Αθήνα, 7 Νοεμβρίου 2012

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Πρόεδρου του ΠΑΣΟΚ,
στη συζήτηση στη Βουλή για την έγκριση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -
Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4046/2012

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ άρχισε την ομιλία του λέγοντας πως του φάνηκε σαν επικήδειος η ομιλία του Πρωθυπουργού. Και τον δικαιολογώ, γιατί σκέφτεται με όρους κηδείας. Σκέφτεται με όρους κηδείας γιατί επενδύει πολιτικά στο θάνατο της χώρας. Αυτή είναι η πολιτική του. Επιχαίρει με τα προβλήματα, θέλει να παρακολουθεί την όξυνση της κοινωνικής κρίσης. Μέσα από το αδιέξοδο, νομίζει ότι με έναν αυτόματο τρόπο θα βρεθεί το κόμμα του και ο ίδιος στην εξουσία.

Θεωρεί ότι έχει πείσει πολιτικά και ιδεολογικά τον ελληνικό λαό. Όχι, τον βρήκαν και τον χρησιμοποιούν ως πολιτικό όχημα το ΣΥΡΙΖΑ κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν την κρίση, έχουν συγκρουσθεί με τα προβλήματα, βιώνουν οι ίδιες την κρίση προσωπικά και οικογενειακά, αλλά δίνουν μία μάχη οπισθοφυλακής.

Πιστεύει ο κ. Τσίπρας ότι εκφράζει ριζοσπαστικές απόψεις, ενώ εκφράζει τον δήθεν αριστερό συντηρητισμό μιας κοινωνίας, η οποία πρέπει να ξαναγνωριστεί με τον εαυτό της. Αυτό συμβαίνει εδώ μέσα. Γίνεται μία μάχη ανάμεσα στο μέλλον και την εμμονή στο παρελθόν και θα κερδίσει το μέλλον. Γιατί η πρόοδος επικοινωνεί με το μέλλον, όχι συγκυριακά και στιγμιαία, αλλά ιστορικά και στρατηγικά.

Ζητάει εκλογές ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, τέσσερις μήνες μετά από μια διπλή εκλογική αναμέτρηση, που έχει προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις, αλυσιδωτές, στην οικονομία και μας έφερε στην ανάγκη να διεκδικούμε και πάλι αυτά που κατακτήσαμε στη συμφωνία του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου του 2012.

Αλλά, απευθύνεται στον ελληνικό λαό όταν ζητάει εκλογές; Όχι, θέλει να επιλύσει τον εσωτερικό διχασμό του κόμματος του. Απαντάει στον κ. Λαφαζάνη όταν ζητάει εκλογές, γιατί με την ειλικρίνεια που τον διακρίνει ο κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος είπε αυτό που είναι η πρόδηλη αλήθεια: Πως φυσικά δεν είναι ώριμος και έτοιμος ο ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει εξουσία, να διεκδικήσει εξουσία, να χαράξει την εθνική στρατηγική.

Και είδα το επίπεδο της επιχειρηματολογίας, του νέου πολιτικού ύφους και του νέου πολιτικού ήθους: Το Μουσείο της Ακρόπολης, οι προσλήψεις των καταγομένων από την Καλαμάτα. Αυτό είναι το επίπεδο της φτήνιας και της ένδειας πολιτικών επιχειρημάτων. Και η λίστα Λαγκάρντ. Ο αγαπημένος του, ο προστατευόμενός του, ο κ. Βαξεβάνης, ο οποίος μου προσέφερε πράγματι πολύ μεγάλη υπηρεσία με τη δημοσίευση, γιατί όποιος είδε τα ονόματα κατάλαβε ότι ο μόνος που δεν είχε να κρύψει τίποτα ή να προστατεύσει κανέναν, ήμουν εγώ.

Αλλά για πείτε μου, κ. Τσίπρα, που σπεύσατε να προσφέρετε πολιτική στήριξη σε αυτόν που δημοσίευσε τα ονόματα -και καλά έκανε και καλά αθωώθηκε και κακώς διώχθηκε με το αυτόφωρο γιατί αυτό ήταν καμπάνια για το έντυπό του δωρεάν.

Η πηγή του κ. Βαξεβάνη που του έδωσε τη λίστα, ποια είναι; Είναι αυτός που την είχε και είπε ψέματα στη Δικαιοσύνη και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Συγκαλύπτετε αυτόν που συγκαλύπτει τον συγκαλύψαντα τη λίστα. Αυτός που την έδωσε στον κ. Βαξεβάνη κι εσείς χοροπηδούσατε πολιτικά δίπλα του. Αυτός είπε ψέματα, όποιος την έδωσε. Ρωτήστε τον προστατευόμενό σας. Γιατί επενδύετε στις πολιτικές αθλιότητες και εγκλωβίζεστε σε αυτές.

Μία ερώτηση θα σας κάνω μόνο: Η μεγαλύτερη πρωτοβουλία που πήραμε στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής, ήταν η καθολική άρση του τραπεζικού απορρήτου. Μπορούμε έτσι να δούμε όλες τις καταθέσεις διαχρονικά, φοροδιαφυγές και ξεπλύματα για 240 δισ. ευρώ καταθέσεων, όχι για λίγα εκατομμύρια στην Ελβετία το 1996. Γιατί το κόμμα σας καταψήφισε δύο φορές την άρση του τραπεζικού απορρήτου; Αυτό να μου πείτε.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, από το 2000 έως τώρα, επί τρία χρόνια, η χώρα βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με δύο δυσβάσταχτες επιλογές: Η μια είναι δραματικά δύσκολη, η άλλη είναι απόλυτα καταστροφική, ιδίως για τους φτωχότερους και πιο αδύναμους.

Οι λόγοι για τους οποίους βρεθήκαμε μπροστά σε αυτό το τραγικό δίλημμα δεν είναι συγκυριακοί, δεν αφορούν χειρισμούς κάποιων μηνών ή κάποιων ετών. Είναι βαθύτατα ιστορικοί και διαρθρωτικοί. Αφορούν τον τρόπο με τον οποίον συγκροτήθηκε το νέο ελληνικό κράτος, η οικονομία, η κοινωνία, όχι μόνο από τη μεταπολίτευση και μετά, αλλά και πολύ προηγουμένως.

Όμως, αυτό που τίθεται ως ερώτημα είναι -διότι αυτό είναι το σόφισμά σας επί τρία χρόνια τώρα: Μήπως είναι δική μας επιλογή η ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή, μέσα σε λίγα χρόνια, με σκληρά μέτρα, υπό συνθήκες βαθιάς σωρευτικής ύφεσης, που μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα και οδηγεί την κοινωνία στα όρια της αντοχής της; Προφανώς όχι. Είναι δική μας επιλογή; Αλίμονο.

Είχαμε όμως ως χώρα, ως κοινωνία, ως πολιτικό σύστημα, άλλη επιλογή, όταν βρεθήκαμε μπροστά σε κρίση χρέους, κρίση δανεισμού, κρίση δημοσιονομικού ελλείμματος, κρίση ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών;

Μπορούσαμε μήπως στις αρχές του 2010 να προβούμε σε μονομερή αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους που διεπόταν από το ελληνικό Δίκαιο; Μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό χωρίς τη στήριξη και τη συμφωνία της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι.

Χρειαζόμασταν τη διαρκή χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για να κρατηθεί ζωντανό το πιστωτικό σύστημα της χώρας, για να μην αποσυρθούν ή για να μην δεσμευθούν όλες οι καταθέσεις, για να μην καταρρεύσει η τραπεζική και η πραγματική οικονομία, για να υπάρχει στοιχειώδης ρευστότητα.

Χρειαζόμασταν δάνειο από τους εταίρους μας για να καλύψουμε όχι την εξυπηρέτηση του χρέους, αλλά το πρωτογενές έλλειμμα, το οποίο ήταν 24 δισ. ευρώ, 12,5% του ΑΕΠ. Το πρωτογενές έλλειμμα! Για να πληρώνονται μισθοί και συντάξεις, για να λειτουργούν σχολεία και νοσοκομεία, για να υπάρχουν χειρουργεία και γάζες, κ. Τσίπρα, για τα οποία χύσατε δάκρυα σήμερα.

Αλλιώς έπρεπε να ισοσκελίσουμε μόνοι μας, αμέσως, μέσα σε λίγες μέρες, το πρωτογενές έλλειμμα των 24 δισ. ευρώ του 12,5% του ΑΕΠ. Όχι σε χρόνια, μέχρι το 2016, αλλά σε μέρες, για να σταθεί το κράτος όρθιο. Μα άμεσες δρακόντειες περικοπές μισθών και συντάξεων, με άμεσες δρακόντειες φορολογικές επιβαρύνσεις. Αυτή είναι η αλήθεια. Τα άλλα είναι θεωρίες.

Τα ερωτήματα συνεπώς είναι:

-        Αφ' ης στιγμής η Ελλάδα βρέθηκε εκτός αγορών και στην ανάγκη να ζητήσει στήριξη από τους εταίρους, ποιος και υπό ποιους όρους χρηματοδοτεί τη μείωση του ελλείμματος;

-        Ποιος και υπό ποιους όρους χρηματοδοτεί την αναδιάρθρωση και εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους;

-        Ποιους και υπό ποίους όρους χρηματοδοτεί τις Τράπεζες, άρα τις καταθέσεις και όχι μόνο τις καταθέσεις, τις χορηγήσεις. Γιατί οι καταθέσεις υπάρχουν, για να υπάρχουν δάνεια, για να ανανεώνονται, να διευθετούνται, να ρυθμίζονται, να υπάρχει πιστοδοτική ικανότητα, να υπάρχει οικονομία.

-        Με άλλα λόγια, ποιος κρατά ζωντανή την οικονομία, έστω υπό συνθήκες βαθιάς σωρευτικής ύφεσης και μεγάλης ανεργίας;

Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι αποτέλεσμα διανοητικής διαδικασίας, τύπου Wittgenstein ότι «το ανθρώπινο μυαλό εάν θέσει το ερώτημα έχει την ικανότητα και να το απαντήσει». Αυτά τα ερωτήματα προκύπτουν μέσα από τη ζωή και την πραγματικότητα, τη βίαιη και τη βάρβαρη, της διεθνούς οικονομίας. Γιατί είμαστε μέσα σε ένα διεθνές οικονομικό σύστημα. Είμαστε μέσα σε ευρωπαϊκούς συσχετισμούς εξαιρετικά δύσκολους και εξαιρετικά συντηρητικούς, που δυστυχώς επιβεβαιώνονται σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις από την πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών στις κρίσιμες χώρες.

Αλλά δεν υπάρχει καλύτερο πλαίσιο από το ευρωπαϊκό για τη χώρα μας και τον Έλληνα πολίτη. Αυτό, το συντηρητικό, που πρέπει να αγωνιστούμε με τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες να το ανατρέψουμε.

Η κρατούσα ευρωπαϊκή πολιτική είναι αναμφίβολα μυωπική και εσφαλμένη. Είναι μια πολιτική τιμωρητικού χαρακτήρα σε σχέση με τις χώρες που δεν είχαν εφαρμόσει αντικυκλικές πολιτικές, δεν είχαν μειώσει τα ελλείμματά τους και δεν είχαν καταστήσει βιώσιμο το χρέος τους την περίοδο των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης.

Τώρα επιβάλλουν στις χώρες αυτές, με κορυφαίο παράδειγμα την Ελλάδα (αλλά εκτός από την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Κύπρο, όλες τις χώρες, τη Γαλλία την ίδια), την εφαρμογή σκληρών προκυκλικών πολιτικών, που βαθαίνουν την ύφεση γιατί αξιώνουν γρήγορη μείωση των ελλειμμάτων υπό συνθήκες ύφεσης.

Αλλά δυστυχώς -δυστυχώς!- αυτή είναι η υφιστάμενη ευρωπαϊκή πολιτική και αυτές είναι οι μόνες πηγές χρηματοδότησης του ελλείμματος και η μόνη ασφαλής πορεία αναδιάρθρωσης του χρέους. Δεν υπήρξαν ποτέ άλλες πηγές στήριξης ούτε ρώσικες, ούτε αραβικές, ούτε κινέζικες. Δεν υπάρχουν ούτε καν για την πολύ μικρή οικονομία της Κύπρου. Δεν υπήρχε πρακτικά άλλη επιλογή.

Όλα τα άλλα κινούνται είτε στο επίπεδο της συνωμοσιολογίας, είτε στο επίπεδο της ανυποψίαστης θεωρητικής συζήτησης. Έχουμε δει τη στάση των μεγάλων μη ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στην Ελλάδα, στο Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Είναι όλες πιο εχθρικές και πιο σκληρές από τις χώρες της Ευρωζώνης!

Βοηθάει στο σημείο που είμαστε να θυμηθούμε συνοπτικά το ποια είναι η συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές μας.

Αυτοί, χρηματοδοτούν το έλλειμμά μας, πρωτογενές μέχρι και φέτος και δημοσιονομικό και φέτος αλλά και για όλα τα χρόνια έως την επάνοδο της Ελλάδας στις αγορές. Χρηματοδοτούν την εξυπηρέτηση και την ασφαλή και ελεγχόμενη αναδιάρθρωση και βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Το κάνουν αυτό με ένα δάνειο 240 δισ. ευρώ που στην αρχή ήταν μόλις 110 δισ. ευρώ, βραχυχρόνιο και ακριβό, αλλά στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2012 έγινε πολύ μεγαλύτερο, μακροχρόνιο και αρκετά πιο φτηνό.

Εμείς, η Ελλάδα, υπό την πίεση των καταστάσεων δεχτήκαμε να εφαρμόσουμε πολιτικές άμεσου περιορισμού του ελλείμματος με περικοπή δαπανών και αύξηση εσόδων, παρά την ύφεση. Στην αρχή αυτό προβλεπόταν μέχρι το 2011, μετά μέχρι το 2014 με ρήτρα παράτασης σε περίπτωση βαθύτερης ύφεσης. Αυτή δεν είναι η δική μας επιλογή, είναι η αναγκαστική παραδοχή μιας κατάστασης και ενός συσχετισμού δυνάμεων.

Το άλλο σκέλος του προγράμματος όμως, οι διαρθρωτικές αλλαγές, είναι μια επιλογή που έπρεπε να την έχουμε κάνει εδώ και χρόνια, είναι μια επιλογή αναγκαία και σωτήρια για την ανταγωνιστικότητα και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Εκεί είναι ντροπή να μας πιέζουν να αλλάξουμε τα δεδομένα. Και είναι ντροπή να ανθιστάμεθα και να θεωρούμε ότι εκβιαζόμαστε.

Αυτό αφορά και τα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων που πράγματι από τα 50 δισ. ευρώ αρχικά που ήταν μη ρεαλιστικά, τελικά τοποθετήθηκαν στο ρεαλιστικό επίπεδο των 19 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της μερικής αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου, που εν δυνάμει είναι πολύ μεγαλύτερη, εάν η χώρα κάνει τη στροφή.

Έχουμε πλήρη συνείδηση του τι συμβαίνει στη χώρα, τι συμβαίνει σε κάθε σπίτι, τι συμβαίνει με κάθε άνεργο, με κάθε επιχειρηματία που παιδεύεται, με κάθε εργαζόμενο που αγωνιά για τη δουλειά του. Γνωρίζουμε πολύ καλά τι συμβαίνει σε όλη τη χώρα, στις αγροτικές περιοχές, στις μεγάλες πόλεις, εκεί όπου χτυπάει η καρδιά και η αγωνία του Έλληνα.

Η ύφεση πράγματι είναι πρωτοφανής. Πολεμικού χαρακτήρα! Θα φτάσει στο τέλος του προγράμματος το 25%. Η ανεργία είναι κολοσσιαία, δραματική, έχει ξεπεράσει τα ισπανικά επίπεδα που τα βλέπαμε με τρόμο. Έχει μειωθεί η αγοραστική δύναμη κατά παραπάνω από 25% κατά μέσο όρο.

Αλλά, η Ελλάδα έχει μείνει στην Ευρωζώνη, παρά τις αμφίσημες και βλαπτικές δηλώσεις σχετικών και ασχέτων παραγόντων διεθνώς.

Έχει μειωθεί κατά τα 2/3 ήδη το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που σε μεγάλο βαθμό αποδίδει το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Έχει υποστεί ήδη μια μεγάλη αναδιάρθρωση το δημόσιο χρέος και πρέπει να γίνουν συμπληρωματικές παρεμβάσεις, ώστε αυτό να είναι πραγματικά βιώσιμο.

Η Ελλάδα έχει αποφύγει τη χρεοκοπία με τη νομική έννοια του όρου, που είναι όμως οικονομικά εξαιρετικά σημαντική.

Έχει στηριχθεί το τραπεζικό σύστημα, όχι με την έννοια της στήριξης των τραπεζιτών, αλλά όπως σας είπα των καταθέσεων, των χορηγήσεων, της ρευστότητας.

Και βεβαίως έχουμε διανύσει τα δύο τρίτα της δημοσιονομικής προσαρμογής χάριν στις θυσίες του ελληνικού λαού και έχουμε μηδενίσει το πρωτογενές έλλειμμα κατά 24 δισ. ευρώ, πρωτοφανές επίτευγμα στην ιστορία των δυτικών οικονομιών, 12,5 μονάδες του ΑΕΠ προσαρμογή, βεβαίως με τεράστιο κόστος, αλλά το κεκτημένο είναι επίσης πολύ σημαντικό.

Ποια ήταν η άλλη επιλογή; Είχαμε άλλη επιλογή;

Μία επιλογή θα ήταν η έξοδος από το ευρώ και η επάνοδος στη δραχμή, με εξωτερική υποτίμηση της τάξεως του 60%, δίπλα στο 25% με 30% που ήδη έχει απολέσει η αγοραστική δύναμη, δηλαδή απώλεια 85%.

Ή να μη βγούμε από το ευρώ, αλλά να μείνουμε νεκροί και σερνόμενοι μέσα στο ευρώ, με παύση πληρωμών; Με μονομερές μορατόριουμ στην εξυπηρέτηση του χρέους; Δηλαδή, όχι απλά και μόνο πιστωτικό γεγονός, αλλά διασταυρωμένα πιστωτικά γεγονότα, που θα οδηγούσαν σε απόλυτη χρεοκοπία και το νομικό πρόσωπο του δημοσίου και τα νομικά πρόσωπα όλων των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Εκτός και αν, όπως είπα, ήδη από το 2010 πηγαίναμε στη βάρβαρη λύση της άμεσης ισοσκέλισης του πρωτογενούς ελλείμματος και οδηγούσαμε σε πλήρη κατάρρευση την κοινωνία, την οικονομία, τις τράπεζες, τα πάντα.

Δεν υπήρχε άλλη λύση κι έτσι εξηγείται γιατί το ΠΑΣΟΚ σήκωσε ένα τεράστιο ιστορικό βάρος που ξεπερνάει το μερίδιο της ιστορικής του ευθύνης για το αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκε η χώρα.

Η Κυβέρνηση της περιόδου 2007-2009 αδράνησε, δεν αντέδρασε, δεν εφάρμοσε ήπια μέτρα που θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει στην αποφυγή σκληρών και αδυσώπητων σχεδόν μέτρων.

Ήταν βεβαίως λάθος μας, το 2010, η πολιτική επιλογή του μοναχικού δρόμου, έπρεπε να ζητήσουμε αυξημένη πλειοψηφία στην έγκριση του πρώτου μνημονίου.

Ήταν λάθος άλλων -και πρέπει να το συνειδητοποιήσουν και να το παραδεχτούν- η συγκρότηση του αρχικού τυφλού αντιμνημονιακού μετώπου ευρέως φάσματος, που περιείχε από τη Νέα Δημοκρατία και την παραδοσιακή Αριστερά, μέχρι τις φασιστικές και ναζιστικές δυνάμεις που κάνουν τώρα επίδειξη ισχύος στο Κοινοβούλιο.

Από τη σύγκρουση με την κρίση κατέρρευσε η κοινωνία της μεταπολίτευσης. Και το ΠΑΣΟΚ, ο εκφραστής της κοινωνίας αυτής, κατέβηκε μαζί με τη χώρα, γιατί ακολουθεί τη μοίρα της. Και αναμένουμε να ανέβουμε και πάλι μαζί με τη χώρα, αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουμε και η μόνη προσδοκία για τη χώρα και για μας.

Η σύγκριση ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πρόγραμμα δείχνει το εύρος αλλά και την επιτυχία της διαπραγμάτευσης που έγινε από τον Ιούλιο του 2011 έως το Μάρτιο του 2012 από τις Κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Παπαδήμου.

Είναι επίσης σημαντικό ότι η λογική της κυβερνητικής συνεργασίας εφαρμόζεται στη χώρα μας ήδη από το Νοέμβριο του 2011, παρά τις αντινομίες και παρά το κόστος της όψιμης και μακράς προεκλογικής περιόδου.

Τι είπαμε προεκλογικά το Μάιο και τον Ιούνιο; Έχουμε νομιμοποίηση και εντολή να κάνουμε τις επιλογές που κάνουμε σήμερα στο όνομα του ελληνικού λαού;

-        Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, το Μάιο και ιδίως τον Ιούνιο είπαμε πως θέλουμε Κυβέρνηση συνεργασίας των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Αυτό έγινε.

-        Είπαμε πως θέλουμε αναθεώρηση της δανειακής σύμβασης, σε συνεργασία και συνεννόηση με τους εταίρους, χωρίς παιχνίδια με καταγγελίες και μονομερείς ενέργειες.

-        Είπαμε πως θέλουμε να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη στη σύμβαση ρήτρα βαθύτερης ύφεσης, για την επιμήκυνση της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής.

-        Είπαμε καθαρά στο λαό πως πρέπει να ληφθούν και άλλα δημοσιονομικά μέτρα 11,5 δισ. ευρώ ευρώ τότε, για να φτάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα, θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και βιώσιμο χρέος το 2020 και πως θα κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε οριζόντιες δηλαδή άδικες και τυφλές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις.

Δεν παίξαμε ως ΠΑΣΟΚ το παιχνίδι της δημαγωγίας και των εύκολων υποσχέσεων, μιλήσαμε με τη γλώσσα της αλήθειας και αναλάβαμε πρόσθετο κόστος γι΄ αυτό.

Όλα αυτά που είπαμε ήταν και είναι οδηγός μας στο πλαίσιο μιας Κυβέρνησης συνεργασίας με άλλους και στο πλαίσιο μιας σκληρής διαπραγμάτευσης με τους εταίρους και δανειστές μας.

Ξέραμε και ήξεραν και οι πολίτες ότι θα υπάρχουν δύο επίπεδα διαπραγμάτευσης και συμβιβασμών: Ένα εσωτερικό λόγω συνεργασίας, ένα εξωτερικό γιατί κάποιοι μας δανείζουν κι έχουν άποψη. Δεν είπαμε ότι θέλουμε ή μπορούμε να κυβερνήσουμε μόνοι. Δεν είπαμε ότι θα κινηθούμε μονομερώς σε σχέση με τους ξένους συνομιλητές και εταίρους μας.

Συγκροτήθηκε η Κυβέρνηση των τριών κομμάτων. Ήμασταν οι πιο φειδωλοί στη διατύπωση του κειμένου της προγραμματικής συμφωνίας των τριών κομμάτων. Οι προτάσεις μας για τη διαπραγμάτευση δεν έγιναν αποδεκτές. Δεν λειτούργησε η εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης, δεν προτάξαμε τα πολιτικά ζητήματα της επιμήκυνσης και της βιωσιμότητας. Σεβαστήκαμε την επιλογή του Πρωθυπουργού, που είχε την ευθύνη των χειρισμών. Τον στηρίξαμε και τον στηρίζουμε διεθνώς.

Υποστήκαμε αλόγιστες και άδικες επιθέσεις, επειδή διατυπώναμε τις προτάσεις μας, όταν άλλοι σιωπούσαν αιδημόνως.

Είμαστε τώρα υποχρεωμένοι να κάνουμε μία συνολική πολιτική εκτίμηση, για το τελικό πακέτο και μάλιστα όχι μόνο για το πακέτο των μέτρων, αλλά για το συνολικό πλαίσιο λύσης που διαμορφώνεται τώρα, από σήμερα, μέχρι το καθοριστικό Eurogroup τα ξημερώματα της 13ης Νοεμβρίου. ελπίζω χωρίς αναβολή. Εκεί θα κριθούν τα θέματα της επιμήκυνσης, της βιωσιμότητας, των αναπτυξιακών αντίβαρων.

Το πακέτο των δημοσιονομικών μέτρων, η εσωτερική του ισορροπία, η κατανομή του στο χρόνο, δεν είναι αυτή που θέλαμε και διεκδικούσαμε. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι αυτή που ήθελε. Αγωνιστήκαμε για το καλύτερο, με προτάσεις και επιχειρήματα μέχρι τελευταία στιγμή, αυτό που έγινε με τις συντάξεις των ατόμων με βαριά αναπηρία, η διαφύλαξη των συντάξεων και των δώρων τους είναι κάτι σημαντικό που έχει συνεισφέρει το ΠΑΣΟΚ στη συζήτηση αυτή τώρα στην Ολομέλεια χθες και σήμερα.

Ξέρουμε τους καταναγκασμούς και των εσωτερικών και των διεθνών συσχετισμών, μας έδωσε λίγους ψήφους και λίγες έδρες ο ελληνικός λαός. Αποδεικνύεται τώρα ότι το ΠΑΣΟΚ και πάλι κουβαλάει στους ώμους του το βάρος της χώρας.

Τι θα συνέβαινε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, αν το ΠΑΣΟΚ δεν τηρούσε στάση ευθύνης, αν κρατούσε μια αντιφατική ή επαμφοτερίζουσα στάση; Τι λένε τώρα αυτοί που με ανιστόρητο μίσος έχουν αναλάβει εργολαβικά την επιχείρηση απαξίωσης και διάλυσης του ΠΑΣΟΚ, βασισμένοι και στις αφορμές βέβαια που δίνουμε μόνοι μας; Είχαμε μήπως κάποιο δίκιο όταν λέγαμε αυτά που λέγαμε για τη διαπραγμάτευση, για τη στρατηγική και την τακτική, τους χειρισμούς, τα προτάγματα;

Ας αναλογιστούν όλοι τι θα συνέβαινε αν το ΠΑΣΟΚ δε σήκωνε και πάλι το βάρος:

- Θα υπήρχε Κυβέρνηση βασισμένη στη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής; Όχι.

- Θα υπήρχε απόφαση της Βουλής, αποδεκτή από τους εταίρους; Όχι.

- Θα παίρναμε τη δόση; Όχι.

- Θα σταματούσε η διεθνής αμφισβήτηση της χώρας; Όχι.

- Θα άλλαζε το κλίμα διεθνώς; Όχι.

- Θα μπορούσε να πορευτεί με σταθερότητα και ασφάλεια η χώρα; Όχι.

Ή μήπως θα πηγαίναμε σε εκλογές, όπως λέει ο ΣΥΡΙΖΑ; Με ποια προοπτική; Την αυτοδύναμη Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Με ποιες δυνάμεις θα συνεργαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ; Με τον κ. Μιχαλολιάκο και τον κ. Καμμένο;

Ποια θα ήταν η μοίρα της χώρας, κυρίες και κύριοι Βουλευτές; Η συνέχιση της εκκρεμότητας, η παράταση της αμηχανίας; Η έξοδος από το ευρώ; Δε συμφέρει στην Ευρώπη, συμφωνώ.

Η παραμονή όμως στο ευρώ με την Ελλάδα νεκρή μέσα σε μια ισορροπία τρόμου με τους Ευρωπαίους εταίρους, στο όνομα μιας σκληρής πολιτικής διαπραγμάτευσης, θα οδηγούσε στην απόλυτη καταστροφή. Θα είχαμε απέναντί μας μια συγχορδία επιθέσεων στα Κοινοβούλια, τα κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης, τους πιστωτικούς οργανισμούς, όλους εκείνους που διαμορφώνουν τη διεθνή εικόνα και ατμόσφαιρα.

Και η Ελλάδα θα ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος, θα είχε αποδειχθεί αυτό που λένε, το αρνητικό στερεότυπο το συκοφαντικό, ότι δεν έχουμε τη βούληση και την ικανότητα να προχωρήσουμε και λένε ψέματα γιατί έχουμε προχωρήσει κι έχουμε κάνει εντυπωσιακή προσαρμογή με εντυπωσιακές διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό.

Όποιοι νομίζουν -και αυτοί είναι αρκετοί και εντός και εκτός αιθούσης- ότι μπορούμε να εκβιάσουμε τους Ευρωπαίους απειλώντας με το ολοκαύτωμα του ευρώ, δεν υπολογίζουν κάτι κρίσιμο: το πόσο ανορθολογική είναι η ευρωπαϊκή πολιτική και πόσο ισχυροί είναι οι οικονομικοί εθνικισμοί. Πόσο δύσκολο είναι το παιχνίδι με τη φωτιά, με την Ευρώπη που έχει φτιάξει το στερεότυπο μιας Ελλάδας, που δεν θέλει ή δεν μπορεί, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες που είναι σε πρόγραμμα. Όλοι μπορούν, μόνο η Ελλάδα δεν μπορεί!

Και πείτε μου, τι θα είχε συμβεί στο μεταξύ στις τράπεζες, στην αγορά, στις επιχειρήσεις, στις θέσεις εργασίας; Νομίζω μπορείτε να το φανταστείτε. Ποιος παίρνει την ευθύνη, όχι να το λέει αυτό έτσι θεωρητικά, στο καφενείο, με τη βεβαιότητα ότι κάποιοι άλλοι κουβαλούν το βάρος της υπεύθυνης απόφασης, αλλά ποιος παίρνει την ευθύνη να το κάνει αυτό πραγματικά με την ψήφο του, ή ως Κυβέρνηση;

Κυρίες και κύριοι βουλευτές η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ δεν ταυτιζόμαστε ούτε ιδεολογικά ούτε αξιακά, αλλά συνεργαζόμαστε με συνέπεια για να διασφαλιστεί η πολιτική σταθερότητα και η ασφαλής έξοδος της χώρας από την κρίση, γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση.

Εναλλακτική λύση δεν είναι ούτε το εμπόριο δημαγωγίας και τσάμπα ελπίδας, ούτε το φλερτ με το φασισμό και το ναζισμό. Την Χρυσή Αυγή την είδα πεσμένη σήμερα, μίλησε για ειδικό δικαστήριο. Γιατί εγκαταλείπει την ιδέα του εκτάκτου στρατοδικείου;

Χωρίς αμφιβολία η κατανομή των ρόλων είναι απόλυτα άδικη ανάμεσα στις δυνάμεις της Κυβέρνησης και τις δυνάμεις της Αντιπολίτευσης. Ακόμη και στο εσωτερικό της κυβερνητικής συνεργασίας των τριών Κομμάτων εμφανίζονται τώρα σημαντικές και άδικες ανισότητες ευθύνης. Η ευθύνη της διακυβέρνησης και των δύσκολων αποφάσεων είναι συνεχής και αδιαίρετη. Έτσι όμως γράφεται η ιστορία.

Το ΠΑΣΟΚ, το τραυματισμένο ΠΑΣΟΚ, δεν υπεκφεύγει δεν κρύβεται δεν παίζει μικροκομματικά παιχνίδια. Αναλαμβάνει την ευθύνη του, γιατί ξέρει ότι μέσα από την ολοκληρωμένη εφαρμογή και την απόδοση της πολιτικής αυτής, μπορεί να προκύψει λύση.

Ακούστε, κυρίες και κύριοι βουλευτές, είναι μήπως δεδομένο ότι θα οδηγηθούμε στην οριστική έξοδο από την κρίση εφαρμόζοντας αυτή την πολιτική; Καθαρά λόγια: όχι. Θέλει συναίνεση, κινητοποίηση δυνάμεων, μεταρρυθμιστική πανστρατιά, ενότητα, αναπτυξιακά και κοινωνικά αντίβαρα, επενδύσεις, εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Θέλει δουλειά, πίστη. Τίποτα δεν είναι αυτόματο, εύκολο και δεδομένο.

Η άλλη επιλογή όμως είναι εξ ορισμού καταστροφική. Περνάμε το ποτάμι στην πιο δύσκολη φάση και βγαίνουμε στην άλλη όχθη. Το πίσω, είναι τραγικό. Το μπροστά έχει δυσκολίες, αλλά είναι το μόνο που μπορεί να δώσει δυναμική και ελπίδα στη χώρα.

Αυτή η προσπάθεια είναι που έχει κάνει ο λαός που μας κράτησε όρθια. Αυτή αποκατέστησε την αξιοπιστία της χώρας, αυτή ήρε τη διεθνή απομόνωση. Τίποτε άλλο, κανένας άλλος.

Το ΠΑΣΟΚ, ζει αναμφίβολα ένα δράμα με ένταση και συγκρούσεις γιατί έχει συνείδηση της διαδρομής, της ευθύνης του και της κατάστασης της χώρας. Αυτό όμως που είναι το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα είναι η ιστορικότητα της συμπεριφοράς μας.

Πού είναι αλήθεια οι εύκολες λύσεις της ανάπτυξης; Πού είναι τα εύκολα ισοδύναμα μέτρα; Ποιες είναι οι εναλλακτικές πολιτικές αναθέρμανσης της οικονομίας, χωρίς λεφτά; Νομίζω ότι τώρα όλοι κατάλαβαν τη διαφορά ανάμεσα στα εύκολα λόγια και την υπεύθυνη πράξη.

Το πακέτο των μέτρων είναι εξαιρετικά δυσάρεστο, γιατί είχαμε απέναντί μας απαιτητικούς και τιμωρητικούς εταίρους που παίζουν με τη φωτιά, που δεν αντιλαμβάνονται ότι η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει προ πολλού στα όριά της.

Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να κάνουμε αυτή την τελική εκτίμηση. Δεν παίζουμε με τη στρατηγική της χώρας για επιμέρους θέματα, όσο ευαίσθητα κι αν είναι αυτά. Τώρα περιμένουμε να δώσουμε τη μάχη για την επιμήκυνση, τη βιωσιμότητα, όλη τη δόση που είναι 44 δις μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη. Τώρα, είναι η ώρα των κοινωνικών αντιβάρων για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, διατήρηση της απαγόρευσης των πλειστηριασμών για το Ταμείο Αλληλεγγύης των γενεών που έχουμε προτείνει.

Και το μήνυμά μας είναι καθαρό: άλλα τέτοια μέτρα δεν αντέχει  η χώρα, δεν θα πάρει η χώρα, δεν οδηγούν πουθενά, δεν μπορεί να μας τα επιβάλλει κανείς. Εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας, θέλουμε πραγματική στήριξη και όχι τιμωρία.

Μόνο έτσι θα περάσουμε από την εξάρτηση του Μνημονίου στην αυτοδυναμία του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Σε μια ισχυρή, αυτοδύναμη, δίκαιη Ελλάδα, μια Ελλάδα που αξίζει στα παιδιά μας, που αξίζει στην ιστορία της.

Σας ευχαριστώ. -