Αθήνα, 21 Δεκεμβρίου 2013

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης,
στη Βουλή στη συζήτηση του Σ/Ν του Υπ. Ανάπτυξης
«Κυβερνητικό Συμβούλιο διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους»
(ρύθμιση περί αναστολής των πλειστηριασμών)


Κυρίες και κύριοι βουλευτές, το ζήτημα των πλειστηριασμών και πιο συγκεκριμένα το ζήτημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας του φτωχού και μεσαίου νοικοκυριού, ταλανίζει επί μήνες την ελληνική κοινωνία, την κοινή γνώμη.

Όταν η κυβέρνησή μας στις αρχές της κρίσης πήρε την πρωτοβουλία της αναστολής των πλειστηριασμών, αυτό ήταν ένα ανακουφιστικό μέτρο, ένα μέτρο στοιχειώδους προστασίας όχι μόνο των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, αλλά -θα μου επιτρέψτε να πω γενικότερα- της στεγαστικής πίστης και της αγοράς ακινήτων. Ήταν ένα μέτρο προστασίας των κόπων που έχουν επενδύσει γενιές Ελλήνων στην ακίνητη περιουσία τους και ιδίως στο στόχο ζωής που είναι να υπάρχει μια πρώτη ιδιόκτητη κατοικία.

Η ρύθμιση αυτή συνδέεται με την πάντοτε ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Δηλαδή με ένα καθεστώς ουσιαστικά αστικής πτώχευσης που δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη και που έπρεπε να εισαχθεί και που έχει δοκιμαστεί με επιτυχία τα τελευταία 3,5 χρόνια και το οποίο διατηρείται αλώβητο, θα έλεγα και βελτιωμένο.

Στην πραγματικότητα, το ερώτημα που κυριαρχούσε επί μήνες τώρα είναι αν η κυβερνητική πλειοψηφία, εάν η παρούσα κυβέρνηση, έχει τη βούληση και την ικανότητα να μείνει σταθερή σε αυτό που λέει, να κάνει πράξη αυτό που λέει: πως η πρώτη κατοικία του φτωχού και μεσαίου νοικοκυριού δεν κινδυνεύει, δεν πρόκειται να τεθεί σε κίνδυνο.

 

Η διαπραγμάτευση ήταν πράγματι πάρα πολύ δύσκολη, γιατί πάντα είναι δύσκολη η διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας. Έχω πει πολλές φορές ότι η αναγνώριση των θυσιών του ελληνικού λαού πρέπει να είναι ουσιαστική και όχι απλά ρητορική. Επίσης πρέπει να επαναλάβω και σήμερα ότι διαπραγματευόμενη με τους εταίρους και πιστωτές της η Ελλάδα, δεν ζητάει χάρες, δεν ζητάει πολιτικές λύσεις που παρακάμπτουν συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά ζητάει έγκυρους πολιτικούς και θεσμικούς συνομιλητές που μπορούν να καταλάβουν τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα, τις αντοχές της κοινωνίας, να σεβαστούν τις θυσίες των Ελλήνων και άλλων ευρωπαϊκών λαών που υφίστανται τις συνέπειες των πολιτικών λιτότητας και προσαρμογής.

Το πόσο δύσκολη είναι η διαπραγμάτευση, είναι ένα καλό μάθημα για όσους πιστεύουν ότι υπήρχε εύκολος δρόμος, ότι υπήρχε σχέδιο βήτα, ή ότι τώρα που βγαίνουμε -γιατί βγαίνουμε πραγματικά, σταδιακά από το μνημόνιο και από την κρίση- μπορούμε να επανέλθουμε στις πηγές της κακοδαιμονίας, δηλαδή σε πρακτικές λαϊκιστικές, δημαγωγικές, ή σε δωρεάν υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός πως μετά από πολύ δύσκολες διαπραγματεύσεις, έχοντας σταθερή και άκαμπτη θέση ως κυβέρνηση, ψηφίζουμε σήμερα ως Βουλή των Ελλήνων μια ρύθμιση που κατοχυρώνει την πρώτη κατοικία του φτωχού και μεσαίου νοικοκυριού.

Στην πραγματικότητα κανείς δεν μένει έξω από το πεδίο της προστασίας αυτής. Τα στοιχεία που τηρούν οι ελληνικές τράπεζες δείχνουν ότι το 1,5% των οφειλετών στεγαστικών δανείων, που είναι οφειλέτες μεγάλων στεγαστικών δανείων και δεν ανήκουν στην έννοια του φτωχού και μεσαίου νοικοκυριού, οφείλουν σωρευτικά το 50% της συνολικής οφειλής που υπάρχει για τα στεγαστικά δάνεια.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πόσο εύκολο είναι να κατοχυρωθεί η κατοικία του φτωχού και μεσαίου νοικοκυριού που ουσιαστικά αφορά το 98,5% των οφειλετών, γιατί σε αυτή τη στατιστική απεικόνιση φαίνεται ποια είναι η ανισότητα που υπάρχει σε αυτό που λέγεται οφειλέτης.

Αντιλαμβάνομαι ότι απογοητεύονται φοβερά όσοι έχουν επενδύσει στην καταστροφή. Απογοητεύονται όλοι όσοι δεν έχουν να διατυπώσουν άλλη πολιτική πρόταση και βρίσκονται αντιμέτωποι με την αμηχανία τους, όταν η κυβέρνηση είναι συνεπής στις εξαγγελίες της απέναντι στον ελληνικό λαό και ιδίως απέναντι στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.

Το πρόβλημα των τραπεζών δεν είναι γενικά τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια. Το πρόβλημα των τραπεζών σε σχέση με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι κυρίως τα επιχειρηματικά δάνεια και πράγματι η αναδιάρθρωση των χρεών των επιχειρήσεων και των ίδιων των επιχειρήσεων, τώρα που σταδιακά οι τράπεζες ξανααποκτούν επαφή με την πραγματική οικονομία, γιατί αυτό θέλουμε, είναι το μεγάλο αίτημα της περιόδου αυτής.

Γιατί τώρα πια, πως φαίνεται και από αυτό που κάνουμε σήμερα, το ζήτημα είναι η επάνοδος σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η επιβεβαίωση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων, η αξιοποίηση του πρωτογενούς πλεονάσματος για να καλύψουμε αδικίες που έγιναν στη ροή των εξελίξεων τα τελευταία χρόνια. Το μεγάλο ζήτημα είναι η ανεργία, η δημιουργία θέσεων εργασίας, η εκπομπή ενός αισιόδοξου μηνύματος για την ελληνική κοινωνία.

Το γεγονός ότι πετύχαμε, με κόπους και δυσκολίες, η διαπραγμάτευση αυτή, δείχνει τη σημασία που έχουν τα δημοσιονομικά επιτεύγματα, γιατί μην έχουμε καμία αμφιβολία, ότι εάν δεν υπήρχαν τα δημοσιονομικά επιτεύγματα, και αν δεν είχαμε πει όχι στα πρόσθετα οριζόντια δημοσιονομικά μέτρα, αλλά ναι στις διαρθρωτικές αλλαγές, δεν θα μπορούσαμε να πείσουμε για την ανάγκη να υπάρξει μια ρύθμιση καθαρή και αποτελεσματική που προστατεύει την πρώτη κατοικία του φτωχού και μεσαίου νοικοκυριού.

Είναι δε λάθος, θα μου επιτρέψετε να πω, κυρίες και κύριοι βουλευτές, η προσέγγιση πως οι τράπεζες, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, που τελεί στο σύνολό του υπό πολλαπλή δημόσια εποπτεία, είναι έτοιμο να επιτεθεί στον δανειολήπτη, στο φτωχό και μεσαίο νοικοκυριό, να επιβάλλει αυστηρότερες του νόμου ρυθμίσεις, ή να κάνει δρακόντεια εφαρμογή των ρυθμίσεων και να παρακολουθεί την καταβολή των μηνιαίων δόσεων που είναι ούτως ή άλλως μικρές πολύ περιορισμένες, με ένα τρόπο ερειστικό, αντικοινωνικό. Όχι δεν πρόκειται γι’ αυτό. Δεν συνιστά αυτό πολιτική των τραπεζών, δεν συνιστά οδηγία του δημοσίου που ασκεί μέσω των αρμοδίων, ανεξάρτητων οργάνων, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος.
Απογοητεύονται λοιπόν με τη ρύθμιση που ψηφίζει σήμερα η Βουλή των Ελλήνων όλοι εκείνοι που έχουν ως μόνη σημαία ευκαιρίας την προσδοκία της καταστροφής και επιπλέον η ελληνική κοινωνία μπορεί να νιώθει έχοντας αυτό το χειροπιαστό δείγμα των πλειστηριασμών πιο ασφαλής, πιο σίγουρη, πιο κοντά στο αίσθημα της εξόδου από τη μέγγενη της κρίσης.

Κι αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό που πρέπει να βγει ως μήνυμα και ως προοπτική από τη συζήτησή μας. Ευχαριστώ πολύ.