Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου, 2011

 

Ομιλία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών, κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ


left-red-arrowΑγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, η ελληνική κρίση είναι μια πολύ μικρή παράμετρος της κρίσης της Ευρωζώνης και της πολύ ευρύτερης κρίσης του διεθνούς νομισματικού και οικονομικού συστήματος. Καλούμαστε συνεπώς να διαχειριστούμε μια κατάσταση επικίνδυνη της οποίας είμαστε ένα πολύ μικρός συντελεστής.

Τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της κρίσης διαμορφώνονται ερήμην μας και εμείς πρέπει τώρα που καλούμαστε να διαχειριστούμε αυτή την οξύτατη φάση της κρίσης, να έχουμε θωρακίσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τον εαυτό μας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά την άμυνα της εθνικής οικονομίας. Είναι ένα ζήτημα που αφορά την υπόσταση της χώρας, το επίπεδο ζωής όλων των Ελληνίδων και όλων των Ελλήνων. Βεβαίως, εμείς μπορούμε να προσδιορίσουμε τη φυσιογνωμία μας και να ενισχύσουμε ή να μειώσουμε την οικονομική και πολιτική μας αξιοπιστία μέσα στην ευρωζώνη και μέσα στη διεθνή διαπραγμάτευση.


Πρέπει συνεπώς να κάνουμε μια βασική επιλογή. Μια επιλογή επί της αρχής. Σε αυτή την οξεία και ανεξέλεγκτη δυστυχώς φάση της διεθνούς κρίσης θα είμαστε όσο γίνεται περισσότερο θωρακισμένοι και ασφαλείς, ή θα αφήσουμε τον εαυτό μας έκθετο σε κινδύνους που τώρα δεν μπορούμε να τους δούμε όλους δια γυμνού οφθαλμού;

Το ερώτημα νομίζω ότι επιδέχεται μια και μόνη απάντηση: Είμαστε υποχρεωμένοι στο όνομα του ελληνικού λαού, στο όνομα της νέας γενιάς να θωρακίσουμε τη χώρα μας και να κάνουμε την πιο ασφαλή, την πιο σίγουρη, την πιο αποτελεσματική επιλογή.

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες ημέρες έχει ξανασυμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Δεν είναι η πρώτη φορά που οργανωμένες φήμες, διαρροές, αναλύσεις, εστιάζουν στην Ελλάδα, την καθιστούν αποδιοπομπαίο τράγο της Ευρωζώνης και της διεθνούς οικονομίας. Ποια; Την Ελλάδα που είναι βεβαίως μια από τις 30 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, παρά την κρίση και παρά την ύφεση, αλλά έχει μόλις το 2% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, μόλις το 3% του δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης. Την καθιστούν λοιπόν αποδιοπομπαίο τράγο, την ωθούν στην εστία της κρίσης, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουν ως αφορμή, ως πρόσχημα, ως δήθεν επιχείρημα ή ως μοχλό για μια οργανωμένη σπέκουλα που στοχεύει στην καρδιά του ευρώ, στην καρδιά της Ευρωζώνης.

Αυτό που μεσολάβησε από τις 21 Ιουλίου και μετά, ήθελε ούτε λίγο ούτε πολύ να θέσει για μια ακόμη φορά σε αμφισβήτηση την ικανότητα της Ευρωζώνης να αποφασίζει, να αποφασίζει πειστικά, να επιβάλει τις απόψεις της και να αποστομώνει τις δήθεν αγορές. Οι αγορές είναι προφανές ότι δεν αναγνωρίζουν στην Ευρωζώνη αυτή την πολιτική και θεσμική ικανότητα. Νομίζουν, και ίσως να μην έχουν σε μεγάλο βαθμό άδικο ότι το ευρώ είναι ένα νόμισμα διεθνές αποθεματικό, αλλά θεσμικά και πολιτικά ανυποστήρικτο και άρα είναι ένα πολύ ωραίο γήπεδο για να αναπτύσσονται οργανωμένες πιέσεις. Εδώ αυτό γίνεται με τις ΗΠΑ, δηλαδή με ένα ώριμο ομοσπονδιακό κράτος που έχει θεσμούς, που έχει παράδοση, που έχει μεγάλη ικανότητα να λαμβάνει γρήγορες αποφάσεις και να τις εφαρμόζει.

Είδατε πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα τους τελευταίους μήνες στις ΗΠΑ. Την αδυναμία να ληφθούν και εκεί θεσμικές αποφάσεις για τη διαχείριση του δημοσίου χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος. Είδαμε να  υποβαθμίζεται η ίδια η Αμερική από έναν οίκο αξιολόγησης. Ένας οίκος αξιολόγησης, μια μεσαίου μεγέθους ιδιωτική εταιρεία, έπληξε τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας της υπερδύναμης.

Αυτό είναι νομίζω η επιτομή του ασύμμετρου οικονομικού και νομισματικού πολέμου και η Ελλάδα βρίσκεται μέσα στη δίνη αυτή. Αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, δεν έχουν καμία σχέση με την κλασική, τυπική διαπραγμάτευση που κάνουμε για πέμπτη φορά τώρα με την τρόικα. Το ζήτημα δεν είναι τι αξιολόγηση κάνει η τρόικα και τι έκθεση θα συντάξει. Αυτό είναι το εύκολο μέρος της δουλειάς μας.

Με την τρόικα τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως τα έχω περιγράψει δημόσια, όπως τα έχει επιβεβαιώσει η ίδια η τρόικα με πολλές ανακοινώσεις της. Ήταν και είναι πάρα πολύ εύκολο να επέλθει συμφωνία γιατί τα πράγματα είναι σχεδόν αυτονόητα, σχεδόν προφανή. Και είχε επέλθει η συμφωνία αυτή και ανάμεσα σε εμένα και τον αρμόδιο Επίτροπο, κ. Olli Rehn.

Πού θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε με την τρόικα; Όταν η τρόικα λέει ότι πρέπει να επιταχυνθούν, να γίνουν επιτέλους πραγματικότητα οι διαρθρωτικές αλλαγές, μπορούμε εμείς να διαφωνήσουμε; Μας υπαγορεύει η τρόικα τις διαρθρωτικές αλλαγές; Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι ζωτική ανάγκη για την επιβίωσή μας, για την ανταγωνιστικότητα της χώρας, για να ανακτήσουμε τη θέση που μας αναλογεί στην ευρωπαϊκή και τη διεθνή αγορά.

Πρέπει να μας πιέσει η τρόικα για να έχουμε καλύτερη δημόσια διοίκηση; Καλύτερο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας; Καλύτερη εκπαίδευση; Καλύτερα Πανεπιστήμια; Μικρότερη φαρμακευτική δαπάνη; Ανοιχτή αγορά εργασίας; Υγιή ανταγωνισμό; Χαμηλότερες τιμές;

Πρέπει να μας πιέσει η τρόικα για να προχωρήσουμε τις ιδιωτικοποιήσεις, όπου η ιδιωτικοποίηση δεν είναι ταμειακός στόχος, αλλά ζωτική ανάγκη για ένα εξυπνότερο, καλύτερο, φτηνότερο κράτος στην υπηρεσία του πολίτη, με μικρότερη δημόσια δαπάνη, που δίνει επενδυτικές ευκαιρίες και δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας;

Άρα, δεν υπήρχε περιθώριο διαφωνίας για τις διαρθρωτικές αλλαγές και αυτό το διαπίστωσε ομόφωνα και πολύ καθαρά το Υπουργικό Συμβούλιο την περασμένη Τρίτη.

Ο δημοσιονομικός στόχος: Μπορούσαμε να μην ξεκινήσουμε τη συζήτηση από την κατάσταση της πραγματικής οικονομίας; Είναι προφανές ότι οι προγνώσεις δεν επαληθεύτηκαν. Το μείον 3,8% που ήταν η τελευταία επίσημη πρόγνωση της τρόικας -αλλά 3,9% ήταν και η πρόγνωση της Τράπεζας της Ελλάδος- τον περασμένο Μάιο πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, διαψεύστηκε επί τα χείρω.

Η ύφεση είναι 5,3% για τρίτη συνεχόμενη χρονιά και δυστυχώς έτσι δε θα έχουμε θετικό ρυθμό ανάπτυξης και το 2012, θα έχουμε έναν αισθητά μικρότερο, αλλά αρνητικό πάντα ρυθμό. Και θα είναι μια ύφεση για τέταρτη χρονιά. Έπρεπε να συζητήσουμε γιατί έχουμε μεγαλύτερη ύφεση και πως μπορούμε να ανασχέσουμε την ύφεση.

Δεν μπλοφάρει κανείς, ούτε θέτει σε κίνδυνο τη χώρα. Εάν νομίζει κάποιος ότι αυτές οι συζητήσεις είναι χαρτοπαικτικού χαρακτήρα, δεν έχει αίσθηση της σοβαρότητας των θεμάτων αυτών για τον Έλληνα πολίτη. Γιατί κάθε συζήτηση για την ύφεση και κάθε συζήτηση για το δημοσιονομικό στόχο, είναι μία συζήτηση για το πώς ζουν οι Έλληνες, τι εισόδημα έχουν, τι ποσοστό ανεργίας έχουμε, τι επενδύσεις μπορούν να γίνουν και τι φορολογικά και ασφαλιστικά βάρη κουβαλούν οι Έλληνες και πρέπει αυτό να είναι το πρώτο μας μέλημα.

Εάν μπορούσαμε και εάν μπορούμε να προστατέψουμε τον Έλληνα πολίτη, το νοικοκυριό, την επιχείρηση, τον άνεργο, τον εργαζόμενο, τον μικρομεσαίο και να μην του φορτώσουμε άλλα βάρη, εάν μπορούσαμε να του δώσουμε μία ενίσχυση, θα το κάναμε. Πρέπει να το κάνουμε, θέλουμε να το κάνουμε, αλλά βεβαίως αυτό το βάζεις στο τραπέζι προκειμένου να διαμορφώσεις μια ολοκληρωμένη στρατηγική.

Και η ολοκληρωμένη στρατηγική δεν εξαρτάται μόνο από το τι λέει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αλλά αυτός που πληρώνει τα περισσότερα. Ποιος πληρώνει τα συντριπτικώς περισσότερα, για να μπορέσουμε να εξυπηρετήσουμε το δημόσιο χρέος και να χρηματοδοτούμε και τα ελλείμματα που παράγουμε κάθε χρόνο ακόμη, ώσπου να φτάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα, όπως είπε προηγουμένως ο Πρωθυπουργός;

Οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης. Οι υπόλοιποι 16 -για την ακρίβεια οι υπόλοιποι 15, γιατί η Σλοβακία δε μετέχει στο πρώτο δάνειο- ανέλαβαν να πληρώσουν το πρώτο διακρατικό δάνειο των € 110 δισεκατομμυρίων (με εξαίρεση τα λεφτά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου βεβαίως τα € 30 δισ.) και τώρα η Ευρωζώνη καλείται να αναλάβει το δεύτερο πακέτο των € 109 δισεκατομμυρίων. Έχουν λόγο, λοιπόν, τα κράτη-μέλη και όσο μεγαλύτερο είναι ένα κράτος μέλος, τόσο μεγαλύτερο βάρος καλείται ν’ αναλάβει, άρα τόσο ισχυρότερη φωνή έχει.

Για σκεφτείτε τι δυσκολίες έχει το ελληνικό πολιτικό σύστημα και τι εικόνα δίνει προς τα έξω. Η αντιπολίτευση έχει μια, θα έλεγα, όχι πολύ γόνιμη στάση απέναντι στα πράγματα, δεν συμφωνεί με βασικές επιλογές για τη χώρα. Το επικοινωνιακό σύστημα είναι πολύ σκληρό, οι πολίτες αντιδρούν, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πιέζουν, στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας υπάρχει αγωνία μεγάλη, η κυβέρνηση προβληματίζεται και είμαστε ένα από τα ελάχιστα ευρωπαϊκά παραδείγματα ισχυρής, μονοκομματικής, σταθερής κυβέρνησης.

Πάμε τώρα στις υπόλοιπες 16 χώρες. Εκεί υπάρχουν επίσης Κοινοβούλια, κόμματα, συνδικάτα, εφημερίδες, τηλεοράσεις, διαδίκτυο, διανοούμενοι και υπάρχουν κυβερνήσεις ελάχιστες με νωπή εντολή, κάποιες που πάνε τώρα σε εκλογές, κάποιες που δοκιμάζονται κάθε λίγο και λιγάκι σε περιφερειακές ή τοπικές εκλογές, κυβερνήσεις υπηρεσιακές επί μήνες όπως το Βέλγιο, κυβερνήσεις συνεργασίας πάρα πολλές, όπου τα μικρότερα κόμμα, οι μικροί κυβερνητικοί εταίροι έχουν άποψη και θέλουν να έχουν και διαφοροποιημένη άποψη σε σχέση με τον πρώτο κυβερνητικό εταίρο. Γιατί συνήθως ο μικρότερος επωμίζεται μεγαλύτερο κόστος από την κυβερνητική φθορά.

Έχουμε κυβερνήσεις, οι οποίες στηρίζονται σε κόμματα ευρωσκεπτικιστικά, εθνικιστικά. Έχουμε κυβερνήσεις, οι οποίες πρέπει ν’ απολογούνται ή να παίρνουν προκαταβολική έγκριση από τα Κοινοβούλια για το κάθε τι. Και αυτά βεβαίως συνδέονται με τις αγορές, με το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, με τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Οι ευρωπαϊκές Τράπεζες συνολικά έχουν μεγάλες δυσκολίες στη δολαριακή τραπεζική αγορά. Αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλες δυσκολίες σε σχέση με τα χαρτοφυλάκιά τους γιατί είναι πάρα πολλές οι χώρες της Ευρωζώνη που βρίσκονται σε πρόβλημα. Δεν είναι η μόνο η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Είναι κι άλλες χώρες, η Ισπανία, η Ιταλία, το Βέλγιο.

Άρα, έχουμε ένα πολύ ευρύ και βαθύ πρόβλημα ν’ αντιμετωπίσουμε. Για σκεφτείτε αυτές τις μέρες τι γίνεται, γιατί ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, όπως είπα χθες χαρακτηριστικά, είναι δυο κολασμένοι μήνες και για την Ευρωζώνη και για την Ελλάδα. Γιατί έχουμε να περάσουμε από τα Κοινοβούλια των 17 κρατών-μελών της Ευρωζώνης, την τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου του EFSF. Και γιατί πρέπει οι 16 χώρες να λάβουν κοινοβουλευτική έγκριση για το νέο δάνειο προς την Ελλάδα και για την παροχή εγγυήσεων προς τις ελληνικές Τράπεζες και προς τις ξένες τράπεζες και τ’ ασφαλιστικά ταμεία για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στο PSI.

Κάθε κοινοβουλευτική συζήτηση, ανοίγει ένα πεδίο αμφισβητήσεων, ακριτομυθιών, σχολίων. Ο καθένας λέει με αρκετή άνεση, αυτό που σκέφτεται, χωρίς να είναι πάντα βέβαιο ότι υπολογίζει τις επιπτώσεις στις αγορές.

Επίσης, από τις 9 Σεπτεμβρίου, δηλαδή από την Παρασκευή, δεχόμαστε τις απαντήσεις από τους 57 Υπουργούς Οικονομικών ανά τον κόσμο, που έλαβαν την επιστολή μου, επιστολή συμφωνημένη με το Eurogroup στις λεπτομέρειές της, για την κίνηση της διαδικασίας του PSI. Και σας λέω με την ευκαιρία αυτή, ότι οι ώς τώρα απαντήσεις είναι πάρα πολύ ενθαρρυντικές για την επίτευξη του στόχου συμμετοχή του διεθνούς ιδιωτικού τομέα στο PSI. Αλλά τώρα εξελίσσεται και η διαδικασία αυτή. Τώρα κινούνται παράλληλα οι διαδικασίες στο δημόσιο τομέα και στον ιδιωτικό τομέα, σε πανευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τώρα, στις 22 Σεπτεμβρίου συνέρχεται η ετήσια Γενική Συνέλευση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Και ο Πρωθυπουργός θα συναντήσει την κα. Lagarde και εγώ θα πάω να μετάσχω στη Γενική Συνέλευση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και εκεί, οι χώρες οι μη ευρωπαϊκές, οι χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωζώνη αναρωτιούνται -το είπαμε πολλές φορές- γιατί τόση μεγάλη ενίσχυση στην Ευρωζώνη, στην Ελλάδα, στο κλαμπ των 30 ισχυρότερων χωρών του κόσμου; «Εμείς», λένε, «γεννηθήκαμε καταστατικά γι’ άλλους σκοπούς. Για τον τρίτο κόσμο, για τη Λατινική Αμερική, για την Ασία».

Ελάτε στη θέση των άλλων κι ελάτε στη θέση των διεθνών αγορών. Διότι αγορά δεν είναι μόνον οι τράπεζες, δεν είναι μόνο τα ασφαλιστικά ταμεία, είναι και μη ελεγχόμενοι φορείς οι οποίοι κινούνται κερδοσκοπικά, χωρίς να υπάρχει ένα ακριβές θεσμικό πλαίσιο.

Δεν υπάρχει πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, ούτε στην Ευρώπη, ούτε διεθνώς δυστυχώς. Αυτή είναι η περιδίνηση μέσα στην οποία βρισκόμαστε. Και βλέποντας όλα αυτά τα πράγματα, έπρεπε να κάνουμε μια εκτίμηση: Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Να παρατείνουμε λίγο τη δημοσιονομική προσαρμογή η οποία γίνεται αυτομάτως λόγω ύφεσης; Ή να θωρακίσουμε απολύτως τη χώρα ώστε να πετύχουμε την πλήρη εφαρμογή των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου;

Κάποιοι αμφισβήτησαν τη σημασία των αποφάσεων αυτών. Εάν σκεφτείτε τώρα πόση δυσκολία έχει η εφαρμογή των αποφάσεων, πόσοι είναι αυτοί που αντιτίθενται για τα δικά τους συμφέροντα στις αποφάσεις και πόσο πολύ χρειαζόμαστε τις αποφάσεις, καταλαβαίνετε αναδρομικά πόσο μεγάλη ιστορική αξία είχαν οι αποφάσεις αυτές και έχουν οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου.

Άρα, το ερώτημα -και αυτό κλήθηκε ν’ απαντήσει χτες το Υπουργικό Συμβούλιο, και αυτό καλούμαστε ν’ απαντήσουμε σήμερα εμείς οι 155 Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που πρέπει να έχουμε ίση ενημέρωση γιατί έχουμε ίση ιστορική ευθύνη- είναι: Θα παίξουμε με τους αριθμούς της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ 2011, 2012, 2013, ή θα δούμε τον ευρύ ορίζοντα και θα θωρακίσουμε τη χώρα για να βγούμε αλώβητοι στις 31 Οκτωβρίου, στο τέλος αυτών των παράλληλων διαδικασιών οπότε και θα έχουμε –μπορούμε να έχουμε και θα έχουμε αν μείνουμε σταθεροί και συνεπείς- μια εντυπωσιακή αποσυμφόρηση της κατάστασης;

Προφανώς το δεύτερο. Εάν αυτά όλα γίνουν και κλείσει το παζλ, τότε θ’ αλλάξουν τα επίπεδα ρευστότητας. Θα καταβληθούν μεγάλες δόσεις, θ’ αυξηθούν τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, θ’ αυξηθούν οι καταθέσεις του στις τράπεζες, θα ενισχυθούν οι τράπεζες ακόμη περισσότερο, θα κινηθεί διαφορετικά η πραγματική οικονομία. Θα πληρωθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μας προς την αγορά, θα πέσουν μόνο από το λόγο αυτό € 7 δισεκατομμύρια στην αγορά. Και θ’ αλλάξει η οικονομική ψυχολογία, θ’ αλλάξει η στάση των αγορών. Θ’ αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού των τίτλων που παρέχουν προς εγγύηση οι τράπεζες προκειμένου να μετέχουν στους μηχανισμούς του Ευρωσυστήματος.

Γιατί μέσω των τραπεζών συνάπτεται η σφαίρα η χρηματοοικονομική που διαχειριζόμαστε με τη σφαίρα της πραγματικής οικονομίας, εκεί που χτυπάει η καρδιά της κάθε επιχείρησης, του κάθε εργαζόμενου, του κάθε νοικοκυριού.

Άρα, το ερώτημα είναι: Θα κάναμε ένα «σκόντο» στον δημοσιονομικό στόχο του 2011 επειδή θα μπορούσαμε να πετύχουμε πιο εύκολα έναν λίγο αυστηρότερο στόχο το 2012, επειδή η απόσταση που έχουμε να διανύσουμε προς το πρωτογενές πλεόνασμα είναι μικρότερη ή πρέπει τώρα να δώσουμε μια απάντηση που λέει «πάμε μπροστά, πάμε πολύ δυνατά μπροστά να σταματήσει η γκρίνια, να σταματήσει η αμφισβήτηση, να στερήσουμε τα προσχήματα και τα άλλοθι»;

Δίνουμε, λοιπόν, αυτή την απάντηση, ότι πάμε μπροστά οργανωμένα επειδή θεωρούμε ότι τώρα πρέπει να κάνουμε αυτή την εκτίναξη, να βγάλουμε το κεφάλι μας απ’ το νερό, ν’ αναπνεύσουμε και να θωρακίσουμε τη χώρα αυτή την περίοδο που θα έχουμε πολλά προβλήματα, πολλές εντάσεις και άρα πολλούς κινδύνους. Αυτό το δίμηνο το οποίο έχει πάρα πολύ σημασία.

Γι’ αυτό είπαμε, όχι μόνο να πάρουμε αποφάσεις αλλά και να τις επικυρώσουμε θεσμικά με τον πιο επίσημο τρόπο, επιταχύνοντας και τη διαδικασία ψήφισης του προϋπολογισμού του 2012.

Και πρέπει να πω ότι μετά τη συνομιλία που είχα και ύστερα από εντολή του Πρωθυπουργού με τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης που του εξήγησα την κατάσταση, η απάντηση στο ερώτημα αν η Αξιωματική Αντιπολίτευση συμφωνεί στην επιτάχυνση της διαδικασίας ψήφισης του προϋπολογισμού του 2012 είναι καταφατική. Συμφωνεί. Και αυτό είναι κάτι σημαντικό ως μήνυμα. Είναι μια διαδικαστική, έστω, συναίνεση, όπως έγινε και με τον εφαρμοστικό νόμο και το μεσοπρόθεσμο, που έχει πολύ μεγάλη σημασία. γιατί πρέπει να υπάρχει μια καθαρή συνεργασία Κυβέρνησης-Αντιπολίτευσης. Η Κυβέρνηση είναι Κυβέρνηση , η Αντιπολίτευση είναι Αντιπολίτευση, αλλά το έργο είναι εθνικό. Και η ευθύνη είναι ιστορική.

Προσαρμόζεται ο δημοσιονομικός στόχος σε σχέση με την ύφεση ούτως ή άλλως; Η απάντηση είναι: Ναι. Διότι πάρα πολύ απλά, ο στόχος είναι ευτυχώς διατυπωμένος σε απόλυτους αριθμούς. Στόχος μας είναι το 2011 να έχουμε έλλειμμα € 17,1 δισεκατομμυρίων. Προσέξτε, έλλειμμα δημοσιονομικό. Όχι πρωτογενές. Αυτό το έλλειμμα τώρα που μειώνεται ο παρονομαστής, γιατί μειώνεται το ΑΕΠ λόγω ύφεσης, μας δίνει ένα ποσοστό επί τοις εκατό του ΑΕΠ το οποίο είναι μεγαλύτερο. Αλλά ο στόχος σε απόλυτους αριθμούς είναι δεδομένος και αυτόν πρέπει να υπηρετήσουμε.

Πρέπει να υπηρετήσουμε αυτό τον απόλυτο αριθμητικό στόχο, που, όπως ακούσατε προηγουμένως από τον Πρωθυπουργό, μας επιτρέπει να έχουμε φέτος πρωτογενές έλλειμμα, που χρηματοδοτείται από τους εταίρους μας πάλι όλο και το πρωτογενές και η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, μόλις € 1,8 δισ.- και από νωρίς την άνοιξη του 2012 να βγούμε στο ξέφωτο των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αυτός είναι ο απόλυτος θώρακας, ο πολιτικός, ο δημοσιονομικός, ο νομισματικός, γιατί επιτέλους έχεις περισσότερα έσοδα απ’ ό,τι δαπάνες και δεν έχεις κανένα πρόβλημα με την ετήσια οικονομική σου διαχείριση. Και επειδή γίνεται πολύ κουβέντα για τις δαπάνες πρέπει να σας πω, ότι είναι δραστική η περικοπή -αυτό που λέμε λειτουργικές δαπάνες είναι μόλις € 7 δισεκατομμύρια, είναι λιγότερο από το 10% του συνόλου των δαπανών- αλλά όταν μειώνονται οι εισφορές που εισπράττει το  ΙΚΑ και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία έχεις ένα πρόβλημα αύξησης της επιχορήγησης, αν θες να διατηρήσεις τις συντάξεις στα ίδια επίπεδα.

Άρα, αυτό είναι το μεγάλο δίδυμο πρόβλημα: δημοσιονομικά έσοδα, ασφαλιστικά έσοδα, κοινή αντιμετώπιση φόρων–εισφορών, ενιαίος φορέας είσπραξης και ενιαία αντιμετώπιση στο πλαίσιο του εθνικού φορολογικού συστήματος.

Τα έσοδα, όμως, είναι λιγότερα απ’ ό,τι έχουμε υπολογίσει. Υπολειπόμεθα κατά € 2 και πλέον δισεκατομμύρια. Γιατί; Γιατί έχουμε την ύφεση και την δυσπραγία, γιατί υπάρχουν εσφαλμένοι υπολογισμοί, υπεραισιόδοξοι σε ορισμένα κονδύλια, και γιατί βεβαίως έχουμε προβλήματα με τη φορολογική διοίκηση, η οποία δεν αποδίδει αυτά που θέλουμε να αποδώσει γι’ αυτό αλλάζουμε ριζικά τη φορολογική διοίκηση και αυτό θα ολοκληρωθεί σε λίγες εβδομάδες με το Εθνικό Φορολογικό Σύστημα.

Ναι, έχουμε υστερήσεις. Έχουμε, λοιπόν, αυτό το πρόβλημα, που δεν είναι μόνο τα δύο τελευταία χρόνια, είναι 180 χρόνια, αλλά βεβαίως σημασία έχει τώρα τι θα κάνουμε τις επόμενες τρεις εβδομάδες, γιατί τώρα έχουμε ενεργοποιήσει ιδιώτες, τώρα έχουμε αυτοματοποιήσει τους ελέγχους και εν πάση περιπτώσει δεν μηδενίζουμε τίποτα γιατί γίνανε πάρα πολλά τα προηγούμενα δύο χρόνια, γιατί πριν από τα προηγούμενα δύο χρόνια είχαν υπάρξει τα προηγούμενα 5,5 χρόνια τα οποία δεν πρέπει να τα ξεχνάμε.

Κακώς ξεχνάμε τα προηγούμενα πεντέμισι χρόνια. Εν πάση περιπτώσει υπάρχει ένα βάρος που καλείται να σηκώσει, με βάση το μεσοπρόθεσμο και τις δεσμεύσεις μας, η ελληνική πραγματική οικονομία, αυτό είναι € 54 δισ., αυτό δεν αλλάζει.

Αλλά όταν έχουμε μέτρα που δεν αποδίδουν είμαστε υποχρεωμένοι να υποκαταστήσουμε τα μέτρα αυτά και αναζητούμε έναν μηχανισμό υποκατάστασης που δεν αυξάνει το συνολικό βάρος. Αυτό το μέτρο που επιβάλλεται με τη μορφή της ειδικής εισφοράς στην  ακίνητη περιουσία, στη δομημένη επιφάνεια, μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ με τον πιο κλιμακωμένο αναλογικά και κοινωνικά δίκαιο τρόπο, γιατί υπάρχει μια κλίμακα που πηγαίνει από το 1 έως το 20, καθώς ξεκινάμε από € 0,50 και πάμε στα € 10,00.

Άρα, είναι άλλο πράγμα να έχεις μια μικρή ιδιοκτησία σε μια λαϊκή περιοχή ή κάπου στην ελληνική περιφέρεια και άλλο πράγμα να έχεις μια μεγάλη ιδιοκτησία στα βόρεια προάστια των Αθηνών. Υπάρχει κοινωνική διαίρεση του χώρου, ταξική διαίρεση του χώρου, υπάρχει και εσωτερική αναλογικότητα και δικαιοσύνη.

Και εν πάση περιπτώσει, ας δούμε λίγο μακροσκοπικά το πρόβλημα της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας στην Ελλάδα: γιατί δεν έχουν πετύχει οι μηχανισμοί οι φορολογικοί ως τώρα; Γιατί δεν συνδέουμε το δηλωμένο εισόδημα με την πραγματική περιουσία. Οι περιουσίες που είναι; Οι περιουσίες είναι σε κινητές αξίες, σε χρήματα, σε καταθέσεις, σας θυμίζω ότι έχει αρθεί το τραπεζικό απόρρητο με πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση, κυρίως όμως είναι σε ακίνητα.

Έχω πει και χθες είπα στη συνέντευξη του Πρωθυπουργού, ότι με βάση το Ε9 του 2009 (βεβαίως η αγορά δεν πηγαίνει προς το καλύτερο, προς το χειρότερο πήγε, αλλά πάντως αυτό είναι μία ένδειξη), με αντικειμενικές αξίες όπως τις προσδιορίζει ο κάθε φορολογούμενος η ακίνητη περιουσία στην οποία έχουν επενδύσει οι Έλληνες ξεπερνάει τα 400 δισεκατομμύρια ευρώ.

Άρα, δείτε πόσο μικρό ποσοστό επιβάρυνσης είναι αυτό για το οποίο μιλάμε. Αλλά έχουμε € 400 δισεκατομμύρια, όταν το δημόσιο χρέος είναι € 360 δισεκατομμύρια, όταν το ΑΕΠ είναι τώρα € 215 δισεκατομμύρια, είναι το 200% του ΑΕΠ της χώρας με βάση τα τωρινά δεδομένα.

Αλλά έχουμε πλήρη συνείδηση ότι μπορείς να έχεις περιουσία, αλλά να μην έχεις εισόδημα, υπάρχει και το αντίστροφο, όχι να το κρύβεις, αλλά να μην το έχεις. Ξέρουμε, επίσης, ότι τώρα συσσωρεύονται πολλά,  ότι ο πολίτης παίρνει ένα τριπλό εκκαθαριστικό μέσα στο Σεπτέμβριο και πρέπει να πληρώσει με βάση το μεσοπρόθεσμο και τον εφαρμοστικό νόμο, ότι έχουμε το τέλος για τα αυθαίρετα, ότι πράγματι συσσωρεύονται πολλά, έχουμε πλήρη και απόλυτη συνείδηση.

Και γι’ αυτό θέλαμε για λόγους ηθικής θεμελίωσης αυτών που λέμε να εξαγγείλουμε και ένα μέτρο που αφορά εμάς τους ίδιους, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς, τους Βουλευτές, τους αιρετούς της Αυτοδιοίκησης, τους μετακλητούς λειτουργούς, την περικοπή ενός ακόμη μισθού, όχι γιατί περισσεύει από τους βουλευτές ο μισθός, αλλά γιατί πρέπει να δείξουμε ότι και στην πρόσθετη θησία είμαστε πρώτοι.

Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, όπως μεγάλη σημασία έχει να επιταχύνουμε και θα επιταχύνουμε  με τη βοήθειά σας τη διαδικασία ψήφισης του Εθνικού Φορολογικού Συστήματος, προκειμένου εκεί όλα αυτά να τα δούμε με ενιαίο τρόπο. Γιατί μόνον όταν βάλεις κάτω όλα μαζί βλέπεις αν υπάρχουν αστοχίες, αδικίες, ανισότητες, εσφαλμένες εκτιμήσεις, μπορεί και ο άλλος να καταλάβει ότι η μεταχείρισή του η νομοθετική είναι δίκαιη σε σχέση μ’ αυτό που συμβαίνει στο διπλανό του. Με απλότητα, με διαφάνεια, με σταθερότητα, ώστε να μπορούμε όλοι να ξανά κοιταχτούμε σε έναν καθρέφτη.

Και το Εθνικό Φορολογικό Σύστημα θα είναι ο καθρέφτης μέσα από τον οποίον θα ξανά γνωριστούμε ως κοινωνία, ως οικονομία, ως αγορά, ως κράτος, ως πολιτικό σύστημα.

Δεν είναι εύκολο να παίρνουμε τέτοιες αποφάσεις. Για κανέναν δεν είναι εύκολο, για κανέναν εδώ μέσα. Αλλά εάν δεν πάρουμε αυτές τις αποφάσεις, τι θα ήταν η Ελλάδα αυτή τη στιγμή; Θα ήταν το εύκολο επιχείρημα στο στόμα όλων που θέλουν να δουν την ευρωζώνη να διαλύεται, την Ελλάδα να πτωχεύει για να επιβεβαιώσουν τις θεωρίες τους ή τα κερδοσκοπικά τους σχέδια και τελικά ο ελληνικός λαός θα ήταν για πολλοστή φορά στην ιστορία του ένα πειραματόζωο στις διεθνείς εξελίξεις, όπως έγινε και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως έγινε και το ’67.

Λοιπόν, αυτός είναι ένα νομισματικός πόλεμος. Εάν κερδηθεί οι πιο πολλοί θα θυμούνται μόνον τις θυσίες που έχουν υποστεί και θα μας καταλογίζουν το γεγονός ότι περικόψαμε μισθούς, συντάξεις ή ότι επιβάλαμε φόρους. Εάν χαθεί η χώρα θα αλλάξει πρόσωπο, θα χάσει δεκαετίες δουλειάς και προόδου. Το συσσωρευμένο εθνικό κεφάλαιο θα απαξιωθεί και τότε δεν θα μιλάμε για πολιτικό κόστος, γιατί θα είναι πάρα πολύ μεγάλο το ιστορικό και εθνικό κόστος.

Λοιπόν, έχουμε βρεθεί ο Πρωθυπουργός, η Κυβέρνηση, όλες και όλοι που είμαστε στην αίθουσα αυτή ως βουλευτές του ΠΑΣΟΚ αντιμέτωποι μ’ αυτό το ερώτημα. Πρέπει να το θέσουμε με ειλικρινή τρόπο στον ελληνικό λαό και να απαντήσουμε με ειλικρινή και θαρραλέο τρόπο.

Αυτό έκανε το Υπουργικό Συμβούλιο χθες, αυτό είμαι βέβαιος ότι κάνει η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ σήμερα. Πρέπει να προχωρήσουμε γρήγορα τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και πρέπει με θάρρος να πούμε τα επιχειρήματά μας. Με θάρρος, ευθύτητα και ειλικρίνεια στον ελληνικό λαό.

Δεν πρόκειται για μία στρατηγική του φόβου, δεν πρόκειται για κινδυνολογία και εκβιαστικά διλήμματα, πρόκειται δυστυχώς για μία πάρα πολύ σκληρή πραγματικότητα που δεν την διαμορφώνουμε μόνοι μας, αλλά την διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί.

Και πρέπει να θωρακίσουμε το έθνος, πρέπει να προστατεύσουμε την πατρίδα, πρέπει να δώσουμε ελπίδα στους Έλληνες και ιδίως στη νέα γενιά. Είναι αυτή η ώρα κρίσιμη και ιστορική, το έχετε ακούσει πολλές φορές βέβαια τους τελευταίους 22 μήνες, αλλά τώρα ο ορίζοντας είναι συγκεκριμένος. Γιατί τώρα μπορεί πράγματι να κλείσει ένας ολόκληρος κύκλος ο οποίος έχει αποφασιστεί και ο οποίος αυτή τη στιγμή δεν σχετίζεται μόνο με την Ελλάδα, αλλά σχετίζεται με το σύνολο της ευρωζώνης και αυτό είναι μια μεγάλη ευθύνη, αλλά και ένα μεγάλο επιχείρημα για μας.

Πρέπει, λοιπόν, να απαντήσουμε με ευθύτητα και ευθύνη και πρέπει να αναλάβουμε όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες.

Σας ευχαριστώ. redsq

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΠΑ.ΣΟ.ΚΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2011