Αθήνα, 28 Μαρτίου 2012


Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Πρόεδρου του ΠΑΣΟΚ, στη συζήτηση του σ/ν του Υπουργείου Οικονομικών "Κύρωση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβούλιου που τροποποιεί το άρθρο 136 της Συνθήκης της ΣΛΕΕγια την θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και της Συνθήκης για την Σταθερότητα, το Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση" στη Βουλή


left-red-arrowΚυρίες και κύριοι συνάδελφοι η κύρωση των τριών διεθνών κειμένων που συζητείται σήμερα στη Βουλή: η τροποποίηση του άρθρου 136 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί θεσμικά ο μηχανισμός σταθερότητας και υποστήριξης των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, η νέα συνθήκη για τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας, για το ESM και η νέα συνθήκη για την σταθερότητα το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Ευρωζώνη, είναι μια σημαντική πολιτική ευκαιρία, προκειμένου να σκεφτούμε όχι μόνο στα στενά όρια του ελληνικού ζητήματος που βιώνουμε, που βιώνει ο κάθε Έλληνας και η κάθε Ελληνίδα, της ελληνικής κρίσης, αλλά να περάσουμε στο επίπεδο του ευρωπαϊκού ζητήματος, της ευρωπαϊκής κρίσης.


Γιατί προφανώς η κάθε χώρα, η κάθε κοινωνία το κάθε πολιτικό σύστημα, αντιμετωπίζει το δικό του υπαρξιακό πρόβλημα, αλλά πρέπει να κοιτάζουμε ποια είναι η μεγαλύτερη εικόνα. Πως τοποθετούμε τα πράγματα τουλάχιστον μέσα στον πανευρωπαϊκό, ει δυνατό και μέσα στο διεθνή, συσχετισμό δυνάμεων. Αλλιώς δεν θα έχουμε την πλήρη συνείδηση της κατάστασης, δεν μπορούμε να διαπραγματευτούμε, δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε το ίδιο το εθνικό μας συμφέρον.

Η Ευρώπη λοιπόν βρίσκεται σε κρίση και η ελληνική κρίση είναι μια μικρή, όχι η κεντρική, πτυχή αυτής της πανευρωπαϊκής κρίσης.

Εδώ και χρόνια έχει γίνει αντιληπτό ότι το βήμα της νομισματικής ολοκλήρωσης, το βήμα της Ευρωζώνης, είναι βήμα μετέωρο. Γιατί όταν δεν εναρμονίζεται, δεν παραλληλίζεται η νομισματική ενοποίηση με τις διαδικασίες της θεσμικής και πολιτικής ολοκλήρωσης, όταν επιχειρείς να ασκείς μια ενιαία νομισματική πολιτική, αλλά δεν μπορείς να διαρθρώσεις και να εφαρμόσεις μια ενιαία αναπτυξιακή κοινωνική πολιτική, όταν επιμένεις στη δημοσιονομική πειθαρχία και σταθερότητα ως το μοναδικό κατ’ ουσίαν μέσο προκειμένου να ασκείς το σύνολο της οικονομικής σου πολιτικής, τα αδιέξοδα είναι δυστυχώς αναπόφευκτα, τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, η κρίση ανακυκλώνεται.

Εάν στόχος μας είναι πραγματικά η αυτοδύναμη Ελλάδα, εάν στόχος είναι -που πρέπει να είναι- η αποκατάσταση  της εθνικής υπερηφάνειας και αξιοπρέπειας, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής κυριαρχίας της χώρας, πρέπει να διεκδικήσουμε με κάθε τρόπο την επαναφορά της Ελλάδας σε μια κατάσταση ουσιαστικής θεσμικής ισοτιμίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσα στην Ευρωζώνη.

Αυτό δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολο. Γιατί δυστυχώς αμφισβητείται στον πυρήνα της η ίδια η αντίληψη για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Τίποτε δεν είναι πια αυτονόητο, τίποτε δεν είναι κεκτημένο. Έχει θιγεί στο σκληρό του πυρήνα το λεγόμενο ευρωπαϊκό κεκτημένο και αυτό δεν αφορά, επαναλαμβάνω, μόνον ή κυρίως την Ελλάδα.

Αφορά το σύνολο των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της Ευρωζώνης, δεν αφορά μόνο τις χώρες που είναι εντεταγμένες σε πρόγραμμα ή βρίσκονται στον προθάλαμο της ένταξης σε προγράμματα στήριξης και προσαρμογής, και οι χώρες αυτές είναι δυστυχώς πολλές και μεταξύ αυτών χώρες μεγάλες και ισχυρές.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να επαναφέρουμε στη σκέψη μας και στην επικαιρότητα τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Πρέπει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη να ξαναδιατυπώσουμε και να ξανακατακτήσουμε το αυτονόητο. Η Ευρώπη ήταν και πρέπει να παραμείνει μια ήπειρος δικαιωμάτων, πολιτισμού, δημοκρατίας, ποιότητας, κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.

Ευρώπη χωρίς κράτος Δικαίου, Ευρώπη χωρίς εγγυήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Ευρώπη χωρίς ανταγωνιστικότητα βασισμένη στην τεχνογνωσία, την καινοτομία και την ποιότητα, δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να υπάρξει.

Δεν μπορεί να υπάρξει μια πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, χωρίς ίδιους πόρους, χωρίς ένα σοβαρό κοινοτικό προϋπολογισμό. Δεν μπορεί να υπάρξει μια σοβαρή αναζωπύρωση της ευρωπαϊκής στρατηγικής, εάν δεν ξανασυζητήσουμε για τις έννοιες, τις αξίες, τις αρχές που εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν γίνει αχνές. Έχουν υποχωρήσει από την επικαιρότητα και έχουν αντικατασταθεί από ένα γραμμικό, μονόχορδο πολιτικό και οικονομικό λόγο, που κοιτάζει μόνο τη δημοσιονομική σταθερότητα, μόνο τους χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς, μόνο τη λειτουργία των θεσμών που συγκροτούν τη νομισματική Ένωση, ούτε καν την οικονομική Ένωση.
Έχει πολύ μεγάλη σημασία να επαναφέρουμε τη συζήτηση στην ιστορική και αξιακή της αφετηρία. Γιατί διαφορετικά οι συσχετισμοί θα γίνονται ολοένα και πιο ασφυκτικοί και ό,τι κι αν λέμε εδώ στην Ελλάδα, σε ένα επίπεδο περιορισμένο, τοπικό, εθνικό, θα έχει πάρα πολύ μικρή σημασία. Γιατί δεν μπορούμε πια να διαμορφώσουμε συμμαχίες, δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε πανευρωπαϊκούς συσχετισμούς, δεν μπορούμε να πάρουμε σοβαρές πρωτοβουλίες οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες προκειμένου να αλλάξει συνολικά το ευρωπαϊκό τοπίο.

Αγωνιζόμαστε τα τελευταία κρίσιμα χρόνια μέσα στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσα δηλαδή σε ένα αναπεπταμένο πεδίο διαρκούς διακυβερνητικής διαπραγμάτευσης, συνδιαλεγόμενοι με Κυβερνήσεις συντηρητικές, με Κυβερνήσεις που αποτελούνται από Κόμματα αδελφά προς τη Νέα Δημοκρατία, από Κόμματα που στη συντριπτική τους πλειονότητα ανήκουν στην ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.

Βέβαια πίσω από τις Κυβερνήσεις αυτές, υπάρχουν –το έχω πει κι άλλη φορά στην αίθουσα αυτή- αντίστοιχες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, υπάρχουν αντίστοιχα εκλογικά σώματα, υπάρχουν ευρωπαϊκές κοινωνίες που έχουν πειστεί πως αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για να προσεγγίζεις τα ζητήματα.

Και το χειρότερο είναι πως βρισκόμαστε αντιμέτωποι τα τελευταία χρόνια με μια αναζωπύρωση του οικονομικού εθνικισμού, με μια κάμψη των αντανακλαστικών της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Παρ' ότι οι μηχανισμοί στήριξης που έχουν τεθεί σε εφαρμογή, αρχής γενομένης από το μηχανισμό στήριξης της Ελλάδας, είναι με το δικό τους τρόπο μια εκδήλωση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Αλλά πολύ συγκεκριμένη, πολύ περιορισμένη και βεβαίως συνοδεύεται από πολύ σκληρά και αυστηρά ανταλλάγματα, σε σχέση με το μοντέλο οικονομικής πολιτικής, σε σχέση με το μοντέλο κοινωνικής πολιτικής, σε σχέση με το μοντέλο δημοσιονομικής σταθεροποίησης και πειθαρχίας που επιβάλλεται και που κυριαρχεί.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εύλογο. Μπορούμε να κινηθούμε σε ένα άλλο πλαίσιο πέραν του ευρωπαϊκού; Υπάρχει κάποιο άλλο γήπεδο μέσα στο οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να αγωνιστεί και να διαμορφώσει καλύτερους συσχετισμούς; Καλύτερες και ασφαλέστερες προοπτικές για τα παιδιά της, για τους ανθρώπους της;

Υπάρχει κάποια άλλη στρατηγική προσέγγιση που δίνει στους Έλληνες μεγαλύτερες δυνατότητες; Που μπορεί να τους προστατεύσει από θυσίες, από περικοπές; Που μπορεί να τους δώσει μεγαλύτερες και γρηγορότερες προοπτικές αποκατάστασης; Που μπορεί να τους δώσει μεγαλύτερες και πιο χειροπιαστές ελπίδες για ανάπτυξη, για επενδύσεις, για δουλειές, για μείωση της ανεργίας, για ανάσχεση της ύφεσης; Για αποκατάσταση των αδικιών και των απωλειών; 

Υπάρχει κανένας άλλος δρόμος; Καμία άλλη στρατηγική προσέγγιση που μας επιτρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ως βασική προτεραιότητα να προστατεύσουμε τη σύνταξη και να την αποκαταστήσουμε; Να αυξήσουμε το χαμηλό μισθό; Να βελτιώσουμε το χαμηλό και μεσαίο εισόδημα; Να μειώσουμε την ανεργία που τρώει τις σάρκες της ελληνικής κοινωνίας αλλά και άλλων πολλών ευρωπαϊκών κοινωνιών; 

Η απάντηση είναι πως όχι, δεν υπάρχει δυστυχώς ή ευτυχώς άλλη τέτοια επιλογή. Δεν υπάρχει άλλο γήπεδο μες στο οποίο να μπορούσαν να διαμορφωθούν καλύτερα μέτωπα, καλύτεροι συσχετισμοί, ομαδοποιήσεις κρατών μελών που κάποτε έπαιζαν κάποιο ρόλο μέσα στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς.

Τώρα δεν έχει και μεγάλο νόημα να μιλάει κανείς για τη συσπείρωση των μικρών και μεσαίων χωρών μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη. Δεν έχει μεγάλο νόημα να μιλάει κανείς για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Δεν έχει μεγάλο νόημα να μιλάει κανείς για τις χώρες που είναι μέσα στα προγράμματα σύγκλισης.

Τώρα πρέπει να δούμε ποια είναι η νέα προοπτική που μπορούμε να διανοίξουμε μέσα στην Ευρώπη, κρατώντας τη χώρα μέσα στην Ευρώπη, κρατώντας τη χώρα μέσα στη ζώνη του ευρώ, διασφαλίζοντας την θέση των Ελληνίδων και των Ελλήνων μέσα σε αυτήν τη δύσκολη Ευρώπη, η οποία όμως είναι η μοναδική επιλογή που μπορούμε να κάνουμε ως έθνος. Η μοναδική υπεύθυνη, ρεαλιστική, ασφαλής εθνική στρατηγική.

Ναι, η Ευρώπη πράγματι έχει τις δικές της τρέχουσες προτεραιότητες οι οποίες είναι πάρα πολύ σκληρές και έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τι θα γίνει σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, τι θα γίνει για παράδειγμα στις επικείμενες γαλλικές εκλογές. Γιατί έχει μεγάλη σημασία να ακούει κανείς τον υποψήφιο Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον σοσιαλιστή ηγέτη, τον Φρανσουά Ολάν, να λέει πως το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, η νέα συνθήκη για το συντονισμό, τη σταθερότητα και τη διακυβέρνηση στην ευρωζώνη είναι ανεπαρκής, είναι ετεροβαρής.

Δεν μπορεί να μιλάμε μόνον για ένα δημοσιονομικό σύμφωνο, για δημοσιονομικό κανόνα, για πλεονασματικούς ή ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, για δικαστικό μηχανισμό παρακολούθησης των εθνικών κυβερνήσεων και των εθνικών κοινοβουλίων, εάν δεν προσθέσουμε αντίστοιχους μηχανισμούς για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή.

Εάν δεν στρέψουμε το ενδιαφέρον μας όχι μόνον στη δημοσιονομική και τη χρηματοοικονομική σφαίρα, αλλά στην σφαίρα της πραγματικής οικονομίας, της παραγωγής, εκεί που υπάρχουν επενδύσεις, δουλειές, προοπτικές, εκεί που παράγεται πραγματικός πλούτος.

Ναι, συμφωνούμε. Θα ήμασταν πραγματικά ευτυχείς να μπορέσουμε να βρούμε τέτοιους συμμάχους, να μπορούμε και εμείς να συμπράξουμε στην προώθηση παρόμοιων αντιλήψεων. Και περιμένουμε να αλλάξουν οι πανευρωπαϊκοί συσχετισμοί.

Περιμένουμε να τεθούν με ρεαλιστικό και συγκεκριμένο τρόπο ξανά τα θέματα αυτά στο τραπέζι, για να μπορέσουμε να συμπράξουμε, να μπορέσουμε να συμφωνήσουμε. Να μπορέσουμε να έρθουμε ξανά στην Βουλή των Ελλήνων και με μεγάλη πλειοψηφία να ψηφίσουμε τις συμπληρωματικές διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες θα έχουν ως πρώτο στόχο και βασική προτεραιότητα την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή, την αναθέρμανση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, υπό συνθήκες δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής κρίσης και υπό συνθήκες δημογραφικής κρίσης. Γιατί αυτό είναι, κατά βάθος, το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και η ελληνική κοινωνία.

Για να μπορέσουμε όμως να μετάσχουμε σε αυτό το γίγνεσθαι, για να μπορέσουμε να συμβάλλουμε και εμείς ως μια μεσαία, θεσμικά ισότιμη ευρωπαϊκή χώρα στην αλλαγή των ευρωπαϊκών συσχετισμών, στην αλλαγή της ημερήσιας διάταξης, εάν θέλουμε και εμείς να συνδιαμορφώσουμε την ατζέντα 2020 όχι μόνον για την Ελλάδα αλλά για την Ευρώπη, πρέπει να είμαστε καθισμένοι γύρω από το ευρωπαϊκό τραπέζι.

Αυτό που κατάφερε η χώρα με μεγάλους κόπους, με θυσίες, διεκδικώντας την εθνική αυτοδυναμία, είναι μέχρι στιγμής να μείνει καθισμένη στο ευρωπαϊκό τραπέζι. Να παραμείνει χώρα μέλος της ευρωζώνης, να παραμείνει χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρα η οποία ανακτά σιγά-σιγά την αξιοπιστία της και διεκδικεί ξανά με πολύ θετικές προοπτικές την ουσιαστική πολιτική της ισοτιμία. Γιατί δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η θεσμική ισοτιμία δεν συμβαδίζει με το ρόλο του δανειζόμενου, με το ρόλο αυτού που συνεχώς ζητάει να ενισχυθεί, με το ρόλο αυτού που ζητάει ειδικές ρυθμίσεις για το δημόσιο χρέος, που ζητάει να υπάγεται σε ειδικούς μηχανισμούς στήριξης και άρα παρακολούθησης.

Χρειάζεται λοιπόν τώρα να θέσουμε τον επόμενο στρατηγικό στόχο. Γιατί αν ώς τώρα ο στόχος ήτανε να προστατεύσουμε τη θέση της χώρας μέσα στην ευρωζώνη και αν αυτό πέτυχε με το PSI και την έγκριση του νέου Προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας, τώρα πρέπει να δούμε αυτήν την μεγάλη εθνική περιουσία που έχουμε αποκτήσει, αυτό το τεράστιο εθνικό κεφάλαιο που έχουν δημιουργήσει οι σκληρές και βαριές θυσίες του ελληνικού λαού.

Αυτό το κεφάλαιο το οικονομικό, το δημοσιονομικό, το αναπτυξιακό, το κοινωνικό, το πολιτικό πώς μπορούμε να το προστατεύσουμε, πώς μπορούμε να μην το χαραμίσουμε στο βωμό μιας μυωπικής μικροπολιτικής προσέγγισης που δυστυχώς τείνει να κυριαρχήσει στο δημόσιο λόγο στην Ελλάδα. Καθοδόν δε προς τις εκλογές βλέπουμε όλοι αυτό να είναι μια πραγματική εθνική απειλή.

Εδώ τα πράγματα είναι πια πάρα πολύ σοβαρά γιατί εδώ το γενικό συμφέρον και η εθνική στρατηγική συνδέεται με την αγωνία του κάθε Έλληνα, της κάθε Ελληνίδας, της κάθε οικογένειας, του κάθε νέου ανθρώπου, του κάθε άνεργου, του κάθε συνταξιούχου, του κάθε μικρού ή μεσαίου επιχειρηματία, του κάθε αγρότη.

Η αγωνία του ανθρώπου αυτού που μας ακούει, που μας κοιτάει είναι εάν οι θυσίες του, που μας τις έχει δώσει, προκειμένου να τις διαχειριστούμε πολιτικά για το εθνικό συμφέρον και το εθνικό καλό, πραγματικά θα προστατευθούν. Ή αν με ένα αλόγιστο πρόχειρο επιπόλαιο τρόπο, ανιστόρητο, μπορεί όλα αυτά να καταστραφούν. Και το μεγάλο πρόβλημα της χώρας, το μεγάλο οικονομικό πρόβλημα της χώρας να είναι ξανά, για μια ακόμη φορά για πολλοστή φορά, το πολιτικό πρόβλημα της χώρας.

Δηλαδή η ανεπάρκεια και η αδυναμία του πολιτικού κόσμου, των πολιτικών Κομμάτων, των πολιτικών ηγεσιών να μιλήσουν με αληθινό και ειλικρινή τρόπο. Να μιλήσουν συγκεκριμένα με ευθύτητα. Να πουν στον κόσμο τι ακριβώς συμβαίνει και πως μπορούμε κάνοντας κάθε βήμα με ασφάλεια και σταθερότητα, να οδηγηθούμε στην οριστική έξοδο από την κρίση, να οδηγηθούμε στην αυτόνομη Ελλάδα, στην αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας με άλλα λόγια. Αυτό είναι ο ουσιαστικός και σύγχρονος πατριωτισμός.

Ναι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Ελλάδα σπεύδει σήμερα -είναι μια από τις πρώτες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης- να κυρώσει τα τρία αυτά συμβατικά κείμενα. Και το κάνει αυτό, γιατί θέλει να αποδείξει ότι είναι συνεπής, ότι είναι αξιόπιστη, θέλει πράγματι να ενισχύσει την ευρωπαϊκή και διεθνή της εικόνα, θέλει να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση, θέλει με τέτοιου είδους κινήσεις στην πραγματικότητα να προστατέψει το εισόδημα, την περιουσία, την εργασία, την προοπτική του Έλληνα πολίτη.

Είναι όμως έτοιμη - και είμαστε έτοιμοι ασκώντας μια στιβαρή, υπεύθυνη πολιτική διακυβέρνηση με αρχή, μέση και τέλος- εφαρμόζοντας ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης και ανόρθωσης να πάρουμε το Μνημόνιο και από μια υποχρεωτική κατάσταση, να το μετατρέψουμε προς όφελος της πατρίδας μας σε μια δική μας ενδογενή εθνική στρατηγική, που μας επιτρέπει να κατακτήσουμε ξανά τη θέση μας μέσα στην Ευρώπη και μέσα στον κόσμο.

Επαναλαμβάνω: μπορούν να διαμορφωθούν νέοι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί. Ο κάθε πολίτης της Ευρώπης κρατάει στα χέρια του το κλειδί των νέων ευρωπαϊκών συσχετισμών. Ο Έλληνας πολίτης που σε λίγες εβδομάδες καλείται να ψηφίσει για τη νέα Βουλή και τη νέα Κυβέρνηση της χώρας, καλείται να ψηφίσει και για την προοπτική της Ευρώπης, για τους πανευρωπαϊκούς συσχετισμούς.

Έχει σημασία να πάψει η Ευρώπη να είναι μια Ευρώπη συντηρητική, μια Ευρώπη μονόχρωμη, μια Ευρώπη η οποία δεν αντιλαμβάνεται ρεύματα, ευαισθησίες, νεοτερικότητες, προβλήματα τα οποία ζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και πρωτίστως ζει μια κοινωνία όπως η ελληνική, που είναι σε βαθιά κρίση σε ιστορική και υπαρξιακή κρίση.

Όπως αντιδρά ο Έλληνας πολίτης έτσι στην πραγματικότητα αντιδρά ο κάθε ευρωπαίος πολίτης, ο Γερμανός, ο Γάλλος, ο Ολλανδός, ο Ιρλανδός. Εάν σκεφτούμε μόνο με όρους συγκυριακούς, με όρους τοπικούς, εθνικούς δεν έχουμε την πλήρη εικόνα, δεν αντιλαμβανόμαστε πως όλα αυτά που γίνονται σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, επηρεάζουν τη ζωή μας, επηρεάζουν τη ζωή των παιδιών μας.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία ο Έλληνας πολίτης σε λίγες εβδομάδες να τοποθετηθεί όχι μόνο με κριτήριο τοπικές ή εθνικές διευθετήσεις, όχι με βάση ένα κομματικό πατριωτισμό μικρού βεληνεκούς, όχι με βάση ξεπερασμένα παλαιοκομματικά κριτήρια, αλλά με τη διορατικότητα, την ιστορικότητα και την προοπτική που επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Ο πολίτης καλείται να προστατέψει αυτό που ο ίδιος έχει καταφέρει: την εθνική περιουσία που διαμορφώσαμε μέσα από τις μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού. Μπορούμε αυτό όλο να το μετατρέψουμε σε ένα ισχυρό μοχλό, προκειμένου η Ελλάδα να αποκτήσει εθνικό στρατηγικό σχέδιο, προοπτική δίνοντας στον πολίτη το τρίπτυχο που ζητάει: ασφάλεια και σταθερότητα. Ασφάλεια και σταθερότητα με κάθε δυνατή σημασία, των λέξεων αυτών.

Ασφάλεια σημαίνει προστασία απέναντι στο έγκλημα. Σημαίνει προστασία απέναντι σε μια Αθήνα, μια Θεσσαλονίκη, μια χώρα που νιώθει να πιέζεται και σε αστυνομικό επίπεδο καθημερινά. Ασφάλεια σημαίνει οικονομική ασφάλεια, κοινωνική ασφάλεια, σταθερότητα. Σημαίνει ανάσχεση της ύφεσης, σταθερότητα. Σημαίνει να μπορείς να αποκτήσεις ξανά ελπίδα, να μπορείς να αποκτήσεις ξανά αισιοδοξία.

Δεύτερο στοιχείο: κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη και μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε, ναι, να χρηματοδοτήσουμε σε περίοδο κρίσης με πολύ συγκεκριμένο τρόπο και χωρίς να αποκλίνουμε από τους δημοσιονομικούς στόχους και τις δεσμεύσεις της χώρας, όλες τις παρεμβάσεις που είναι αναγκαίες για μια αξιοπρεπή διαβίωση, για όλους εκείνους που έχουν πραγματικά ανάγκη.

Και τρίτος άξονας; τρίτος πυλώνας: είναι η ανάπτυξη όχι ως ρητορική, η ανάπτυξη με ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο παρεμβάσεων που ξεκινούν από αυτό που ήδη κατακτήσαμε: τη δυνατότητα να αλλάξουμε τα επίπεδα ρευστότητας. Όλα αυτά που συμβαίνουν στη χρηματοοικονομική σφαίρα, στις Τράπεζες, όλα αυτά που έγιναν τους μήνες που πέρασαν, αυτή η κολοσσιαία προσπάθεια που έκανε το έθνος συνδέονται αμέσως και ευθέως με την ανάπτυξη.

Γιατί χωρίς τραπεζικό σύστημα και χωρίς ρευστότητα, δεν υπάρχουν επενδύσεις ούτε δημόσιες ούτε ιδιωτικές. Δεν ξεμπλοκάρεται το ΕΣΠΑ, δεν μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις. Αυτό είναι το πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής. Έτσι μπορούμε να κατακτήσουμε και θα κατακτήσουμε την αυτοδύναμη Ελλάδα.

Εάν κάποιοι εξακολουθούν να μένουν περιχαρακωμένοι στα στενά όρια του κομματικού πατριωτισμού και να διεκδικούν τους δικούς τους ανεμόμυλους, μπορούμε απλά και μόνο να τους παρακολουθήσουμε με συμπάθεια και να τους κάνουμε μια τελευταία έκκληση να συνέλθουν και να αντιληφθούν ποια είναι η πραγματικότητα της χώρας, ποια είναι η πραγματικότητα του κόσμου.

Για να αλλάξεις την κατάσταση, πρέπει να την αντιληφθείς. Εάν την αντιληφθείς, μπορείς να τη διαχειριστείς. Και από την άποψη αυτή, ναι, εμείς, η μεγάλη δημοκρατική προοδευτική παράταξη, έχουμε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, που το καταθέτουμε προς όφελος του έθνους προς όφελος της πατρίδας.

Σας ευχαριστώ.redsq

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΧρηματοοικονομική ΣφαίραΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2012