Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

 

Κεντρική ομιλία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στη συζήτηση στη Βουλή επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών «Έγκριση σχεδίων συμβάσεων και μνημονίου για τη μείωση του δημοσιονομικού χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας»


left-red-arrow Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, επιτρέψτε μου πριν από οτιδήποτε άλλο, να χαιρετίσω την παρουσία στην αίθουσα αυτή, του Μίκη Θεοδωράκη και του Μανόλη Γλέζου, δυο πραγματικών, ζωντανών ιστορικών μνημείων της χώρας μας, που εκφράζουν την αγωνία τους και την αγωνία του ελληνικού λαού και μας τιμούν  με την παρουσία τους εδώ.

Κυρίες και  κύριοι Βουλευτές, η χώρα, η πατρίδα, βρίσκεται αντιμέτωπη με τραγικά διλήμματα. Και είναι νομίζω απολύτως αναγκαίο σήμερα, αυτή την κρίσιμη και δύσκολη μέρα, να πούμε με καθαρό τρόπο τι είναι αυτό που μας ενώνει και τι είναι αυτό που μας χωρίζει τον τόπο μας.

Πιστεύει  κανείς πως διαχωριζόμαστε στη Βουλή, στο  λαό, στην κοινωνία, με κριτήριο το ποιος είναι υπέρ και ποιος είναι κατά της περικοπής των μισθών και των συντάξεων;


Πιστεύει κανείς πως υπάρχουν πολιτικά κόμματα, πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα που θέλουν να περιορίσουν τα δικαιώματα των πολιτών, να υποβαθμίσουν το επίπεδο ζωής και  κάποιες  άλλες πολιτικές δυνάμεις που είναι ταγμένες στην υπεράσπιση και αναβάθμιση των δικαιωμάτων και θέλουν να κάνουν το καλύτερο για τον πολίτη, για την κάθε οικογένεια, για τον κάθε εργαζόμενο, για τον άνεργο, για την κάθε επιχείρηση;

Θα ήταν μεγάλη πλάνη να επιχειρήσει να διαχωρίσει κανείς έτσι τις  πολιτικές δυνάμεις, τους Έλληνες, όλους εμάς που καλούμαστε ν’ αντιμετωπίσουμε μια τραγική κατάσταση και εξίσου βαριά διλήμματα.

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν αυτοί που βλέπουν τον  κίνδυνο, που έχουν την αίσθηση του συσχετισμού των δυνάμεων σε μια συντηρητική, μονόχρωμη και μονοδιάστατη Ευρώπη, που αναγκάζονται με κόπο και δυσκολία και κόστος πολιτικό, ηθικό, συναισθηματικό, να διατυπώσουν μια δύσκολη αλλά ολοκληρωμένη πρόταση για το μέλλον του τόπου. Και αυτοί που, είτε αγνοούν την κατάσταση, είτε θέλουν να πιστεύουν ότι μπορούν να τη διαμορφώσουν σύμφωνα με τη δική τους βούληση. Είτε απλώς κρύβονται πίσω από όσους είναι αποφασισμένοι να λάβουν δύσκολες αποφάσεις και με δεδομένο το ότι θα ληφθούν από άλλους οι δύσκολες αποφάσεις, αυτοί επιλέγουν τον εύκολο ρόλο της  διαμαρτυρίας, ή των υποσχέσεων που εξωραΐζουν μια πραγματικότητα και αποκρύπτουν από τον Έλληνα πολίτη την αλήθεια.

Η χώρα μας, αντιμετωπίζει ένα οξύ πρόβλημα επιβίωσης. Ποιο είναι όμως, κυρίες και  κύριοι Βουλευτές το πραγματικό ελληνικό ζήτημα; Γιατί υπάρχει ένα εθνικό ζήτημα. Μήπως είναι το γεγονός ότι υπάρχει πλέον η τρόικα και αξιώνει από εμάς να συμμορφωθούμε με τις υποδείξεις της;

Η ελληνική ιστορία αρχίζει από τότε που εμφανίστηκε η τρόικα με τα αλλεπάλληλα μνημόνια, τις αναθεωρήσεις, τις απαιτήσεις, τα δάνεια, τους ελέγχους; Μήπως το πρόβλημα είναι η γερμανική ηγεμονία σε μια Ευρώπη που δε διαθέτει άλλους πόλους; Μήπως το πρόβλημά μας είναι απλά και μόνο το μνημόνιο, το παλιό και το νέο;

Νομίζω θα αδικούσαμε τους εαυτούς μας, την αξιοπιστία μας και τη νοημοσύνη μας, αν λέγαμε ότι αυτό είναι το πρόβλημα της χώρας. Αυτά είναι συμπτώματα. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας; Είναι ότι ηττηθήκαμε σε σχέση με το μοντέλο ανάπτυξης, σε σχέση με τον τρόπο συγκρότησης της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής.

Το πραγματικό εθνικό ζήτημα είναι ότι χάσαμε δεκαετίες ολόκληρες, ότι χάσαμε την τελευταία δεκαετία της ΟΝΕ, ότι χάσαμε και προηγούμενες δεκαετίες. Δε μπορέσαμε να οργανώσουμε κράτος, δε μπορέσαμε να οργανώσουμε μια πραγματική οικονομία ανταγωνιστική,  δε μπορέσαμε να διαμορφώσουμε εκείνες τις εγγυήσεις που μας επιτρέπουν να ζούμε με αξιοπρέπεια και προοπτική στον τόπο μας.

Δεν διασφαλίσαμε το μέλλον των παιδιών μας. Κινηθήκαμε αμέριμνοι, κατώτεροι των περιστάσεων, χωρίς ν’ αντιλαμβανόμαστε ότι επενδύουμε σε λάθος βάση και οδηγηθήκαμε τελικά σ’ ένα τραγικό πραγματικά αδιέξοδο.

Η χώρα έχει πρόβλημα δημοσιονομικό, πρόβλημα δυσβάσταχτου χρέους και αδυναμίας δανεισμού σ’ επίπεδα ασύγκριτα υψηλότερα από το πρόβλημα που έχουν χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Ιρλανδία.

Η χώρα έχει πρόβλημα δημοσιονομικού ελλείμματος που αγωνιζόμαστε να περιορίσουμε, αλλά παρά τον περιορισμό, παρά την προσαρμογή, παρ’ ότι μειώσαμε κατά 20 δισ. ευρώ, κατά 8,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, το πρωτογενές έλλειμμα, αυτό εξακολουθεί να μας καταδιώκει. Εξακολουθούμε να παράγουμε χρέος. Προσθέτουμε χρέος στο χρέος, ακόμη μέχρι φέτος, ακόμη  μέχρι και το 2013.

Έχουμε τεράστιο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας μέσα σε μια διεθνοποιημένη αγορά, μέσα σε μια πανευρωπαϊκή αγορά. Το πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα, μέγεθος του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, δείχνει ότι η χώρα δεν παράγει τίποτα, εισάγει τα πάντα, είναι εξαρτημένη από το γεγονός ότι δεν έχει παραγωγική βάση.

Αυτό είναι που έχει θίξει την οικονομική μας ανεξαρτησία. Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αποτυπώνει το τεράστιο πρόβλημα του δήθεν μοντέλου ανάπτυξης της χώρας.

Και βέβαια, έχουμε πρόβλημα πολιτικό, πρόβλημα θεσμικό, πρόβλημα λειτουργίας της κοινωνίας των πολιτών. Δε λειτουργούν οι μηχανισμοί συλλογικής διαβούλευσης, δεν έχουμε κοινωνικούς εταίρους οι οποίοι μπορούν να πάρουν στα χέρια τους τα ηνία της κοινωνίας των πολιτών.

Το ίδιο πρόβλημα έχουμε με τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, με τα Πανεπιστήμια, με την Ακαδημία, με τα Ερευνητικά Κέντρα. Με όσους διατυπώνουν δημόσιο λόγο. Ο δημόσιος λόγος δε μπορεί να είναι αποσπασματικός, μερικός, ευκαιριακός. Χρειάζεται συνολική πρόταση, γιατί μόνο μέσα από τη συνολική πρόταση μπορεί να ελέγξει ο πολίτης εάν του λες κάτι που έχει προοπτική, που αποδεικνύεται, που είναι βάσιμο, που του παρέχει ασφάλεια.

Άρα, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, δεν μας φταίνε οι ξένοι δεν μας φταίνε οι άλλοι. Η θεωρία της συνωμοσίας, η θεωρία των ευθυνών των ξένων, είναι εξαιρετικά βολική γιατί μας απαλλάσσει από συσσωρευμένες ιστορικές ευθύνες, που πρέπει να τις αναλάβουμε.

Και αν εμείς, το πολιτικό σύστημα πρέπει να αναλάβει ένα βουνό ευθύνης, ο κάθε Έλληνας πολίτης -το είπα και το πρωί- πρέπει να αναλάβει ένα μικρό κόκκο άμμου ευθύνης, γιατί κι αυτός έχει τη δική του μικρή ευθύνη στο χώρο που κινείται, που ζει, που εργάζεται, που σπουδάζει, που σκέφτεται γιατί πρέπει να σκέφτεται, να στοχάζεται για το μέλλον του έθνους.

Ποια μπορεί να είναι η λύση; Η λύση μπορεί να είναι κυρίες και κύριοι Βουλευτές μόνο μία: η διασφάλιση όχι μόνο της οικονομικής, αλλά της συνολικής βιωσιμότητας της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε μόνο δημοσιονομική και μακροοικονομική, αλλά και πολιτική και κοινωνική βιωσιμότητα. Δεν είναι τίποτε από αυτά δυστυχώς αυτονόητο.

Προσπάθησα, όλες αυτές τις μέρες να σας μεταφέρω τη γνώση μου και την αγωνία μου. Γιατί ανήκω σε αυτούς τους κατ’ ανάγκη λίγους που βλέπουν τα πράγματα κατά μέτωπο, πρόσωπο με πρόσωπο, βλέπουν πως διαμορφώνεται ο πραγματικός συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη, στην Ευρωζώνη, στο Eurogroup, στη Σύνοδο Κορυφής.

Αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει όχι μόνο στο επίπεδο των θεσμικών οργάνων της Τρόικας, της Επιτροπής, της Κεντρικής Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου όχι μόνο στο επίπεδο μεγάλων χωρών που διατυπώνουν στρατηγικές αντιλήψεις για την Ευρώπη, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά στο επίπεδο μικρών και μεσαίων χωρών, που έχουν πια τις δικές τους προτεραιότητες, τις δικές τους εμμονές, τη δική τους αρνητική αντίληψη για την Ελλάδα: Σλοβακία, Σλοβενία, Εσθονία, Μάλτα, χώρες, που συγκροτούν το κλίμα και την ατμόσφαιρα του Eurogroup, της Ευρωζώνης.

Θα μπορούσα να σας πω πολλά για το πώς διεξήχθη αυτή η διαπραγμάτευση. Πόσο πολύ μιλήσαμε για το πρόβλημα Δημοκρατία στην Ελλάδα και την Ευρώπη, για το έλλειμμα πολιτικής, για την ανάγκη να μην πιεστεί περισσότερο από ένα σημείο, η κοινωνία μας, η οικονομία μας, για το πρόβλημα της ύφεσης, για την ανάγκη να ληφθούν αντι-υφεσιακά, δηλαδή αναπτυξιακά, μέτρα και όχι μέτρα δημοσιονομικά ή πειθαρχικά.

Δεν θέλουν να μας τιμωρήσουν, δεν είναι τιμωρητικού χαρακτήρα αυτό που μας ζητάνε. Θέλουν να μεταφέρουν τη δική τους αντίληψη που μπορούμε ανέτως να τη χαρακτηρίσουμε νεοφιλελεύθερη και σε εμάς. Θεωρούν ότι το μοντέλο αυτό έχει πετύχει στις χώρες τους και θέλουν να το μεταφέρουν και σε εμάς. Έχουν την πλειοψηφία, έχουν τα χρήματα, έχουν και κατά τη γνώμη τους την απόδειξη της επιτυχίας του  μοντέλου. Δεν τους ενδιαφέρουν πράγματα που λέγαμε πριν από δεκαετίες για το τι σημαίνει το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, για το τι σημαίνει η Ευρώπη ως ήπειρος δημοκρατίας, πολιτισμού, αξιοπρέπειας. Δεν τους απασχολούν αυτά. Ο πολιτικός λόγος είναι τελείως διαφορετικός.

Και τι περιμένουν πλέον από εμάς; Περιμένουν μια ψήφο αποδοχής; Περιμένουν έστω μια ψήφο αποδοχής, με ευρεία πλειοψηφία 180 – 200 Βουλευτών; Όχι. Είναι πολύ πιο πρακτική και διορατική η ανάλυσή τους. Περιμένουν από εμάς να τους εγγυηθούμε ότι όχι μόνο η παρούσα Βουλή, αλλά η επόμενη Βουλή μπορεί να αναλάβει τη συνέχεια της εφαρμογής αυτού του προγράμματος, με τρόπο αξιόπιστο γιατί αυτοί δεν συναλλάσσονται ούτε με την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ούτε με την Κυβέρνηση συνεργασίας του Λουκά Παπαδήμου, ούτε με μια οποιαδήποτε μελλοντική Κυβέρνηση. Αυτοί συναλλάσσονται με την Ελλάδα. Και αναρωτιούνται, ως έθνος, ως τόπος, ως κοινωνία θέλουμε και μπορούμε; Ή έχουμε άλλη λύση;

Για να μην σας κουράζω προσπάθησα σε δυόμισι σελίδες και σε δυο στήλες να καταγράψω το τι σημαίνει το «Ναι» στο νέο πρόγραμμα και το τι σημαίνει το «Όχι» στο νέο πρόγραμμα.

Τι σημαίνει το «Ναι» στο νέο πρόγραμμα

Πολύ συνοπτικά κυρίες και κύριοι Βουλευτές, το «Ναι» στο νέο πρόγραμμα σημαίνει -και θα είμαι πολύ ειλικρινής αθροίζοντας θετικά και αρνητικά:

1.      Διαγραφή χρέους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ (47 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ) και χρέος βιώσιμο με πιθανότητα το 2020 το χρέος να κινείται στο επίπεδο του 120% του ΑΕΠ διπλάσιο από το όριο του Συμφώνου Σταθερότητας και 1/3 πάνω από το σημερινό μέσο επίπεδο χρέους της Ευρωζώνης.

2.      Θα πάρουμε νέο δάνειο 130 δισεκατομμυρίων ευρώ δίπλα στο προηγούμενο των 110 δισ. ευρώ, δηλαδή αθροιστικά 240 δισ. ευρώ, για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2015 για την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους μέσω του PSI, για την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος και για την κάλυψη των ταμειακών αναγκών της χώρας μέχρι το 2015. Τα μισά περίπου διασφαλίζουν το PSI και τις Τράπεζες, τα άλλα μισά τις ταμειακές ανάγκες, συνδέονται άμεσα με την ρευστότητα. Η αναδιάρθρωση των Τραπεζών και αυτή συνδέεται άμεσα με τη ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας.

3.      Μείωση του μέσου επιτοκίου κατά 1,5 περίπου ποσοστιαία μονάδα και άρα μείωση των ετήσιων τόκων εξυπηρέτησης ήδη από φέτος κατά τουλάχιστον 3,5 δισ. ευρώ. Με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η μείωση του ελλείμματος και η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος.

4.      Μετακίνηση της λήξεως των ομολόγων κατά 40 χρόνια.

5.      Διάσωση των ελληνικών τραπεζών, δηλαδή των καταθέσεων των ιδιωτών και των συμφερόντων του ελληνικού Δημοσίου στις τράπεζες.

6.      Περιορισμό των απωλειών των χαρτοφυλακίων των ασφαλιστικών ταμείων και εισαγωγή μηχανισμού αναπλήρωσης των απωλειών στην περιουσία των ταμείων, όπως προβλέπει το νομοσχέδιο.

7.      Εγγύηση της ενδιάμεσης ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος κατά το χρόνο ανταλλαγής των ομολόγων. Πάρα πολύ κρίσιμο.

8.      Εστίαση των κοινοτικών κονδυλίων στο πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής πραγματικής οικονομίας.

9.      Αρχίζουν τα δύσκολα: Πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών, άνοιγμα επαγγελμάτων, μείωση διοικητικού κόστους, προστασία υγιούς ανταγωνισμού.

10.  Μηχανισμός επιτήρησης και συμπίεσης των τιμών ιδίως όταν πρόκειται για τιμές που εντάσσονται στο καλάθι της νοικοκυράς.

11.  Πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για το 2012 ύψους 3 δισ. ευρώ.

12.  Πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για το 2013 και το 2014 με στόχο την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, για να πάψει η συσσώρευση χρέους.

13.  Μείωση του κατώτερου μισθού και περιορισμούς σε όρους συλλογικών συμβάσεων, με διάσωση του θεσμού της συλλογικής σύμβασης και του 13ου και 14ου μισθού.

14.  Περικοπές στις επικουρικές συντάξεις που είναι ούτως ή άλλως αναγκαίες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επικουρικών ταμείων και στις κύριες μόνον όταν χορηγούνται σε Ταμεία αδικαιολόγητα υψηλές επιχορηγήσεις και υπάρχουν πολύ υψηλοί μέσοι όροι συντάξεων.

15.  Παραμονή στο ευρώ, διαμόρφωση κλίματος ασφάλειας και σταθερότητας για επάνοδο στην ομαλότητα, ώστε να καταστεί δυνατή η αποκατάσταση απωλειών και αδικιών.

Τι σημαίνει το «Όχι» στο νέο πρόγραμμα

Τι σημαίνει το «όχι». Ας δούμε πολύ συνοπτικά τις εκδοχές:

1.      Το «όχι» σημαίνει μήπως επαναδιαπραγμάτευση; Έγινε η σκληρότερη και λεπτομερέστερη διαπραγμάτευση ενόψει των συνθηκών και των συσχετισμών που επικρατούν στην Ευρώπη. Κάποιοι μιλούσαν για επαναδιαπραγμάτευση. Έχετε διαπιστώσει ότι έχουν πάψει να μιλούν τώρα για επαναδιαπραγμάτευση. Κατάλαβαν πώς παίζεται το παιχνίδι.

2.    Μήπως οι εταίροι μας μπλοφάρουν και είναι αναγκασμένοι να μας σώσουν και να μας δανείσουν ανεξάρτητα από το αν εμείς θ’ αποδεχθούμε και θα εφαρμόσουμε το πρόγραμμα; Αυτά μπορεί να τα λένε μόνο όσοι δε γνωρίζουν τη σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, μόνον όσοι έχουν άγνοια κινδύνου. Μόνον όσοι αγνοούν όχι μόνο το τι λέει η Γερμανία, αλλά το τι λένε και οι μικρές χώρες που σας ανέφερα, τι λένε οι χώρες που  μετέχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η Κίνα, η Βραζιλία, η Ρωσία τι λέει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

3.      Μήπως υπάρχει η λύση παραμονής του ευρώ χωρίς περιορισμούς και χωρίς πρόγραμμα; Αυτό είναι, δυστυχώς, αδύνατο σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συμφώνου Σταθερότητας και του  νέου δημοσιονομικού Συμφώνου.

4.      Μήπως μπορούμε να πάμε σε μια βολική συντεταγμένη χρεοκοπία και να διαγράψουμε όχι 100 ευρψ δις, αλλά 200 ευρώ δις; Αυτό προϋποθέτει,  κυρίες και  κύριοι Βουλευτές, ακόμη σκληρότερο πρόγραμμα, ακόμη μεγαλύτερες περικοπές σε συντάξεις και μισθούς, ακόμη βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές, ακόμη αυστηρότερη επιτήρηση, διότι αυτό δε μπορεί να γίνει χωρίς τη συνεχή, έντονη στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή με απόφαση των εταίρων και χρηματοδότηση των εταίρων. Άρα θέλουν ανταλλάγματα και εγγυήσεις.

5.      Τι απομένει δυστυχώς; Η ασύνταχτη χρεοκοπία. Κάτι τέτοιο σημαίνει, για να είμαστε πολύ καθαροί:

  • Αδυναμία επανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος, κίνδυνο κατάρρευσης και απώλειας των καταθέσεων των ιδιωτών και των συμφερόντων του Δημοσίου, περαιτέρω δραστική μείωση της ρευστότητας εις βάρος των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.
  • Περαιτέρω αύξηση της ανεργίας.
  • Αδυναμία διεξαγωγής του εξαγωγικού και εισαγωγικού εμπορίου μέσω γραμμών και πιστώσεων που ανοίγει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα είδη που εισάγουμε.  Σκεφτείτε ποια είναι αυτά, τι εισάγουμε: Εισάγουμε τα πάντα. τρόφιμα, φάρμακα, υγρά καύσιμα.
  • Αναγκαστική έξοδο από το ευρώ για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε και επάνοδο στη δραχμή, με εξουθενωτικές συναλλαγματικές ισοτιμίες.
  • Δραστική αύξηση του πληθωρισμού.
  • Πλήρη απώλεια του χαρτοφυλακίου των Ασφαλιστικών Ταμείων, γιατί η διαγραφή μεγαλύτερου χρέους σημαίνει και διαγραφή χρέους από τα Ασφαλιστικά Ταμεία, διαγραφή δηλαδή των ομολόγων τους.
  • Δραματική μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων. Ποιος θα πληρώνει πόσα, και για πόσο.
  • Αντίστοιχη δραματική μείωση δαπανών για  επίτευξη ισοσκελισμένης πρωτογενούς διαχείρισης, γιατί πρέπει να ζήσουμε μόνοι μας, με τα δικά μας χρήματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για μισθούς, συντάξεις, επιδόματα και επιχορηγήσεις.
  • Και τέλος, αυτό σημαίνει άμεση, δραματική απαξίωση των τιμών των ακινήτων στα οποία είναι επενδεδυμένες οι ελπίδες και ο ιδρώτας του ελληνικού λαού.

Αυτή είναι η στάθμιση, κυρίες και κύριοι Βουλευτές. Όποιος πιστεύει ότι έχει να πει κάτι κάτω στο λαό, κάτι περισσότερο ή διαφορετικό από την κωδικοποίηση, τη δυστυχώς θλιβερή και ασφυκτική που σας παρουσίασα, μπορεί να το πει.

Αλλά ως Υπουργός των Οικονομικών, κοιτώντας τον κάθε Έλληνα και την κάθε Ελληνίδα στα μάτια, μπορώ να του πω ότι αγωνίζομαι επτά μήνες τώρα, έχοντας παραλάβει μια διαμορφωμένη κατάσταση, να κρατηθεί η χώρα ζωντανή.

Αγωνιστήκαμε μαζί με το Γιώργο Παπανδρέου, αγωνιζόμαστε τους τελευταίους τρεις μήνες μαζί με το Λουκά Παπαδήμο μέρα-νύχτα, κατά κυριολεξία δυστυχώς το «μέρα-νύχτα», για την καλύτερη δυνατή διαπραγμάτευση. Κάναμε τη διαπραγμάτευση αυτή στο όνομα του ελληνικού λαού κατ’ εντολήν του κ. Παπανδρέου,  του κ. Σαμαρά και του κ. Καρατζαφέρη και τη φέραμε εκεί  που τη φέραμε.

Εάν πιστεύει κάποιος ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν ικανότεροι εκπρόσωποι και διαπραγματευτές από το Λουκά Παπαδήμο, εμένα και την άλλη ομάδα, μπορεί να το πει και να το δοκιμάσει. Γιατί έξω από το χορό, πολλοί πολλά τραγούδια ξέρουν.

Το αποτέλεσμα είναι αυτό. Είναι αποτέλεσμα της συγκυρίας, αποτέλεσμα των συσχετισμών, αποτέλεσμα του τραγικού γεγονότος ότι εμείς ως έθνος, επί δεκαετίες, διαμορφώσαμε μια κατάσταση. Χτίσαμε μια χώρα που ευτυχεί, με ανισότητες και αδικίες για κάποιους αλλά με ωραίες ευκαιρίες για κάποιους άλλους, πάνω στην άμμο.

Αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί. Πρέπει τώρα να κάνουμε κάτι πιο στέρεο, πιο δίκαιο, βιώσιμο, κάτι που να μείνει στα παιδιά και τα εγγόνια μας, κάτι πιο δίκαιο. Γιατί η αλλαγή αυτών των καταστάσεων, τελικά θα οδηγήσει όλους να συμμορφωθούν μ’ αυτό που λέγεται νομιμότητα, ειλικρίνεια, εντιμότητα, ομαλή λειτουργία της αγοράς, καλές πρακτικές.

Ξαναγράφουμε αναγκαστικά την ιστορία και τους κανόνες λειτουργίας της χώρας. Το δίλημμα είναι οξύ, είναι άμεσο, δε χωρούν μισόλογα.

Ξέρω τι βάρος κουβαλάμε όλοι εδώ μέσα. Ιδίως οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Τώρα το αντιλαμβάνεται αυτό και η Νέα Δημοκρατία. Μπήκε ξαφνικά στα βαθιά νερά. Το αντιλαμβάνεται ο ΛΑΟΣ που δοκίμασε τι σημαίνει διακυβέρνηση και βεβαίως όλοι κουβαλάμε μια τεράστια ευθύνη..

Μας κατηγορούν, μας βρίζουν, μας  λοιδορούν, μας φτύνουν. Γιατί εμείς κάνοντας το καθήκον μας, παίρνουμε δύσκολες αποφάσεις για να σώσουμε τη χώρα. Θα καταλάβουν τι συμβαίνει, θα το καταλάβουν. Κρινόμαστε με ιστορικούς όρους.

Αν όμως τώρα καμφθούμε και δεν πάρουμε τις σωστές αποφάσεις  και δε στείλουμε πειστικά μηνύματα στην Ευρώπη και στη Διεθνή Κοινότητα, θα έχουμε κάνει πολλαπλό λάθος, διότι δε θα έχουμε ολοκληρώσει καμία πολιτική, καμία στρατηγική. Θα έχουμε πέσει ως χώρα στο κενό.

Αυτό δεν θα μας το συγχωρήσουν, οι ίδιοι αυτοί που μας κατακρίνουν τώρα. Γιατί ο κάθε πολίτης, κατακρίνει και σκέφτεται, αγωνιά και ελπίζει. Απαιτεί, αλλά ξέρει και να υπολογίζει τα δεδομένα.

Κι εμείς απευθυνόμαστε σ’ έναν Έλληνα πολίτη που  πάσχει, αλλά που σκέφτεται, που αγωνιά, αλλά που είναι ώριμος. Σ’ έναν Έλληνα πολίτη που θέλει να ζήσει στον τόπο του, υπερήφανος.

Υπερήφανη χώρα δεν είναι η χώρα που αυτοκτονεί επειδή παρασύρεται από το λαϊκισμό. Υπερήφανη χώρα είναι αυτή που ξέρει να διαμορφώνει στρατηγική, να την εφαρμόζει και να κερδίζει τη μάχη της ιστορίας. Όχι τη  μάχη κάποιων πολιτικών εντυπώσεων συγκυριακού χαρακτήρα.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι η στιγμή αυτή μια στιγμή που πυκνώνει τον ιστορικό χρόνο. Λίγες είναι οι στιγμές αυτές στην προσωπική διαδρομή του καθενός και της καθεμιάς μας.

Λίγες είναι οι στιγμές αυτές στη διαδρομή  κάθε χώρας, κάθε έθνους. Σήμερα λοιπόν, δοκιμαζόμαστε σε μια σύγκρουση ανάμεσα στο συγκυριακό και το μακροπρόθεσμο, ανάμεσα στο επιπόλαιο και το επιφανειακό και το βαθύτερο και μονιμότερο.

Πρέπει να δώσουμε τη  μάχη να σώσουμε τη χώρα. Δε θα μας το συγχωρέσει το έθνος, εάν δεν κάνουμε το σωστό. redsq

Tags: Δημόσιο ΧρέοςΗ Εξέλιξη της ΚρίσηςΧρηματοοικονομική ΣφαίραΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2012