Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011


Ομιλία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στην τελευταία συζήτηση επί του σχεδίου νόμου για την κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού και των προϋπολογισμών ειδικών ταμείων και υπηρεσιών του οικονομικού έτους 2012

left-red-arrow Ευχαριστώ τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη  και το επιτελείο του για την αγαστή συνεργασία που έχουμε και για την βοήθεια που προσφέρει το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, η ελληνική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα στον αγώνα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, για τη συρρίκνωση της παραοικονομίας και για την επιβολή της νομιμότητας στον ευαίσθητο χώρο των σχέσεων κράτους και αγοράς.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, η πενθήμερη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2012 διεξήχθη κάτω από πιεστικές και ιδιόρρυθμες συνθήκες. Πιεστικές γιατί ημέρα με την ημέρα παρακολουθούσαμε όχι μόνο τη συζήτηση, αλλά και την όξυνση της πανευρωπαϊκής και της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Ιδιόρρυθμες συνθήκες γιατί πρέπει να ξανάγνωριστούμε, όπως έχω πει κατ’ επανάληψη. Πρέπει να δούμε ποιος είναι ο νέος μας ρόλος, η νέα μας ευθύνη, ποιος κυβερνά τον τόπο και που τον πηγαίνει. Γιατί δεν είναι δυνατόν κάτω από τέτοιες συνθήκες να κάνουμε επιλογές α λά καρτ, να προσπαθούμε να αντλήσουμε το όποιο όφελος από ορισμένες επιλογές, αλλά να μην αναλάβουμε κανένα ποσοστό από την φθορά, από το πολιτικό κόστος που αντιστοιχεί στην ευθύνη που αναλαμβάνουμε.



Το κορυφαίο σημείο που ανεδείχθη από τη συζήτηση για το νέο προϋπολογισμό είναι η κοινή αγωνία μας για την Ευρώπη. Η Ευρώπη, όπως είπα και στην αρχική μου αγόρευση, δεν μπορεί να αφήσει μετέωρο το βήμα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δεν μπορεί να αφήσει μετέωρο το βήμα της θεσμικής και πολιτικής ολοκλήρωσής τους.

Η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη πλέον με πάρα πολύ μεγάλα διλήμματα και είμαι βέβαιος, ότι το τρίπτυχο που ανέπτυξα μιλώντας την Κυριακή προς την Ολομέλεια της Βουλής είναι ευρύτατης αποδοχής:

  • Θέλουμε αποφάσεις την Πέμπτη και την Παρασκευή που σε καμία περίπτωση δεν θα αφήσουν να διαμορφωθεί μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων.
  • Θέλουμε αποφάσεις που θα σέβονται την θεσμική ισοτιμία όλων των κρατών–μελών.
  • Και δεν θέλουμε αποφάσεις που θα οριστικοποιούν και θα κλειδώνουν εσωτερικές ανισότητες στην Ευρωζώνη, που αφήνουν κάποιες χώρες πάντα σε μία υποδεέστερη, αθεράπευτα υποδεέστερη θέση σε σχέση με το κόστος δανεισμού, σε σχέση με το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα τους, σε σχέση με το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών τους.

Εάν οι χώρες μέσα στην Ευρωζώνη διαχωριστούν οριστικά και αμετάκλητα σε χώρες πλεονασματικές σε σχέση όχι μόνον με τα δημοσιονομικά τους στοιχεία, αλλά σε σχέση με την πραγματική τους οικονομία και την ανταγωνιστικότητά τους και σε χώρες ελλειμματικές, τότε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα έχει χάσει την προοπτική του, τη σταθερότητά του, δεν θα υπόσχεται ιστορικά αυτά που πρέπει να υπόσχεται η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Θα ήταν εύκολο να αντιμετωπιστούν διλήμματα, τα οποία είναι συγκυριακά χρηματοοικονομικά, ακόμη και δημοσιονομικά. Είναι εύκολο να επιβληθούν μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, πειθαρχίας. Εκείνο που είναι δύσκολο είναι όλα αυτά να συνδυαστούν με μέτρα που υποστηρίζουν την ανάπτυξη, που υποστηρίζουν την πραγματική σύγκλιση, με μέτρα που προωθούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με την πλήρη έννοια της λέξης.

Δυστυχώς, υπάρχει μία εσωτερική ετερογονία των σκοπών, όπως έχω πει κατ’ επανάληψη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δυστυχώς δεν γίνεται αντιληπτό ότι δεν μπορούμε να συμβιβάσουμε το ευρωπαϊκό όραμα με υπερανεπτυγμένους πλέον εθνικισμούς οικονομικούς μέσα στο πλαίσιο, το στενό πλαίσιο της Ευρωζώνης και το λίγο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εάν δεν εξηγηθεί στους ευρωπαϊκούς λαούς, ότι χρειάζονται άλλες προσεγγίσεις, άλλοι ρόλοι για τους θεσμούς, εάν δεν συμφωνήσουμε σε αυτό το νέο συμβόλαιο για την ιστορική προοπτική της Ευρώπης, μπορεί να έχουμε δώσει μια συγκυριακή, αλλά όχι βαθιά και οριστική απάντηση σ’ αυτό που συμβαίνει.

Τα διλήμματα αυτά τώρα πια είναι απειλητικά και η συζήτηση που έγινε προηγουμένως ανάμεσα στην κα Παπαρήγα και τον κ. Τσίπρα δείχνει, πόσο ζοφερό μπορεί να είναι το μέλλον, το άμεσο μέλλον, εάν δεν υποστηρίξουμε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αν δεν υποστηρίξουμε την Ευρωζώνη, εάν δεν διασφαλίσουμε τη θέση της χώρας μέσα στο ευρώ.

Η απόσταση που χωρίζει την διατήρηση του κεκτημένου από την απόλυτη αμφισβήτηση του επιπέδου ζωής των Ελλήνων είναι δυστυχώς πάρα πολύ μικρή. Και αυτό δεν είναι ούτε απειλή, ούτε κινδυνολογία. Αλλά δεν μπορεί αυτό να αποτελεί και μία πολιτική αντιπρόταση. Δεν μπορεί αυτό να είναι η εναλλακτική στρατηγική της χώρας. Δεν μπορεί το μέλλον της χώρας να περνάει μέσα από την έξοδο από την Ευρωζώνη και μέσα από την πλήρη καταρράκωση του κεκτημένου των Ελλήνων των κόπων τόσων δεκαετιών.

Αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό. Το δίλημμα είναι τόσο απλό, τόσο καθαρό. Και η απάντηση πρέπει να είναι η στήριξη της θέσης της χώρας μέσα στο ευρώ, η στήριξη της Ευρωζώνης, η στήριξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και της στρατηγικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Οι τρεις αρχές που διατύπωσα κατ’ επανάληψη, που τις θεωρώ αυτονόητες: η ανάγκη να διαφυλαχθεί η μία ταχύτητα, η θεσμική ισοτιμία και να μην κλειδώσουν οι υφιστάμενες ανισότητες είναι ένα τρίπτυχο που μπορεί συζητούμενο στη Σύνοδο Κορυφής και ευρύτερα να διαμορφώσει μια εθνική στρατηγική, η οποία να είναι αξιοπρεπής, υποστηρίξιμη από μία χώρα που βρίσκεται σε κρίση, αλλά που δεν έχει χάσει το δικαίωμά της να μιλά, να διατυπώνει τις θέσεις της, να συμμετέχει στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς.

Δεν θα προσέλθει ο Πρωθυπουργός ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το σύμπλεγμα κατωτερότητας ενός εταίρου που είναι παρίας, που δανείζεται, που συνιστά πρόβλημα για την Ευρώπη, που είναι ένα αρνητικό στερεότυπο για την διεθνή οικονομία. Όχι.

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη μας, θα εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας, αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε σε μια ιδιόμορφη θέση αλλά τίποτε από αυτά δεν μας στερεί τη θεσμική μας ισοτιμία και το δικαίωμα να διατυπώνουμε τον δικό μας ευρωπαϊκό στρατηγικό λόγο. Και αν θέλετε αυτό είναι και μια υποχρέωση που αντιστοιχεί στην εθνική υπερηφάνεια και την εθνική αξιοπρέπεια όλων των Ελλήνων και όλων των Ελληνίδων.

Είδα να υπάρχουν συμπτώσεις μεταξύ των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση και σε όλα τα άλλα θέματα αλλά με μια διάθεση υπεραπλούστευσης. Τα πράγματα εμφανίζονται σχεδόν αυτοματοποιημένα, αυτονόητα, εύκολα, δεδομένα. Δεν είναι καθόλου έτσι.

Άκουσα ότι έχουμε ένα πάρα πολύ απλό πρόγραμμα να διεκπεραιώσουμε τις επόμενες εβδομάδες σχεδόν με υπηρεσιακό τρόπο. Έχουμε την έκτη δόση, η οποία ήδη αποφασίστηκε. Μα τι είναι η έκτη δόση; Μια λογιστική πράξη ή μια διευκόλυνση 8 δισ. ευρώ;

Τόνισα και ξανατονίζω ότι επί 3 μήνες αγωνιζόμαστε όχι για την έκτη δόση αλλά για το σύνολο του νέου προγράμματος. Αγωνιζόμαστε για ένα νέο πρόγραμμα στήριξης που προσθέτει 130 δισ. ευρώ βοήθειας προς την Ελλάδα από τους εταίρους της, την ευρωζώνη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Έχουμε ένα συνολικό πακέτο 240 δισ. ευρώ. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε τα 100 δισ. ευρώ της μείωσης του δημοσίου χρέους που κατέχεται από ιδιώτες μέσα από τη γνωστή διαδικασία του PSI. Πρέπει να προσθέσουμε εγγυήσεις που θα χορηγηθούν για την προσωρινή ρευστότητα των Τραπεζών και πρέπει να προσθέσουμε ότι κατέχει στο χαρτοφυλάκιό της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και όποια ρευστότητα έχει ήδη χορηγήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και αυτά είναι από μόνα τους αρκετά δις. Είναι από μόνα τους περίπου άλλα 170 δισ. ευρώ για όσους θέλουν  να ακούν αριθμούς.

Αυτή είναι η έκτη δόση. Η έκτη δόση –το επαναλαμβάνω– είναι τα 89 δισ. ευρώ που πρέπει να πάρουμε μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου προκειμένου να αρχίσει να εφαρμόζεται το μοντέλο συμμετοχής των ιδιωτών στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Αυτά διαπραγματευόμασταν. Δεν διαπραγματευόμασταν μια δόση μέσα στις άλλες 8 δισ. ευρώ. Αυτό έχει αποφασιστεί. Γι΄ αυτό χρειάζονταν υπογραφές, δεσμεύσεις, συναινέσεις, σοβαρότητα και αλήθεια στον ελληνικό λαό. Αυτή την αλήθεια οφείλουμε να λέμε στον ελληνικό λαό όλοι μας, με τον ίδιο τρόπο.

Επίσης, πιστεύουν ορισμένοι ότι σχεδόν υπηρεσιακά έχουμε να συμφωνήσουμε το νέο πρόγραμμα και τη νέα δανειακή σύμβαση. Μα το νέο πρόγραμμα και η νέα δανειακή σύμβαση θα είναι το αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης που αρχίζει ανάμεσα στη χώρα και τους εταίρους τη Δευτέρα στις 12 Δεκεμβρίου.

Αυτή η διαπραγμάτευση βασίζεται πράγματι στην τελευταία αναθεώρηση του τρέχοντος προγράμματος, την πέμπτη αναθεώρηση. Αλλά τώρα όλα θα συζητηθούν. Γιατί δεν ψηφίζουμε σήμερα μόνο τον προϋπολογισμό του 2012 αλλά και το επικαιροποιημένο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για το 2013, το 2014 και το 2015.

Άρα πρέπει να εξηγήσουμε στον ελληνικό λαό ότι την ερχόμενη εβδομάδα θα συντελεστούν δύο πολύ μεγάλες διαδικασίες στην Αθήνα:

  • Πρώτον, η διαβούλευση, η συζήτηση με τους εκπροσώπους του ιδιωτικού τομέα για τον συγκεκριμένο τρόπο συμμετοχής τους στη μείωση του δημοσίου χρέους και άρα στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους ώστε να επωφεληθούμε με μείωση 100 δισ. ευρώ, 47 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, συγκλονιστικό μέγεθος για τα ιστορικά δεδομένα της χώρας και να μπορέσουμε να έχουμε ένα χρέος,  που το 2020 θα κινείται σε βατά επίπεδα, υψηλά αλλά βατά και ελεγχόμενα του 120% του τότε ΑΕΠ της χώρας. Αυτό θα γίνει στην Αθήνα την ερχόμενη εβδομάδα.
  • Και δεύτερη διαδικασία είναι η διαπραγμάτευση για το νέο πρόγραμμα που σημαίνει μέτρα, διαρθρωτικές αλλαγές, δημοσιονομικοί στόχοι.

Άκουσα ότι ο κ. Σαμαράς θεωρεί πως τα μέτρα για το 2012 είναι ψηφισμένα και δεν έχει ευθύνη. Είναι αθώος του αίματος των μέτρων. Και τώρα απλώς ψηφίζουμε τον προϋπολογισμό και πάμε στην τυπική διαδικασία της συμφωνίας ενός νέου προγράμματος και μιας νέας δανειακής σύμβασης. Όχι.

Εγώ θέλω πιο πολύ από οποιονδήποτε μέσα στην αίθουσα αυτή και σας το λέω με κάθε ειλικρίνεια, να αποκαταστήσουμε τις χαμηλές και μεσαίες συντάξεις. Θέλω πραγματικά να αποκαταστήσουμε το ταχύτερο τα μεσαία εισοδήματα που έχουμε θίξει.

Θέλω πραγματικά, γιατί αυτό βοηθάει την ανάπτυξη να μειώσουμε τους συντελεστές του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και στην εστίαση και στην ενέργεια. Θέλω πραγματικά το φορολογικό σύστημα να είναι όσο γίνεται πιο υποβοηθητικό για την ανάσχεση της ύφεσης και την υποστήριξη της ανάπτυξης.

Επαναλαμβάνω, δεν υπάρχουν εδώ καλοί και κακοί, αναπτυξιακοί και υφεσιακοί, ευαίσθητοι και ανάλγητοι, υπάρχουμε εμείς που έχουμε την ευθύνη για το μέλλον των πολιτών, των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των θέσεων εργασίας, του επιπέδου ζωής.

Η διαπραγμάτευση είναι τώρα και είναι αυτονόητο ότι και το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία και ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός πρέπει να σταθούν στο πλευρό της κυβέρνησης, στο πλευρό του οικονομικού επιτελείου, στο πλευρό του Υπουργού Οικονομικών για να κάνουμε όλοι μαζί τη διαπραγμάτευση αυτή.

Όποιος έχει να προτείνει οτιδήποτε, δεν χρειάζεται να περιμένει να επαναδιαπραγματευτεί μετά την υπογραφή της συμφωνίας, τη ψήφισή της από τη Βουλή και όταν θα δεσμεύεται πλέον η χώρα. Δεν περιμένουμε την επαναδιαπραγμάτευση. Έχουμε μπροστά μας τη σκληρή και πραγματική διαπραγμάτευση.

Και μέσα σε πνεύμα συναίνεσης, συστράτευσης και ευθύνης, καλώ όποιον έχει τεκμηριωμένη και υπεύθυνη πρόταση για τη διαχείριση των εσόδων και των δαπανών, για συντάξεις, για μισθούς, για φορολογικούς συντελεστές, για το ειδικό τέλος στα ακίνητα, να προτείνει εναλλακτική λύση.

Εάν μπορούμε να πείσουμε τους συνομιλητές μας για εναλλακτικές λύσεις αποδεκτές, αξιόπιστες, οι οποίες δεν θα θέσουν σε κίνδυνο την εθνική οικονομία τις επόμενες μεγάλες δόσεις των 90 δις, δεν θα θέσουν σε κίνδυνο μισθούς, συντάξεις, επιχειρήσεις, δουλειές, τη θέση της χώρας στην ευρωζώνη να έρθει και να τα πει τώρα και εγώ προσωπικά θα είμαι πρώτος συναγωνιστής, συμμέτοχος και συνοδοιπόρος στην προσπάθεια αυτή.

Αλλά τώρα είναι η ώρα. Τώρα είναι η ώρα της διαπραγμάτευσης, τώρα πρέπει να ξεδιπλώσουμε τις προτάσεις μας, τις ιδέες μας, να δούμε αν αυτές είναι όχι απλά και μόνο συμπαθείς, αλλά είναι πρακτικά εφικτές, εάν γίνονται αποδεκτές από την Διεθνή Κοινότητα, αν οδηγούν στη σύναψη ενός νέου προγράμματος, μιας νέας δανειακής σύμβασης.

Θέλω να είμαστε ειλικρινείς, συνεννοημένοι, έντιμοι και μεταξύ μας και με τον ελληνικό λαό. Το παιχνίδι του πολιτικού μέλλοντος προσώπων και παρατάξεων και το παιχνίδι του εθνικού μέλλοντος, παίζεται στην αλήθεια, την ειλικρίνεια, την εντιμότητα. Και επειδή η αλήθεια αλλάζει όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί και οι εντυπώσεις, η ειλικρίνεια ως υποκειμενική αίσθηση ενός τίμιου και καθαρού λόγου έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Τώρα λοιπόν είναι η ώρα της αλήθειας, για να δοκιμαστούν πολιτικές και υποσχέσεις. Τώρα, ο Δεκέμβριος του 2011. Και έτσι θα πορευθεί η χώρα μέχρι το 2015. Και πρέπει να διαμορφώσουμε τον καλύτερο και πιο ασφαλή συσχετισμό για το έθνος μέσα σε μια Ευρώπη που παραπαίει και ταλανίζεται ώστε να έχουμε δώσει ασφαλή λύση για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας.

Επίσης, άκουσα ότι είναι σχεδόν αυτονόητο, σχεδόν προεξοφλημένο ότι θα πετύχουμε την συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους σε ποσοστό εκατό τοις εκατό συμμετοχής των ιδιωτών που κατέχουν ελληνικό χρέος. Τίποτα δεν είναι εύκολο, τίποτα δεν είναι αυτονόητο και τίποτα δεν είναι ακίνδυνο.

Ξαναλέω απευθυνόμενος στη Βουλή των Ελλήνων και στον ελληνικό λαό, ότι αυτό πρέπει να το πετύχουμε. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να σταθεί το νέο πρόγραμμα, δεν μπορεί να σταθεί η χώρα μέσα στο ευρώ και μέσα στον διεθνή ανταγωνισμό. Δεν μπορούμε να πετύχουμε ανάσχεση της ύφεσης και ανάκαμψη. Δεν μπορούμε να πετύχουμε τις χρηματοοικονομικές και μακροοικονομικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του προϋπολογισμού του 2012 και των επόμενων προϋπολογισμών.

Θα πάρουμε δύσκολες αποφάσεις και ως Βουλή των Ελλήνων θα κάνουμε λεπτούς χειρισμούς. Χρειάζεται συστράτευση του λαού, πολύ υπεύθυνη κοινωνική συμπεριφορά, συμπεριφορά οικονομική, καταθετική, πρέπει όλοι μας να έχουμε συμφωνήσει, όλοι να εκπέμπουμε ένα πολύ καθαρό και απλό μήνυμα και  προς το εσωτερικό της χώρας και προς τις αγορές και προς την διεθνή Οικονομική Κοινότητα. Τα πράγματα δεν είναι αυτόματα, δεν είναι αυτονόητα, δεν είναι απλά, δεν είναι εύκολα. Και καλώ όλες τις πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν την κυβέρνηση, να στηρίξουν και τον Πρωθυπουργό και εμένα και το οικονομικό επιτελείο σε δύσκολες αποφάσεις και ακόμα πιο δύσκολους και λεπτούς χειρισμούς για το περιβόητο PSI.

Άκουσα, επίσης, με πολύ μεγάλη χαρά ότι όλοι συμφωνούμε στην ανάγκη να στηρίξουμε τις τράπεζες και να τις επανακεφαλαιοποιήσουμε προασπιζόμενοι το δημόσιο συμφέρον και τα κεφάλαια που θα επενδύσει ο ελληνικός λαός στις τράπεζες με κοινές μετοχές, για να μπορέσει να απολαύσει στο μέλλον το προϊόν της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.

Οι τράπεζες ιδιωτικές θα είναι, θα διοικούνται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αλλά είναι άλλο το ιδιωτικοοικονομικό μάνατζμεντ και άλλο η προστασία συγκεκριμένων ιδιωτών και συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων.

Η μεγάλη αποστολή της τράπεζας είναι η στήριξη της ανάπτυξης, η στήριξη των επιχειρήσεων, των θέσεων εργασίας, των νοικοκυριών. Και επαναλαμβάνω για να μην παραβιάζουμε ανοιχτές θύρες, ισχύει η δέσμευσή μας, την υιοθετεί η κυβέρνηση όπως φάνηκε από τις προγραμματικές δηλώσεις, ότι η περιουσία των Ασφαλιστικών Ταμείων δεν θα μειωθεί λόγω της συμμετοχής τους στο PSI γιατί θα μεταφερθεί δημόσια περιουσία πέραν του ότι, σε δυο χρόνια μέσα με τις επιχορηγήσεις του δημοσίου προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία αναπληρώνεται σε ποσοστό 100% το χαρτοφυλάκιο των Ασφαλιστικών Ταμείων το οποίο δυστυχώς ούτως ή άλλως σε εμπορικές αξίες, αγορές, είναι μειωμένο. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει λόγω του PSI, συμβαίνει λόγω της πραγματικότητας της πολύ σκληρής της αγοράς.

Τελειώνω λέγοντας ότι, μέτρα κοινωνικής ευαισθησίας η κυβέρνηση έχει αναγγείλει και λαμβάνει. Ίσως έπρεπε να έχουν προσέξει ορισμένοι περισσότερο αυτά που είπα, για την παράταση της αναστολής των πλειστηριασμών. Για τους διακανονισμούς στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων από τις τράπεζες και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, όχι μόνο για δημοσίους υπαλλήλους και εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, αλλά ουσιαστικά για καθένα που έχει τέτοια υποχρέωση και χρειάζεται έναν διακανονισμό για να μπορέσει να είναι συνεπής.

Μίλησα, επίσης, για την ανάγκη επί του πεδίου με την βοήθεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να διασφαλίσουμε το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης με τα κονδύλια που μπορούμε να εισπράξουμε από την μάχη κατά της φοροδιαφυγής, η οποία βλέπετε ότι αποδίδει αποτελέσματα και πρέπει να γίνει το γήπεδο μιας μεγάλης εθνικής κινητοποίησης και συστράτευσης.

Ανάσχεση της ύφεσης θα πετύχουμε, εάν πετύχουμε όλα τα προηγούμενα. Το -2,8% ύφεση το 2012, είναι φιλόδοξο, αλλά είναι εφικτό. Μπορεί τα πράγματα να πάνε χειρότερα, αλλά εμείς μπορούμε να τα κάνουμε να πάνε καλύτερα. Πρώτη προϋπόθεση: Να γίνουν αυτά που είπα για να αλλάξουν τα επίπεδα ρευστότητας, να κινηθούν διαφορετικά οι τράπεζες, να μπορέσει να ρίξει το κράτος χρήμα στην αγορά πληρώνοντας τις δικές του ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις στους πολίτες.

Και μόνο έτσι θα οικοδομήσουμε το εθνικό σχέδιο, το οποίο το περιέγραψα σε τρεις λέξεις που σας παρακαλώ και σας καλώ να ενστερνιστούμε: Διάσωση της χώρας,  ανάκτηση του χαμένου εδάφους και μετά εκτίναξη. Για να βρει η Ελλάδα τη θέση που της ανήκει στην  Ευρώπη και στον κόσμο.

Ευχαριστώ. redsq


Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΦορολογικό Σύστημα | Δημοσιονομική ΠολιτικήΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2011