηση, ποια πολιτική, κλήθηκε ο λαός να τα αποφασίσει την προηγούμενη Κυριακή; Η στάση λοιπόν του ΠΑΣΟΚ είναι και μετεκλογικά αυτή που δηλώσαμε προεκλογικά, στάση συνεπής, υπεύθυνη, πατριωτική. Αυτή παρουσιάσαμε και τώρα στους δύο γύρους των διερευνητικών εντολών.

Συζήτησα, όπως ξέρετε με τον κ. Σαμαρά και τον κ. Τσίπρα, δεν συζήτησα ως τώρα με τους αρχηγούς των άλλων πολιτικών κομμάτων, θα το επιδιώξω από το μεσημέρι και μετά, όταν σε λίγη ώρα θα λάβω από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δική μας διερευνητική εντολή.

Με απογοήτευση, πρέπει να πω, άκουσα τον κ. Τσίπρα να παραπληροφορεί χθες το βράδυ την Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματός του, ως προς τη θέση μας σε σχέση με την λεγόμενη μεταβατική οικουμενική Κυβέρνηση ειδικού σκοπού.

Εμείς του προτείναμε να μετάσχει στην Κυβέρνηση συνεργασίας των προοδευτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, με ένα μίνιμουμ πρόγραμμα και με Πρωθυπουργό που να απηχεί τις νέες τάσεις του εκλογικού σώματος. Ή εάν το θέλει να στηρίξουμε μια Κυβέρνηση της Αριστεράς, εφόσον όμως μας παρέχονται οι εγγυήσεις ότι μπορεί να διασφαλιστεί η θέση της Ελλάδας μέσα στο ευρώ.

Αρνηθήκαμε μια Κυβέρνηση μεταβατική, οικουμενική «ειδικού σκοπού», που θα είχε ως αποστολή να παγώσει όλες τις διαδικασίες σε σχέση με την οικονομία και αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει τη χώρα σε μεγαλύτερη ύφεση, σε μεγαλύτερη ανεργία, σε απόλυτο αδιέξοδο, σε βαθιά κρίση, σε απελπισία.

Είναι δε, τελείως προσχηματικό να έχουμε, στη φάση που διανύει η χώρα, με τα οξύτατα προβλήματα επιβίωσης της χώρας και των πολιτών, ως μόνο στόχο κάποιες θεσμικές αλλαγές, όπως η αλλαγή στο εκλογικό σύστημα ή στο νόμο περί ευθύνης υπουργών, τις οποίες ευχαρίστως αποδεχόμαστε, τις οποίες προτείναμε και τις οποίες βεβαίως και μπορεί να προχωρήσει, είτε η κυβέρνηση συνεργασίας των ευρωπαϊκών δυνάμεων, είτε και μια κυβέρνηση της Αριστεράς με τη στήριξή μας. Δεν χρειάζεται οικουμενική κυβέρνηση αδράνειας και ακινησίας, για να κάνουμε κοινής αποδοχής θεσμικές αλλαγές.

Αυτό λοιπόν που αρνηθήκαμε είναι το χάσιμο του ιστορικού χρόνου, το χάσιμο πολύτιμου ιστορικού χρόνου για τους Έλληνες και ιδίως για τη νέα γενιά. Η στάση μας είναι πολύ καθαρή και τη λέω επιγραμματικά συνθηματικά:

-          Όχι στην αλαζονεία.

-          Όχι στον πολιτικό μικρομεγαλισμό.

-          Όχι στην καλλιέργεια ψευδαισθήσεων.

-          Όχι στην υπεκφυγή.

-          Όχι στην πολιτική των εύκολων λόγων αλλά της άρνησης να αναληφθεί η ευθύνη μετατροπής των λόγων σε πράξη, σε έργο.

Τι σημαίνει το δικό μας όριο της συμμετοχής με ασφάλεια στο ευρώ; Είναι η δική μας πολύ απλή και αποστομωτική απάντηση σε επικίνδυνες τυχοδιωκτικές αντιλήψεις, που κινούνται γύρω από την περιβόητη έννοια της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης.

  • Καταγγελία ποιας σύμβασης; Αυτής που μείωσε το χρέος κατά 106 δισ. ευρώ, κατά 50 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, αυτής που έκανε τη μεγαλύτερη άφεση χρέους στα παγκόσμια οικονομικά χρονικά; Προτείνει κανείς να αντιστρέψουμε αυτή την κατάσταση, να ξαναφορτωθούμε το δημόσιο χρέος;

  • Καταγγελία ποιας σύμβασης; Αυτής που στηρίζει τις τράπεζες για να στηρίξει και να εγγυηθεί τις καταθέσεις των πολιτών, τα 170 δισ. ευρώ καταθέσεων που συμπυκνώνουν τον ιδρώτα και την προσπάθεια και τον κόπο του ελληνικού λαού; Θέλει κανείς να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση που προστατεύει τις καταθέσεις των ελληνικών οικογενειών;

  • Καταγγελία ποιας σύμβασης; Αυτής που επιτρέπει τώρα να πέσουν, όπως τα υπολογίσαμε και τα προτείναμε προεκλογικά, τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ ρευστότητας στην αγορά, για να γίνουν επενδύσεις, για να στηριχθεί η απασχόληση, για να καταπολεμηθεί η ανεργία; Είναι κανείς που θέλει να μην πάρουμε τα λεφτά για την πραγματική οικονομία και την ανάπτυξη; Τι είναι η ανάπτυξη; Ευχές, ρητορείες, παιχνίδι με τα πολιτικά κόμματα εδώ στον περίβολο της Βουλής;

  • Καταγγελία ποιας σύμβασης; Αυτής που μας επιτρέπει να προχωρήσουμε τα επόμενα τρία χρόνια έργα υποδομής, δημόσια και ιδιωτικά, συνολικού ύψους τουλάχιστον 55 δισ. ευρώ, που τα έχουμε υπολογίσει ένα-ένα, ευρώ-ευρώ, και τα οποία μπορούν να κινήσουν τον τροχό της ανάπτυξης;

Τι σημαίνει λοιπόν καταγγελία; Καταγγελία σημαίνει ότι δε θα πάρουμε τα χρήματα για την προστασία των καταθετών, ότι δε θα πάρουμε τα χρήματα για τις ταμειακές ανάγκες του κράτους και άρα για την πληρωμή μισθών και συντάξεων και θα εξαρτώμεθα από την αυστηρή και πλήρη εκτέλεση του προϋπολογισμού σε σχέση με τα φορολογικά έσοδα και τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων. Γιατί αλλιώς θα πρέπει να κόψουμε από αλλού ή να επιβάλουμε νέους φόρους, κάτι που κανείς δεν το θέλει και κανείς δεν το αντέχει;

Ή, όπως είπα, θα ακυρώσουμε το περιβόητο PSI και θα δώσουμε πίσω τα παλιά ομόλογα και θα αυξήσουμε ξανά το χρέος μας κατά 106 δισ. ευρώ;

Τι θα αρνηθούμε καταγγέλλοντας τη σύμβαση; Μία πάρα πολύ καλή διευθέτηση με πολύ μεγαλύτερη διάρκεια χρέους και πολύ μικρότερα επιτόκια; Θα αρνηθούμε να πληρώνουμε επιτόκιο 2% για τα δικά μας ομόλογα, την ώρα που η Ιταλία και η Ισπανία πληρώνουν περίπου 6%;

Έλεος πια!

Και το ίδιο ισχύει και με την περιβόητη πρόταση για το μορατόριουμ στην πληρωμή του χρέους. Δηλαδή, να οδηγήσουμε τη χώρα σε τυπική χρεοκοπία, σε αποκοπή από το διεθνές τραπεζικό σύστημα και το διεθνές εμπόριο, να μην έχει η Ελλάδα εισαγωγές - εξαγωγές, να μην μπορούν οι επιχειρήσεις να έχουν γραμμές στις Τράπεζες και εγγυητικές επιστολές, να οδηγηθεί η Ελλάδα στην πλήρη αλβανοποίηση, στη δεκαετία του ’60.

Αλλά, όταν ρώτησα χτες τον κ. Τσίπρα «τι εννοείτε με το μορατόριουμ στην εξυπηρέτηση του χρέους; Μονομερή πρωτοβουλία που μας θέτει έξω από την παγκόσμια οικονομία;» είπε «όχι, δεν μιλάμε για τίποτε μονομερές». Αλλά αυτό δεν το έχει ακούσει ο Έλληνας πολίτης.

Επίσης, επισημαίνω ότι τις τελευταίες μέρες, λίγο πριν τις εκλογές και αμέσως μετά τις εκλογές έπαψε ο Έλληνας πολίτης να ακούει τον «παραδείσιο» δρόμο της καταγγελίας της σύμβασης. Ποιος το λέει τώρα; Ποιος επιμένει σε αυτό; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη των λεγομένων του, όταν αυτά μπορεί να είναι ολέθρια για τη χώρα; Άρα τι είναι αυτό που λέμε.

Μήπως αλλάξαμε άποψη μετά τις εκλογές και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ; Μήπως δεν ήμασταν υπέρ της βελτίωσης των όρων της δανειακής σύμβασης και των όρων της δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά ανανήψαμε μετά τις εκλογές επειδή μας διαπαιδαγώγησε ο κ. Τσίπρας;

Εμείς, φίλες και φίλοι, μιλήσαμε και μιλάμε με την ίδια ακριβώς γλώσσα προεκλογικά και μετεκλογικά σε όλους τους τόνους, για οριστική υπέρβαση του Μνημονίου το αργότερο σε τρία χρόνια.

Εμείς προτείναμε να αξιοποιήσουμε κάθε δυνατότητα, να αξιοποιήσουμε τους νέους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, οι οποίοι δεν διαμορφώθηκαν τυχαία και αφορούν την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, τη δική μας πολιτική οικογένεια των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, με αφετηρία την εκλογή του François Hollande στην Προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Γιατί εμείς ζήσαμε την σκληρή πραγματικότητα της μονόχρωμης και συντηρητικής Ευρώπης των ομογάλακτων του κ. Σαμαρά. Εμείς επιδιώξαμε πάντοτε να αποσπάσουμε τα περισσότερα σε σχέση με την ανάπτυξη. Αυτός ήταν ο στόχος μας και στο Συμβούλιο Κορυφής του Ιουλίου και τον Οκτώβριο και το Φεβρουάριο και προεκλογικά με την επιστολή που έστειλα στον κ. Barroso. Αυτή είναι η έννοια του ευρωπαϊκού σχεδίου Μάρσαλ γύρω από το οποίο τώρα πολλοί παίζουν.

Ποιος άλλος έκανε κάτι πιο συγκεκριμένο; Κανείς δεν έχει κάνει πιο σκληρή, πιο συστηματική διαπραγμάτευση από εμάς και -θα μου επιτρέψετε να πω- από εμένα προσωπικά.

Ποιος έχει συγκρουστεί πιο έντονα για τους μισθούς; Εμείς δώσαμε τη σύγκρουση και για τον κατώτερο μισθό και για την κατοχύρωση του 13ου και 14ου μισθού και τώρα πολλοί παραβιάζουν ανοιχτές θύρες, όταν η δική μας διαπραγμάτευση οδήγησε στην κατοχύρωση του 13ου και του 14ου μισθού, για όλους. Γιατί αν είχαν κοπεί οι δυο μισθοί, θα είχαν κοπεί και από τους χαμηλά αμειβόμενους και αυτούς που αμείβονται με τον κατώτερο μισθό της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Εμείς δώσαμε τη μάχη, τη σκληρή διαπραγμάτευση για τις εργασιακές σχέσεις, ώστε να διατηρηθούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό οι εργασιακές εγγυήσεις, οι συλλογικές εγγυήσεις του Εργατικού Δικαίου κάτω από ασφυκτική πίεση των εταίρων, υπό εκβιαστικές συνθήκες.

Και κανείς άλλος δεν έχει προτείνει ένα άλλο ολοκληρωμένο και υπεύθυνο σχέδιο οριστικής εξόδου από την κρίση. Εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ κι άλλοι λένε μεγάλα λόγια, εμείς προτείνουμε συγκεκριμένους και εφικτούς στόχους, έχοντας κάνει όλη την προεργασία.

Προτείναμε και προτείνουμε:

-         Προσαρμογή σε τρία χρόνια μέχρι το 2015, πιο ήπια πιο φιλική για τους πολίτες και την ανάπτυξη.

-         Προτείναμε να μην θιγούν χαμηλόμισθοι και χαμηλοσυνταξιούχοι.

-         Όχι οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων.

-         Πενήντα δισ. ευρώ ρευστότητα στην αγορά για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

-         Νέες επενδύσεις για υποδομές 55 δισ. ευρώ.

-         Μέτρα για επιχειρήσεις, μέτρα για τους ανέργους, μέτρα για τα νοικοκυριά, μέτρα για τη διευθέτηση των δανείων.

Ο κ. Τσίπρας έχει επινοήσει τη θεωρία των επιστολών και των υπογραφών. Των επιστολών και των υπογραφών των κομμάτων προς την Τρόικα, που είναι όμως μια τραγική ιστορία και αυτό-υποτιμά τους Έλληνες. Ο κ. Τσίπρας παίζει με τις επιστολές που όλο στέλνει, θα στείλει, έστειλε και έχει πλήρως παρερμηνεύσει τις επιστολές που μας είχαν ζητηθεί, επειδή αυτό είχε γίνει στην Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Και μας είχαν ζητηθεί πιεστικά, εκβιαστικά αν θέλετε, ως εκδήλωση δυσπιστίας προς τον ελληνικό λαό, προς την ικανότητα του ελληνικού έθνους να εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο προσαρμογής, όπως το εννοούν οι Ευρωπαίοι σύμφωνα με τη δική τους κυρίαρχη αντίληψη, τη συντηρητική βεβαίως.

Τη χώρα, φίλες και φίλοι, την εκπροσωπούν και τη δεσμεύουν τα αρμόδια συνταγματικά όργανα: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η εκάστοτε νόμιμη Κυβέρνηση. Η απαίτηση για υπογραφές των κομμάτων ήταν μια παρέκβαση, μια εκδήλωση δυσπιστίας που αναγκαστήκαμε να δεχτούμε, για να σταθεί η χώρα όρθια.

Υπάρχει, όμως, μια ιστορική λεπτομέρεια που είναι πολύ σημαντική. Οι εταίροι μας θέλησαν πιεστικά υπογραφές από όλα τα κόμματα -και από τον ΣΥΡΙΖΑ και από το ΚΚΕ. Και αν θέλαμε να φέρουμε σε δύσκολη θέση τον ΣΥΡΙΖΑ και όποια άλλη δύναμη εμφανίζεται με ευκολία ως αντιμνημονιακή, θα είχαμε συμφωνήσει να ζητηθεί και η δική τους επιστολή και η δική τους υπογραφή, ως προϋπόθεση για την πέμπτη δόση, ως προϋπόθεση για την έκτη δόση, ως προϋπόθεση για τη μείωση του χρέους, ως προϋπόθεση για το νέο δάνειο, ως προϋπόθεση για να επιβιώσει η χώρα μέσα στο ευρώ. Έτσι θα είχαμε γνωριστεί πράγματι καλύτερα και θα είχαμε και τώρα, μετεκλογικά λιγότερους «τσάμπα μάγκες».

Φίλες και φίλοι, η Ευρώπη είναι μια μεγάλη ανοιχτή διαρκής διαπραγμάτευση. Το Μνημόνιο είναι μια διαρκής επανεξέταση, αναθεώρηση, διαπραγμάτευση, με στόχο την οριστική υπέρβαση. Κάθε δυο μήνες, κάθε τρεις μήνες έχουμε νέο κείμενο, έχουμε νέα συζήτηση, έχουμε νέους όρους ανάλογα με τις εξελίξεις.

Εν πάση περιπτώσει όμως, με απόλυτο σεβασμό στο λαό και τη βούλησή του και τις προτεραιότητές του, αναγνωρίζουμε ότι οι πολίτες θέλησαν να δοκιμάσουν και να δοκιμαστούν και άλλοι, να κάνουν τη δική τους προσπάθεια για το καλό, για το καλύτερο, χωρίς κινδύνους.

Το δεχόμαστε, το σεβόμαστε. Να την κάνουν όμως την προσπάθεια. Να την κάνουν έξω, στο πραγματικό γήπεδο, με τους εταίρους, με τους πιστωτές, με τους διεθνείς oοργανισμούς, με τις αγορές, μα τα συμφέροντα, με τους κερδοσκόπους, με τις απειλές, με τους εκβιασμούς. Εκεί που κρίνονται τα πράγματα και όχι, όπως είπα, εδώ, μέσα στο κτήριο της Βουλής ή στον περίβολο μεταξύ των κομμάτων με το βλέμμα στραμμένο στις επόμενες εκλογές, με δηλώσεις στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης για να εξυπηρετούνται μικροκομματικές σκοπιμότητες.

Ο κ. Τσίπρας θέλει υποτίθεται την κυβέρνηση της Αριστεράς. Ο κ. Σαμαράς θέλει ν’ αντιμετωπίσει την κομματική του κρίση και κριτική με το μέτωπο της Δεξιάς. Εμείς, σ’ αυτά  όλα αντιτάσσουμε το μέτωπο της ευθύνης, της αλληλεγγύης, της ανάπτυξης. Το μέτωπο των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Τι απορρίπτουμε; Απορρίπτουμε τη δήθεν οικουμενική κυβέρνηση της ακινησίας σε βάρος της χώρας, της ανάπτυξης, των ανέργων, των επιχειρήσεων, των πολιτών.

Και  αντιτείνουμε αυτά που είπα και τα ξαναλέω προς εμπέδωση:

-         Συνεργασία των δυνάμεων ευρωπαϊκού προσανατολισμού με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜΑΡ και της Νέας Δημοκρατίας και φυσικά του ΠΑΣΟΚ.

-         Ή κυβέρνηση της Αριστεράς, που θα τη στηρίξουμε με τον όρο ότι θα διασφαλιστεί η θέση της χώρας στο ευρώ, όπως αυτή την προσδιόρισα προηγουμένως.

Σε λίγη ώρα, όπως σας είπα, θα επισκεφθώ τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να παραλάβω τη δική μας διερευνητική εντολή. Θα την παραλάβω με σεβασμό στο Σύνταγμα, χωρίς επικοινωνιακά τρικ, χωρίς υπερβολές, χωρίς επιδεικτικές διαδικασίες. Θα μιλήσουμε με όλους. Θα παρουσιάσουμε ξανά τις προτάσεις μας. Θα προετοιμάσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την επόμενη φάση της διαβούλευσης υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Αν δεν θέλουν να συμβάλλουν, ας το πουν.

Αν δε θέλουν να δοκιμάσουν να κάνουν τα λόγια τους πράξη, ας το πουν. Γιατί όμως; Μήπως γιατί δεν πιστεύουν σε αυτό που είπαν ή φοβούνται ότι αυτό που είπαν δε μπορεί να διασφαλίσει τη θέση της χώρας μέσα στο ευρώ;

Αν επιθυμούν νέες εκλογές, παράταση της εκκρεμότητας και εξάντληση των περιθωρίων αντοχής της χώρας, ας το πουν.

Η δική μας εκτίμηση είναι ότι  η παρούσα Βουλή, εάν τα κόμματα δείξουν στοιχειώδη ευθύνη, μπορεί να δώσει κυβέρνηση. Κυβέρνηση βιώσιμη, κυβέρνηση  υπεύθυνη, κυβέρνηση η οποία να κάνει κάτι καλύτερο για τη χώρα.

Υπάρχουν, δυστυχώς, αρκετοί που νομίζουν ότι ούτως ή άλλως και μετά τις εκλογές δε συνέβη τίποτα, ότι όλα είναι ανεκτά, ότι η χώρα μπορεί και χωρίς κυβέρνηση, ότι η χώρα μπορεί και χωρίς δανειακή σύμβαση, ότι κανείς δε διατρέχει  κανέναν κίνδυνο. Φοβούμαι ότι όλη αυτή η αντίληψη μπορεί να βρεθεί πολύ ξαφνικά, σκληρά, ακαριαία, αντιμέτωπη με μια δύσκολη πραγματικότητα.

Όμως, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Φοβούμαι ότι ο λαός μας, σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και τώρα -και αυτό  αποδείχθηκε από τις  εκλογές- δε θέλει να του λες την αλήθεια, παρότι διεκδικεί να του λες την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Φαίνεται ότι ακόμη και  τώρα, η αλήθεια ενοχλεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Πολλοί πολίτες –και τους αντιλαμβάνομαι λόγω της οργής και της αγανάκτησης-  δεν θέλουν να τους επισημαίνεις τους κινδύνους, παρότι οι ίδιοι πολίτες μας κατηγορούν γιατί στο παρελθόν δεν επισημάναμε εγκαίρως τους κινδύνους και δεν πήραμε εγκαίρως τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την αποτροπή των κινδύνων αυτών.

Η αλήθεια χρειάζεται δύο: Έναν που τη λέει και έναν που την ακούει και συμπράττει. Η αλήθεια χρειάζεται μια ισορροπία ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την κοινωνία. Και αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνία οι και το πολιτικό σύστημα έσπασε, χωρίς να διαμορφωθεί ακόμη μια νέα ισορροπία. Ελπίζω και εύχομαι αυτή τη νέα ισορροπία να την πετύχουμε σύντομα για το καλό του τόπου.

Εμείς όμως έχουμε και μια ακόμη υποχρέωση: Έχουμε την υποχρέωση να προσδιορίσουμε με απόλυτη σαφήνεια, με ειλικρινά, με θάρρος, τη δική μας νέα συλλογική πολιτική ταυτότητα. Η μεγάλη δημοκρατική, προοδευτική παράταξη μεγαλούργησε όταν ήταν ενωμένη και συσπειρωμένη. Δεινοπάθησε και αυτή και η χώρα όταν η μεγάλη δημοκρατική παράταξη συρρικνώθηκε ή διασπάστηκε.

Εμείς, το ΠΑΣΟΚ, είμαστε εκφραστές της Κεντροαριστεράς, της ευθύνης, της αλληλεγγύης και της ανάπτυξης. Είμαστε εκφραστές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αυτής που αποτελεί την ελπίδα και την προσδοκία του ελληνικού λαού για νέους συσχετισμούς στην Ευρώπη, για διέξοδο στην πανευρωπαϊκή κρίση αλλά και στην ελληνική κρίση.

Εκεί στρέφονται όλοι, με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που εκφράζουμε εμείς φλερτάρουν οψίμως όλοι, οι συντηρητικοί και η εν ευρεία έννοια κομμουνιστογενής Αριστερά.

Είμαστε ένα σύγχρονο,  δημοκρατικό, λαϊκό, πατριωτικό κίνημα. Είμαι αποφασισμένος, 50 ημέρες μετά την εκλογή μου στη θέση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, να κάνω όλα όσα πρέπει για να  ξαναγεννηθεί η παράταξη αυτή. Χωρίς ταμπού. Μόνο ταμπού είναι η γνήσια σχέση με το λαό, την κοινωνία, τους εργαζομένους, τους αγρότες, τους επιστήμονες, τη μεσαία τάξη που την έφτιαξε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, τους νέους της χώρας μας.

Είμαι έτοιμος και αποφασισμένος να κάνω τα πάντα χωρίς ταμπού, χωρίς βαρίδια, χωρίς συμβιβασμούς.  Και να σας πω και κάτι; Είναι για μένα μεγάλη πρόκληση το γεγονός ότι ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ξεκινώ από το ίδιο εκλογικό ποσοστό από το οποίο ξεκίνησε το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου. Αυτό είναι μια κατά κυριολεξία αναγέννηση της παράταξης από την αφετηρία.

Ο ρόλος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην προσπάθεια αυτή είναι πολύ σημαντικός. Λόγω της νωπής νομιμοποίησής της. είστε ένα όργανο του κινήματος  που έχετε απευθείας εντολή από τον ελληνικό λαό νωπή.

Απευθύνω και σήμερα πρόσκληση σε όλους εκείνους που νοιώθουν την κρισιμότητα των περιστάσεων για την πατρίδα και την παράταξη. Απευθύνω πρόσκληση να συστρατευθούν οι διανοούμενοι, οι πανεπιστημιακοί, τα στελέχη της κοινωνίας των πολιτών, παλιά πολιτικά στελέχη, νέοι άνθρωποι άφθαρτοι. Τους έχουμε ανάγκη όλους, έχουμε μια θέση για όλους, χωρίς μηχανισμούς, χωρίς αποκλεισμούς.

Πρέπει να φτιάξουμε μαζί εξαρχής μια αυθεντική και διαφανή σχέση, να φτιάξουμε μαζί τον νέο καμβά της παράταξης, να πούμε τη δική μας ιστορία, τη δική μας πρόταση για το μέλλον της πατρίδας. Η διαδικασία αυτή ξεκινάει τώρα και θα κορυφωθεί με το συνέδριο που έχω ήδη αναγγείλει για το Σεπτέμβριο.

Η πρόκληση είναι να κάνουμε διδαγμένοι από τις επιτυχίες, αλλά κυρίως από τα λάθη μας, με μεγαλύτερη ταχύτητα, με μεγαλύτερη πυκνότητα, την ίδια διαδρομή που έκανε η παράταξη από το 1974 έως το 1981, με στόχο την αυτοδύναμη Ελλάδα.

Ακόμη κι αυτοί που μας καταψήφισαν, ακόμη κι αυτοί που μας απέρριψαν με τον πιο ακραίο τρόπο και πολύ περισσότερο φυσικά αυτοί που μας στήριξαν ή αυτοί που είναι έτοιμοι να ξαναβρεθούν κοντά μας, αναγνωρίζουν ότι η παρουσία αυτής της παράταξης είναι απολύτως αναγκαία για την πολιτική ζωή του τόπου, είναι εγγύηση της ομαλής πορείας, είναι η εγγύηση της πορείας προς την αυτοδύναμη Ελλάδα.

Σας ευχαριστώ.

Tags: ΠΑ.ΣΟ.ΚΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2012