Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011


Απάντηση Ευ. Βενιζέλου σε ενστάσεις αντισυνταγματικότητας
Συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, Ενιαίο Μισθολόγιο – Βαθμολόγιο, Εργασιακή Εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015»

 

left-red-arrow Παρακολούθησα, κύριε Πρόεδρε, με ιδιαίτερη προσοχή τα επιχειρήματα των συναδέλφων της αντιπολίτευσης για την αντισυνταγματικότητα διατάξεων του νομοσχεδίου, όπως αυτοί αντιλαμβάνονται τις έννοιες της αντισυνταγματικότητας και της σχέσης του νομοσχεδίου αυτού και γενικότερα της εσωτερικής έννομης τάξης με κείμενα της διεθνούς έννομης τάξης, της ευρωπαϊκής και της κατά κυριολεξία διεθνούς.

Δεν θέλω να επαναλάβω το βασικό μου επιχείρημα, ότι αυτές οι ενστάσεις αντισυνταγματικότητας είναι προσχηματικές, βεβαίως, και υποκρύπτουν μία προσπάθεια –θέλω να ελπίζω την τελευταία- να μετατοπιστεί ο άξονας της συζήτησης από την ουσία του υπαρξιακού προβλήματος της χώρας, από την ουσία του προβλήματος επιβίωσης που έχει η χώρα, σε ένα ζήτημα ερμηνείας και εφαρμογής του Συντάγματος.



Για μία χώρα όπως η Ελλάδα, που είναι μία χώρα ανεπτυγμένη και κοινωνικά και οικονομικά και θεσμικά, μία χώρα δημοκρατική, μία χώρα ευρωπαϊκή, μία χώρα όπου παρά την κρίση και την ταπείνωση που υφίσταται, ανήκει στις τριάντα πλουσιότερες χώρες του κόσμου, το πρόβλημα είναι ότι πρέπει δύσκολες πολιτικές να εφαρμοστούν με απόλυτο σεβασμό στη δημοκρατική νομιμότητα και συνταγματική τάξη της χώρας και με απόλυτο σεβασμό στο Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Διότι από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, τους θεσμούς του και τα Όργανά, του εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό η βοήθεια που λαμβάνει η χώρα προκειμένου να μπορεί να στέκεται στα πόδια της δημοσιονομικά. Και όταν λέω η χώρα, εννοώ και όλοι όσοι εξαρτώνται και εξαρτώμεθα –για να χρησιμοποιήσω πρώτο πληθυντικό πρόσωπο- από τις δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Ξέρετε, για να υπάρχουν δαπάνες, πρέπει να υπάρχουν έσοδα. Και για να επιβιώνουμε δημοσιονομικά και οικονομικά, πρέπει να έχουμε ένα στοιχειώδες δημοσιονομικό ισοζύγιο, κάτι που είχε ξεφύγει από την προσοχή μας επί πάρα πολλά χρόνια, με κορυφαίο παράδειγμα την περίοδο 2004 – 2009.

Το Σύνταγμά μας, λοιπόν, πρέπει όχι απλώς να το σεβόμαστε, αλλά να το θεωρούμε στοιχείο του ίδιου του πατριωτισμού μας. Ο πατριωτισμός είναι αυτός που μας καθοδηγεί σε αυτό που κάνουμε, ένα πολύ σκληρό πατριωτικό καθήκον για την προστασία της χώρας. Και η πιο σημαντική εκδοχή του πατριωτισμού στη σημερινή εποχή είναι ο συνταγματικός πατριωτισμός.

Το Σύνταγμα, λοιπόν, είναι για να σώσει τη χώρα, να τη σώσει με αξιοπρέπεια, υπό δημοκρατικές συνθήκες, υπό συνθήκες δημοκρατικής νομιμότητας και ομαλότητας. Και αυτό θέλω να το συνομολογήσουμε όλοι στην Αίθουσα αυτή. Θέλω όλοι να συμφωνήσουμε ότι πιστεύουμε στη δημοκρατική νομιμότητα και στη δημοκρατική ομαλότητα, στη λειτουργία του Κράτους, των δημοσίων υπηρεσιών, στην εξυπηρέτηση του πολίτη, στην προάσπιση της ασφάλειας της χώρας. Όχι μόνο της ασφάλειας με την αμυντική έννοια του όρου και τη διεθνοπολιτική, αλλά και με την οικονομική έννοια και την κοινωνική, γιατί χωρίς κοινωνική συνοχή και χωρίς προοπτική δεν υπάρχει η χώρα, το έθνος δηλαδή.

Λένε οι συνάδελφοι της Αντιπολίτευσης ότι παραβιάζεται το άρθρο 103, παράγραφος 4 του Συντάγματος, διότι οι δημόσιοι υπάλληλοι ή κρατικοί υπάλληλοι, όπως τώρα λέει το νομοσχέδιο, θα μετακινούνται από υπηρεσία σε υπηρεσία για να καλύπτουν κενά, για να μην υπάρχουν υπεράριθμοι, για να εκλογικευτεί το κράτος, για να σεβαστούμε τον πολίτη, το φορολογούμενο, για να σεβαστούμε το δημόσιο χρήμα, για να υπηρετήσουμε τον Έλληνα και την Ελληνίδα.

Υπάρχει κανείς στην Αίθουσα αυτή που διαφωνεί μ’ αυτό που θέλουν όλοι οι Έλληνες; Θέλουν οι δημόσιοι υπάλληλοι να είναι υπηρέτες του γενικού συμφέροντος ταγμένοι στην Υπηρεσία του Πολίτη; Θέλουν οι δημόσιοι υπάλληλοι να μην πλεονάζουν, να μην είναι αργόμισθοι, να μετακινούνται εκεί που υπάρχει πραγματική ανάγκη χωρίς να προσλαμβάνονται νέοι εργαζόμενοι στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα που θα επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο τον προϋπολογισμό;

Αυτό είναι ένα κορυφαίο μέτρο θεσμικού και διοικητικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού: να δούμε που έχουμε ανάγκες, που υπάρχει πλεονάζον προσωπικό, να υπάρχει οριζόντια κινητικότητα. Πρόκειται για μια άλλη εποχή στη δημόσια διοίκηση, για εκλογίκευση του κόστους, για αξιοποίηση των προσόντων του υπηρετούντος προσωπικού, για σεβασμό στον πολίτη και στο δημόσιο χρήμα.

Αυτό δεν απορρέει από το Σύνταγμα; Δεν είναι αυτό συνταγματική επιταγή; Είναι δέσμη συνταγματικών επιταγών, τις οποίες παραβιάζαμε επί χρόνια, ως πολιτικό σύστημα, γιατί δεν είχαμε προσφέρει στον πολίτη αυτές τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις σεβασμού του από το κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους.

Θέλετε, όμως, να πάμε τώρα και σε πιο τυπική νομική προσέγγιση. Λέει, λοιπόν, το άρθρο 103, παράγραφος 4 ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι που τελούν υπό την εγγύηση της μονιμότητας μετατίθενται, προάγονται ή υποβιβάζονται, στην περίπτωση της μετάθεσης με γνώμη και στις άλλες δύο περιπτώσεις, όπως και στην απόλυση, με απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί να είναι και τριμελές αρκεί να συγκροτείται κατά τα 2/3 από μονίμους δημοσίους υπαλλήλους.

Το συμβούλιο του άρθρου 5 του νομοσχεδίου είναι τριμελές: έχει Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο του ΑΣΕΠ -άρα ένα πρόσωπο κύρους και ανεξαρτησίας- και μέλη δύο μονίμους δημοσίους υπαλλήλους βαθμού γενικού διευθυντού, του υψηλότερου βαθμού της διοικητικής ιεραρχίας, που έχουν επιλεγεί μέσα από αλλεπάλληλες κρίσεις από υπηρεσιακά συμβούλια και ανήκουν ο ένας στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και ο άλλος στο Υπουργείο Οικονομικών.

Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 103 παράγραφος 4; Δεν έχουμε υπηρεσιακό συμβούλιο; Δεν έχει κατά πλειοψηφία 2/3 μέλη μονίμους δημοσίους υπαλλήλους; Ποιος είπε ότι το υπηρεσιακό συμβούλιο, στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος, είναι ένα;

Καταρχάς τώρα, εδώ και πάρα πολύ καιρό, είναι άλλο το σύνηθες υπηρεσιακό και άλλο το υπηρεσιακό πειθαρχικό, το οποίο και απολύει. Πρέπει το υπηρεσιακό συμβούλιο να συγκροτείται με μέλη αιρετά συντεχνιακά; Πρέπει να συγκροτείται από μέλη του ίδιου κλάδου, του ίδιου Υπουργείου, της ίδιας συντροφιάς;

Το Σύνταγμα λέει να είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Όσο πιο υψηλός είναι ο βαθμός και όσο μεγαλύτερη απόσταση υπάρχει υπηρεσιακή από τον κρινόμενο, τόσο μεγαλύτερες εγγυήσεις. Και αυτό ισχύει μόνο για την οριζόντια κινητικότητα. Κατά τα άλλα ισχύουν οι αρμοδιότητες των υπηρεσιακών συμβουλίων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. Αυτή, λοιπόν, είναι η απάντηση στην «ένσταση» περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5.

Υπάρχει και μια συναφής ένσταση, που με πολύ μεγάλη έκπληξη είδα να μεταφέρει ο κ. Λαφαζάνης, ο οποίος είναι εδώ ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος με τους υπαλλήλους της Βουλής, τους οποίους όλοι εκτιμούμε και αγαπούμε, αλλά εργάζονται υπό συνθήκες οι οποίες είναι δύσκολες λόγω του φόρτου εργασίας, αλλά είναι και πολύ καλά κατοχυρωμένες για πολλούς άλλους λόγους.

Επικαλέστηκα τη συνταγματικότητα από το άρθρο 65 παράγραφος 6, ότι ο Κανονισμός της Βουλής στο μη κοινοβουλευτικό μέρος, στο οργανωτικό ρυθμίζει την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Ξέρετε, το Σύνταγμα έχει την κακή συνήθεια να έχει εκατόν είκοσι άρθρα και όχι εξήντα πέντε. Διότι στο άρθρο 103 παράγραφος 6 μας λέει το Σύνταγμα ότι οι υπάλληλοι της Βουλής υπάγονται στο άρθρο 103 παράγραφοι 1 έως 5 και κατά τα λοιπά διέπονται από τον Κανονισμό της Βουλής. Αυτό λέει και το νομοσχέδιο. Στο άρθρο 4 λέει ότι υπάγονται και οι υπάλληλοι της Βουλής στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, κατά τα λοιπά όμως, ρυθμίζονται από τον Κανονισμό.

Λέει λοιπόν, το άρθρο 4 παράγραφος 1 περίπτωση δ΄ ότι οι υπάλληλοι της Βουλής διέπονται σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της. Πάει και αυτή η ένσταση. Πριν πάω όμως, στην τρίτη ένσταση να πω ότι ο κ. Βορίδης ανέφερε το άρθρο 92 που μιλάει για τους δικαστικούς υπαλλήλους.

Τι λέει το άρθρο 92; Λέει ότι οι υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων είναι μόνιμοι και υπάγονται σε ειδικό καθεστώς ως προς τα υπηρεσιακά και πειθαρχικά συμβούλια, αλλά κατά τα λοιπά και βαθμούς έχουν και μισθολόγιο έχουν. Λοιπόν, οι βαθμοί τους είναι οι βαθμοί των δημοσίων υπαλλήλων και το μισθολόγιό τους είναι το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων. Μήπως και οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν ειδικά προνόμια αποδοχών, όπως οι δικαστικοί λειτουργοί; Όχι. Κανείς δεν τόλμησε να το πει αυτό. Κανείς. Ούτε εσείς το είπατε σήμερα. Ευτυχώς. Άρα, τι πρόβλημα έχουν; Υπάγονται στο άρθρο 5 οι δικαστικοί υπάλληλοι; Δεν υπάγονται στην οριζόντια κινητικότητα, στα δικαστήρια που υπηρετούν.

Θα σας πω βέβαια, μια ιστορία. Όταν έγινα Υπουργός Δικαιοσύνης το 1996 –δυστυχώς, προ δεκαπέντε ετών- είχε μόλις ολοκληρωθεί ένας διαγωνισμός για την πρόσληψη επιμελητών, κλητήρων στα δικαστήρια. Έρχονταν διάφοροι και μου ζητούσαν να τοποθετήσω νεοδιοριζόμενους κλητήρες ειδικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Το έκανα τις δυο πρώτες φορές, μετά όμως υποπτεύθηκα ότι κάτι συμβαίνει. Γιατί ήθελαν να τους διορίσω στο Ελεγκτικό Συνέδριο και όχι στο Εφετείο, στον Άρειο Πάγο ή στο Συμβούλιο Επικρατείας; Διότι οι διοριζόμενοι κλητήρες στο Ελεγκτικό Συνέδριο ελάμβαναν και τα επιδόματα των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών. Αυτά τα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών μπορούν να πηγαίνουν στους δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν μπορούν να υπαχθούν στο βαθμολόγιο και το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων. Κάνετε λάθος. Οι εγγυήσεις του άρθρου 92 είναι εγγυήσεις σε σχέση με τα υπηρεσιακά και πειθαρχικά τους συμβούλια. Καμία άλλη εγγύηση δεν υπάρχει.

Πάμε τώρα στις συλλογικές συμβάσεις, γιατί η Βουλή αυτή και το πολιτικό σύστημα δεν προέρχονται από παρθενογένεση. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατοχυρώνονται πράγματι στο άρθρο 22 παράγραφος 2 που κατοχυρώνει τη συλλογική αυτονομία. Τι λέει το άρθρο 22, όπως έχει ερμηνευθεί επί σειρά δεκαετιών από τη νομολογία; Λέει ότι η γενικοί όροι εργασίας καθορίζονται από το νόμο και συμπληρώνονται με συλλογικές συμβάσεις ή με κανόνες που θέτει η διαιτησία. Πώς λειτουργούν λοιπόν, οι συλλογικές συμβάσεις; Συμπληρωματικά προς το νόμο. Πρώτη φορά τώρα έρχεται ο νομοθέτης λόγω κρίσης οικονομικής να πει ότι θα ρυθμίσει συνολικά το ζήτημα των αποδοχών με νόμο; Προφανώς, όχι. Αυτό το έχει κάνει πάμπολλες φορές στο παρελθόν. Το δε ΠΑΣΟΚ στην ιστορία του, η οποία συνδέεται και με συγκεκριμένες καταστάσεις και πρόσωπα σας θυμίζω ότι στη δεκαετία του ’80 με το άρθρο 4 είχε επιβάλλει επίσης, εκ του νόμου τη συνολική ρύθμιση των αποδοχών. Αυτό έγινε το 1984.

Πάμε όμως, στους δημοσίους υπαλλήλους, γιατί για τους δημοσίους υπαλλήλους γίνεται ο λόγος. Οι δημόσιοι υπάλληλοι υπήχθησαν στις συλλογικές συμβάσεις με την αναθεώρηση του 2001 και εξαιρούνται από τις συλλογικές συμβάσεις των δημοσίων υπαλλήλων τα ζητήματα των αποδοχών, τα οποία πάντα ορίζονται με νόμο.

Ποιοι έμειναν, λοιπόν; Έμειναν οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ποιος είναι ο εργοδότης τους; Το κράτος είναι ο εργοδότης τους γιατί βαραίνουν είτε απευθείας τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε τον προϋπολογισμό της Γενικής Κυβέρνησης. Οι ρυθμίσεις λοιπόν, του άρθρου 37 σε σχέση με τους δημοσίους υπαλλήλους και σε σχέση με τις αποδοχές τους διέπονται από αυτό το ειδικό καθεστώς.

Πάμε τώρα στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Τι λέει το νομοσχέδιο; Το νομοσχέδιο λέει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι διευκολύνεται η σύναψη επιχειρησιακών συμβάσεων και εκεί όπου δεν υπάρχει σωματείο, διότι μπορούν να υπογράφουν την επιχειρησιακή σύμβαση ενώσεις προσώπων, αρκεί να μετέχουν τα 3/5 των εργαζομένων. Όπου υπάρχει σωματείο εκπροσωπεί το σωματείο. Αυτές οι επιχειρησιακές συμβάσεις υπερισχύουν των ομοιοεπαγγελματικών ούτως ή άλλως –πάντα αυτό προβλέπει η νομοθεσία, τώρα όσο διαρκεί το πρόγραμμα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας λόγω κρίσης και των κλαδικών- αλλά υποτάσσονται στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που προβλέπει τις βασικές εγγυήσεις και τον κατώτερο μισθό.

Επίσης, προβλέπει το άρθρο 37 ότι ο Υπουργός με κανονιστική πράξη –δηλαδή ο νόμος, γιατί η κανονιστική πράξη του Υπουργού Εργασίας είναι νόμος- μπορεί να επεκτείνει την ισχύ κλαδικής σύμβασης και στους μη συμβεβλημένους. Προσέξτε, όχι η ισχύς της σύμβασης, αλλά ο νόμος που υιοθετεί και επεκτείνει τη σύμβαση. Άρα, πάμε πάλι στην έννοια του νόμου που καθορίζει τους γενικούς όρους εργασίας.

Πότε εισήχθη στην έννομη τάξη η έννοια της κλαδικής σύμβασης; Μόλις το 1990 και οι περισσότερες συμβάσεις που εμφανίζονται ως κλαδικές, είναι ομοιοεπαγγελματικές και πάντοτε οι επιχειρησιακές συμβάσεις –που πολλά κόμματα και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κάποια στιγμή το 1970 και το Κομμουνιστικό Κόμμα ήθελαν εργοστασιακά σωματεία και επιχειρησιακές συμβάσεις- κατίσχυαν των ομοιοεπαγγελματικών. Αυτό λέμε. Αυτό είναι η όλη ρύθμιση.

Άρα, πού προσβάλλεται το άρθρο 22; Λέει το άρθρο 22 ότι πρέπει να έχουμε πολλά επίπεδα συλλογικών συμβάσεων; Δεν το λέει. Παρ’ όλα αυτά έχουμε στη χώρα μας σχεδόν τέσσερα επίπεδα. Για την ακρίβεια η τυπολογία του ισχύοντος νόμου περιλαμβάνει πέντε επίπεδα και επειδή οι κλαδικές είναι είτε τοπικές, είτε περιφερειακές, είτε εθνικές, έχουμε οκτώ επίπεδα.

Αν δείτε λοιπόν, το περιεχόμενο του άρθρου 37 υπάρχει απόλυτος σεβασμός στο άρθρο 22 και τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε και τις αποδοχές, όχι στο δημόσιο τομέα, αλλά στον ιδιωτικό τομέα; Ναι, έχει γίνει κατ’ επανάληψη στο παρελθόν. Δεν γίνεται τώρα όμως, παρά τη κρίση. Διαφυλάσσεται και ο κατώτερος μισθός και η διαπραγμάτευση των κοινωνικών εταίρων για τις αποδοχές και κυρίως για την προστασία των θέσεων εργασίας, γιατί εκεί βρίσκεται το μυστικό για την υπεράσπιση της απασχόλησης και την καταπολέμηση της ανεργίας. Γιατί η συλλογική σύμβαση μεριμνά για τον άνεργο; Δεν πρέπει ο νομοθέτης να μεριμνήσει για τον άνεργο που θέλει να βρει εργασία; Ποιος εκπροσωπεί τον άνεργο στη συλλογική σύμβαση και σε ποιο επίπεδο;

Πάμε λοιπόν, τώρα στην τελευταία ένσταση για το αφορολόγητο όριο. Ξέρετε ότι οι 5.000 είναι κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αφορολογήτου. Έχουμε την αίσθηση ότι το αφορολόγητο αφορά μόνο αυτούς που έχουμε εισόδημα μέχρι το αφορολόγητο όριο; Το αφορολόγητο όριο αφορά όλους τους φορολογούμενους. Το αφορολόγητο όριο ο κ. Παυλόπουλος τώρα το θεωρεί αντισυνταγματικό, ως Βουλευτής της Αντιπολίτευσης. Όταν ήταν Υπουργός Εσωτερικών και ο κ. Αλογοσκούφης ως Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών εισηγήθηκε στη Βουλή τη μείωση του αφορολογήτου ορίου για τους ελεύθερους επαγγελματίες και επιτηδευματίες, είχε άλλη θέση; Δεν είχε ανακαλύψει την αντισυνταγματικότητα της μείωσης του αφορολογήτου ορίου;

Τι σχέση έχει η φορολογική πολιτική και η σύλληψη της φορολογητέας ύλης με τις κοινωνικές και προνοιακές πολιτικές; Το μεγάλο πρόβλημα της φορολογικής πολιτικής είναι ότι πίσω από οριζόντιες και άνισες ρυθμίσεις κρύβονται διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις που θα έπρεπε να ρυθμιστούν επί του πεδίου με μέτρα κοινωνικής πολιτικής. Είναι το ίδιο να είσαι πολύτεκνος πολυεκατομμυριούχος με δέκα σπίτια και το ίδιο πολύτεκνος άνεργος; Ε, λοιπόν, πρέπει να στηρίζεται κοινωνικά μέσω της κοινωνικής πολιτικής και στοχευμένα αυτός που έχει ανάγκη, όχι με οριζόντιες ρυθμίσεις. Οι 5.000 είναι πολύ πάνω από το αφορολόγητο όριο της Πορτογαλίας, από το αφορολόγητο όριο της Ιρλανδίας και πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών με πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση. Άλλο η φορολογική πολιτική και άλλο η κοινωνική πολιτική.

Και να σας πω και κάτι; Όλα έχουν και ένα όριο, ξέρετε. Δηλαδή, εντάξει, να υποστούμε κριτική. Αλλά να υποστούμε κριτική και την επομένη που δώσαμε στη δημοσιότητα τον κατάλογο όσων εξήγαγαν τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό, που μπορεί να είναι 18 εκατομμύρια ευρώ, 15 εκατομμύρια ευρώ με μηδέν δηλωμένο εισόδημα;

Μου τα λέτε αυτά την επομένη που έδωσα στη Βουλή την ενδεικτική κατάσταση δεκαοκτώ ατόμων που εξήγαγαν εκατοντάδες χιλιάδες χωρίς δηλωμένο εισόδημα στην εφορία και επιδοτούνται ως άνεργοι από τον ΟΑΕΔ λόγω οριζόντιας πολιτικής;
Και καλά, είπαμε, εντάξει, να έρθετε να σώσετε τη χώρα. Αλλά να έρθετε από τα δεξιά, όχι να μας βγαίνετε και από τα αριστερά τώρα!

Λοιπόν, να κλείσουμε αυτήν την ιστορία, θα μου επιτρέψετε να σας παρακαλέσω: Αφήστε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Αντιπολιτεύσεως, τα δήθεν συνταγματικά και νομικά επιχειρήματα. Εδώ τα διλήμματα είναι πολύ μεγάλα, είναι ιστορικά και υπαρξιακά. Έχετε άλλη πρόταση που πιστεύετε ότι μπορείτε να την εφαρμόσετε; Πιστεύετε ότι έχετε πρόταση, η οποία είναι συγκροτημένη, υπεύθυνη, πρακτική, εφαρμόσιμη, που δεν θα καταστρέψει τη χώρα; Δεν έχετε! Να σας πω κάτι; Είναι χαρακτηριστικό της ιστορικής αμεριμνησίας σας το ότι πιστεύετε ότι έχετε. Πότε προλάβατε να ανανήψετε σε είκοσι τρεις μήνες και να θέλετε να ξανασώσετε τη χώρα; Έλεος πια! redsq

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2011