Αθήνα 15 Φεβρουαρίου 2017 

Ανάρτηση Ευάγγελου Βενιζέλου για την έκθεση GR’80  στην Τεχνόπολη

Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος που έχει μαζί με τον Βασίλη Βαμβακά την επιμέλεια της μεγάλης έκθεσης για τη δεκαετία του ' 80 στη Τεχνόπολη μας ξενάγησε σε αυτό το πολυδιάστατο γεγονός: αισθητικό, κοινωνικό, πολιτικό. Πρωτίστως και εντέλει ιστορικό.

Παρακολούθησα από την αρχή τη σύλληψη των επιμελητών και τη μέθοδο εργασίας που εφάρμοσαν, προφανώς επηρεασμένοι από το επιστημονικό τους αντικείμενο. Ήμουν βέβαιος ότι η έκθεση θα ήταν από ενδιαφέρουσα έως σημαντική. Αυτό που είδα όμως είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια «έκθεση». Είναι το αναπεπταμένο πεδίο μιας άσκησης αυτογνωσίας της σημερινής ελληνικής κοινωνίας.

Η έκθεση δεν καθιστά τη δεκαετία του '80 μουσειακή. Την μετατρέπει σε καθρέφτη.  Το εγγύς παρελθόν μετεωρίζεται άλλωστε μεταξύ Ιστορίας και παρόντος, χωρίς να είναι ακριβώς ούτε το ένα ούτε το άλλο. Σημασία έχει η πρόσληψη που με τη σειρά της εξαρτάται από την ηλικία, τη μνήμη και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του επισκέπτη. Η έκθεση συνοψίζει με επιστημονικά ισορροπημένο τρόπο, αλλά όχι υπό συνθήκες εργαστηριακής αντισηψίας, μια εποχή που λειτουργεί ως μήτρα για την εποχή της κρίσης. 

Η δεκαετία του '80 επικοινωνεί ευθέως με τη δεκαετία του 2010 που διανύουμε. Τίθεται κατά τον τρόπο αυτό το  ερώτημα αν θα «διασωθούν» τελικά στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας οι δεκαετίες του '90 και του 2000. Ακόμη περισσότερο, αν θα διασωθούν ως εθνικό κεκτημένο συνδεδεμένο με την  ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας. Οικονομικά, νομισματικά, θεσμικά, πολιτιστικά.   Ερώτημα υπαρξιακό για το μέλλον του τόπου.

Η δεκαετία του '80 δείχνει τώρα γεμάτη βεβαιότητες που δεν είχαν το βάθος που νομίζαμε. Δείχνει επίχρυση, ενώ την είχαμε βιώσει ως χρυσή. Είναι παρόλα αυτά η κορυφαία φάση της μεταπολίτευσης. Η δεκαετία της μετάβασης από το αίτημα της αλλαγής, στο αίτημα του εκσυγχρονισμού, παρότι μεσολαβεί η σύντομη συντηρητική παλινόρθωση. Το ζήτημα είναι να γίνουν κάποτε οι εκθέσεις για τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 ως εκθέσεις αυτογνωσίας και συνέχειας και όχι ως εκθέσεις αρχαιολογικές επί ερειπίων.